Σάββατο 30 Αυγούστου 2025

Κυριακή δωδεκάτη εκ του κατά Ματθαίον

«Τι αγαθόν ποιήσω ίνα έχω ζωήν αιώνιον;»
ο νεανίσκος έχει ήδη πολλά, αλλά επιθυμεί τα περισσότερα. Με τον ίδιο τρόπο που αποκτά τα πλούτη, επιθυμεί να αποκτήσει και την αιώνιον ζωή. Και τηρεί πάντα ταύτα εκ νεότητος του. Αλλά σήμερα συναντά Εκείνον που θα του δείξει το ακόμα πιο πέρα. Το ει θέλεις τέλειος είναι, αυτό που δεν έχει να κάνει ούτε με τα πλούτη του, αλλά ούτε και με τις αρετές που με τόση ευλάβεια τήρησε εκ νεότητος του ο νεανίσκος. Η σημερινή συνάντηση θα επιχειρήσει να του ανατρέψει τον κόσμο του. Ακόμα και στο διδάσκαλε αγαθέ θα αντιλάβει το τι με λέγεις αγαθόν, στο ταύτα πάντα εφύλαξα, το ει θέλεις τέλειος είναι.
Αυτά όλα, πήγαινε και πούλησε τα διαδός πτωχοίς.
Σε αυτά όλα θα είναι και η σιγουριά του για το κέρδισμα της αιώνιας ζωής. Αν πράξω κάτι αγαθό θα αντιλάβω σαν έπαθλο, σαν εμπορικό κέρδος, την αιώνιο ζωή.
Όμως ο Θεός καλεί σε κάτι άγνωστο. Πέρα από την σιγουριά των καλών πράξεων, ή της τήρησης του νόμου. Τον καλεί στην ελευθερία του είναι, στην ελευθερία του Δεύρο ακολούθει μοι. Στην πραγματική ελευθερία. Σε ένα δρόμο υποταγής και εμπιστοσύνης. Τον καλεί στο άγνωστο. Η συνάντηση αυτή με την αλήθεια αγαπητοί μου αδελφοί οπωσδήποτε, για όλους μας θα έχει την ίδια διαδρομή με τον νεανίσκο της παραβολής. Θα μας ζητηθεί το ει θέλεις τέλειος είναι, και το πώλησον τα υπάρχοντα σου.
Αυτά που θεωρείς πλούτη σου πνευματικά ή υλικά.
Πώλησον τις αντιλήψεις σου και το έχει σου, την σιγουριά του πάντα ταύτα εφύλαξα, και ακολούθησε Χριστό, το καινόν, το νέον το άγνωστον. Εκεί, σε αυτό το ρίσκο, σε αυτόν τον καινόν χώρο, θα βρεθούμε εάν τολμήσουμε πίσω από Χριστόν.
Θα μαζέψουμε θησαυρό στον ουρανό, «στον χώρο που δεν βλέπουμε αλλά αισθανόμασθε». Θα μοιράσουμε πτωχοίς, και θα μοιραστούμε εκείνα που δεν μας ανήκουν, και όμως θεωρήσαμε δικά μας. Και μόνο τότε θα είμαστε τέλειοι. Σαν θέλουμε φυσικά. Και ο πλούσιος νεανίσκος νόμιζε ότι ήθελε, αλλά αυτό που ήθελε ήταν κάτι γνωστό, οικείο, αλλά ακυρώθηκε στη συνάντηση με φως. Και έγινε περίλυπος, επειδή του θύμισε ο Κύριος την ψυχή του. Αυτό παθαίνουμε όλοι μας, αυτό είναι το συναίσθημα που συχνά βιώνουμε, όταν θυμόμαστε την ψυχή μας.
Εκχέουμε την θλίψη μας ενώπιον αυτού, αντιλαμβανόμαστε την εξορία μας, την έξωθεν του παραδείσου κατάσταση μας, και γινόμαστε περίλυποι.
Γιατί είναι δύσκολο εμείς οι πλούσιοι, να μπούμε στη βασιλεία των ουρανών. Εμείς που τα πάντα φυλάμε εκ νεότητος μας, που με τόση σιγουριά διεκδικούμε και την αιώνιον ζωή, γινόμαστε περίλυποι όταν μας λέγουν όλα αυτά να τα μοιράσουμε και εδώ και τώρα, να ανακαλύψουμε μια άλλα ζωή, και ότι ο θησαυρός μας θα μετατεθεί στον ουρανό.
Τι θεωρούμε αγαπητοί αδελφοί κτήμα μας;
Τι αναζητούμε στη ζωή μας και τι ρωτάμε εδώ στην εκκλησία; Τι έχουμε να μοιραστούμε και τι να δώσουμε;
Πόσο δεμένοι είμαστε και με τι; Μπορούμε να ακολουθήσουμε Χριστό; Πόσο βλέπουμε τον χώρο του ουρανού; Και πόσο συλλέγουμε αξίες που θησαυρίζονται σ αυτόν τον χώρο; Η ζωή μας πόσο είναι ζωή;
Αν θα δοκιμάσουμε να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα μάλλον θα γίνουμε περίλυποι αδελφοί μου. Ή σαν τους μαθητές του Ιησού που εξεπλάγησαν σφόδρα από το απίθανον της σωτηρίας.
Γι αυτό ας πάρουμε σήμερα σαν μεταλαβιά αυτή την υπέροχη απάντηση του Κυρίου. Αυτήν την απάντηση που είναι για όλους μας, και για κάθε μας περίσταση και για κάθε μας αίτημα:
Παρ ανθρώποις τούτο αδύνατον εστί, παρά δε Θεώ πάντα δυνατά εστί.

