Η ιδέα της βασιλείας του Θεού κατέχει στο
κήρυγμα του Ιησού κεντρική θέση. Το κήρυγμα αυτό άρχισε, ως γνωστόν, με τους
λόγους: «Μετανοείτε· ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών». Η δε Αγία Γραφή
χαρακτηρίζει το «Ευαγγέλιο» του Ιησού, την χαρμόσυνη είδηση που έφερε ο Ιησούς
στον κόσμο, ως «Ευαγγέλιο της βασιλείας».
Τί είναι όμως η βασιλεία του Θεού; Είναι η
κατάσταση εκείνη κατά την οποίαν ο Θεός αναγνωρίζεται, ειλικρινώς και
εμπράκτως, ως βασιλιάς και Κύριος του ουρανού και της γης. Όταν ο Ιησούς
ρωτήθηκε από τον Πιλάτου: «Συ ει ο βασιλεύς των Ιουδαίων», απήντησε: «Συ
λέγεις». Πράγματι, ο Πατέρας ανέθεσε στον Υιό την άσκηση της βασιλικής
εξουσίας. Μετά δε τη λήξη της ορατής και επίγειας αποστολής του Υιού η θεία
βασιλεία ασκείται με την αόρατη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος στις ψυχές των
πιστών.
Ο Κύριος δίδασκε : «Μη ζητείτε την βασιλείαν
του Θεού εδώ και εκεί, στα μεγάλα κατορθώματα και τα μεγαλειώδη έργα. Η
βασιλεία του Θεού βρίσκεται μέσα μας». Η βασιλεία του Θεού είναι
προπάντων μία κατάσταση ψυχής, ένας προσανατολισμός του εσωτερικού μας κόσμου.
Συνίσταται στο να αναγνωρίζουμε το Χριστό του Θεού ως Κύριο και Δεσπότη της
ζωής μας, στο να ακολουθούμε τις εμπνεύσεις του Αγίου Πνεύματος, στο να αγαπάμε
το Θεό εξ όλης της καρδίας μας, στο να θεωρούμε τον πλησίον μας όπως θεωρούμε
και τον εαυτό μας. Το να βασιλεύσει πλήρως και απολύτως ο Θεός στη ψυχή μας
είναι ο κύριος σκοπός της επίγειας ζωής μας, ο πολύτιμος μαργαρίτης για χάρη
του οποίου αξίζει ο άνθρωπος να πουλήσει και να απαρνηθεί τα πάντα.
Όποιος αναγνωρίζει ειλικρινώς το Θεό ως
βασιλέα του δεν μπορεί να περιορίσει τη θεία αυτή βασιλεία μέσα στα στενά όρια
της ατομικής ζωής του. Αισθάνεται την ανάγκη να αγωνισθεί, για να την
επεκτείνει και γύρω του. Φυσικά η βασιλεία του Θεού κατά πρώτο και κύριο λόγο
«εντός ημών εστί»· θα ήταν δε καθαρή παραφροσύνη να θέλουμε να την επεκτείνουμε
γύρω μας, προτού υποταχθούμε εμείς οι ίδιοι στην εξουσία του Χριστού βασιλέως.
Ο άνθρωπος όμως που εξέλεξε ως κύριο και δεσπότη της ζωής του τον Ιησού θα
αγωνίζεται νυχθημερόν για να αγαπήσει τον πλησίον του όσο αγαπά και τον
εαυτό του. Κατά συνέπεια, θα καταπολεμά αδιάκοπα κάθε αδικία, κάθε πικρία, κάθε
μορφή κακού. Θα ενεργεί παντού και πάντοτε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε με τα έργα
και τα λόγια του να γίνεται η κοινωνία των ανθρώπων περισσότερο φιλική,
περισσότερο αδελφική, περισσότερο ανθρώπινη. Για τον χριστιανό η βασιλεία του
Χριστού δεν μπορεί να είναι μόνο ηθική βασιλεία, μία βασιλεία περιοριζόμενη
στις ψυχές και τις συνειδήσεις των ατόμων. Πρέπει να είναι επίσης κοινωνική βασιλεία,
μία βασιλεία που υποτάσσει στο νόμο του Ευαγγελίου όλα τα έθνη, όλες τις
κοινωνικές τάξεις, όλες τις φυλές των ανθρώπων. Υπήρξε και θα υπάρχει πάντοτε
πόλεμος μεταξύ της βασιλείας του Θεού και του πνεύματος του κακού, του
«άρχοντος του κόσμου τούτου». Υπήρξε επίσης και θα υπάρχει πάντοτε σύγκρουση
μεταξύ των δικαιωμάτων του Θεού και των αξιώσεων των Καισάρων, μεταξύ του
Ευαγγελίου και των κάθε είδους ολοκληρωτικών ιδεολογιών και δυνάμεων. Σε όλες
τις περιπτώσεις ο χριστιανός οφείλει – οποιοδήποτε τίμημα και αν καλείται να
πληρώσει- να παραμείνει πιστός στη βασιλεία του Θεού.
Ο Κύριος έλεγε: «η βασιλεία η εμή ουκ έστιν
εκ του κόσμου τούτου». Η βασιλεία του Θεού φανερώνεται στο κόσμο, αλλά δεν
είναι από τον κόσμο. Δεν είναι επομένως δυνατόν να ταυτισθεί με τα βασίλεια της
γης, με τις τάξεις και τις καταστάσεις που δημιουργεί ο άνθρωπος. Η βασιλεία
του Θεού υπερβαίνει κάθε γήινο θεσμό, κάθε γήινη αξία, κάθε γήινο αγαθό
είναι η αληθινή βασιλεία των ουρανών. Για το λόγο αυτό δεν μπορεί να
επιβληθεί με γήινα μέσα: με τη βία, με τη θυσία της δικαιοσύνης, με τη θυσία
της αλήθειας. Πολύ συχνά δυστυχώς οι χριστιανοί φαντάσθηκαν ότι θα μπορούσαν να
επιβάλουν τα δικαιώματα του Θεού και το νόμο του Ευαγγελίου με τη βία και τη
δύναμη. Αλλ’ όπως μαρτυρεί η ιστορία, όσες φορές το επιχείρησαν, είχαν χάσει τη
βασιλεία του Θεού από τη ψυχή τους, προτού καν προφθάσουν να κάνουν την
παραμικρή ενέργεια, για να την επιβάλουν γύρω τους.
Η βασιλεία του Θεού έχει έλθει ήδη με τον
Ιησού και διά του Ιησού. Και όμως, εξακολουθεί να παραμένει για όλους μας μία
μέλλουσα πραγματικότητα, μία κατάσταση που οικοδομείται και προετοιμάζεται. Οι
εργάτες και οι οικοδόμοι της βασιλείας του Θεού είναι οι μάρτυρες, οι άγιοι, οι
δίκαιοι. Η βασιλεία του Θεού φανερώνεται ( ή καταστρέφεται) με κάθε πράξη μας,
με κάθε λέξη μας, με κάθε σκέψη μας, ακόμη και την πλέον ασήμαντη, ακόμη και
την πλέον άσχετη φαινομενικώς. Η βασιλεία του Θεού οικοδομείται από τη θεία
χάρη και την ελευθερία του ανθρώπου.
Η χάρη του Θεού εμπνέει, καθοδηγεί, διορθώνει
και συμπληρώνει τις ενέργειές μας· αλλά και η δική μας συνεργασία είναι
απαραίτητη. Η βασιλεία του Θεού θα εγκαθιδρυθεί πλήρως, θα φανερωθεί μόνιμα και
οριστικά, μόνον όταν λήξει ο «παρών αιών», όταν ο κόσμος, όπως τον γνωρίζουμε,
φθάσει στο τέλος του και εκπληρώσει το σκοπό του. Τότε ο Θεός θα βασιλεύσει ως
μόνος και υπέρτατος Κύριος.
Σε σχέση προς τη μέλλουσα, την ερχόμενη αυτή
βασιλεία, κάθε άνθρωπος, είτε το ξέρει είτε όχι, υιοθέτει μια στάση. Η στάση
του χριστιανού πρέπει να είναι στάση αναμονής, προσδοκίας, ελπίδας. Ο
Χριστιανός πρέπει να εννοεί την άπειρη αξία που έχουν οι πράξεις του -οι
πράξεις που κάνει αυτή τη στιγμή σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο για την αποκατάσταση
της βασιλείας του Θεού. Πρέπει δε να προσβλέπει προς το θάνατό του με
εμπιστοσύνη και ελπίδα, γιατί σύμφωνα με την πίστη του «ουκ έχει ώδε
μένουσαν πόλιν», αλλά μια ημέρα θα εξέλθει εκ του κόσμου τούτου, για να
πάει εκεί όπου βρίσκονται ήδη ο Κύριος του, στον Πατέρα, και τότε (εάν
βρίσκεται στην κατάσταση της χάριτος) θα εισέλθει για πάντα στην κατάπαυση του
Κυρίου του, στη βασιλεία του Θεού του.
Αρχιμ. Λεβ Ζιλλέ, «Πάτερ ημών-εισαγωγή στην
χριστιανική πίστη και ζωή», εκδ. «Ζωή»)