Αμήν αδελφοί μου.

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2025

Θεέ μου, είσαι μια αγκαλιά!!!

 

Αρκετές φορές προσπαθώ να καταλάβω πώς φανταζόμαστε την παρουσία του Θεού στην ζωή μας. Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι, περιμένουμε να ανοίξει ο ουρανός και με ένα χολιγουντιανό τρόπο να βγει ένα χέρι που θα ανήκει στον «Θεό» να μας δώσει αυτό που ζητάμε. Ξεχνάμε βέβαια ότι ο Θεός είναι πνεύμα. – «Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεί δει προσκυνείν» Ξεχνάμε ότι όλες οι ανθρωπομορφικές εικόνες περί Θεού δεν απευθύνονται στο Είναι του, αλλά στην δική μας αδυναμία να κατανοήσουμε έξω από εικόνες και σύμβολα.

Τα πράγματα όμως είναι ίσως πολύ πιο απλά από ό,τι τα φανταζόμαστε ή μπερδεμένοι εσωτερικά τα κατασκευάζουμε. Ο Θεός που περιμένουμε έχει ήδη φανεί στο πρόσωπο του Χριστού. Και μοιάζει να προσπαθούμε να παραβιάσουμε μια ξεκλείδωτη πόρτα, που το μόνο που χρειάζεται είναι ν’ ανοίξουμε και να μπούμε μέσα.

Ο Θεός αποκαλυπτόμενος στο πρόσωπο του Χριστού μας είπε ότι, εάν έχουμε αγάπη ο ένας για τον άλλο, θα είναι μέσα μας και δίπλα και γενικότερα στην ζωή μας. Και ότι η μόνη οδός γνώσεως του Θεού είναι η αγάπη. Έλα όμως που εμείς δεν την αντέχουμε ούτε να την δίνουμε, πολλώ δε μάλλον όταν μας την δίνουν, και αρεσκόμαστε σε μια μαγική, συναισθηματική και φαντασιακή εικόνα περί Θεού! Η αγάπη δεν είναι απλώς μια ανώτερη ηθική αρετή, μα η ίδια η ζωή. Είναι η πραγματικότητα που κινεί τα πάντα και δίνει ζωή στα πάντα.

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι εάν ο Θεός ήθελε να επικοινωνεί μαζί μας, μέσα από ένα νεφελώδη συναισθηματισμό, που πολλές φορές γίνεται και παραληρηματικός, δεν θα ερχόταν στο κόσμο να ενσαρκωθεί και να γίνει άνθρωπος. Θα μας αποκάλυπτε απλώς μια ουράνια ιδέα. Μια ουράνια αρχή στην οποία θα έπρεπε να πειθαρχήσουμε και να συντονιστούμε. Ενώ τώρα, στο πρόσωπο του Χριστού μας αποκαλύπτει μια σχέση!!!

Δεν ζητάει μια εξουσιαστική υπακοή, αλλά μίαν αγαπητική σχέση. Αυτό το κάνει για πολλούς βέβαια λόγους, με σημαντικότερο γιατί ο Θεός δεν είναι αφηρημένη ανώτερη δύναμη, ούτε μια απρόσωπη συμπαντική ενέργεια, αλλά πρόσωπο με συγκεκριμένες ιδιότητες. Μπαίνει στην ιστορία και στην καθημερινότητα και αποκαλύπτεται. Μέσα από ένα συνεχή διάλογο, που φανερώνεται στο συνειδητό και ασυνείδητο βίο της υπάρξεώς μας.

Μια από αυτές τις αποκαλύψεις Του, όχι μόνο αυτή, γιατί ο Θεός φανερώνεται με πολλούς τρόπους και μάλιστα παράδοξους, είναι μέσα από τους ανθρώπους που είναι δίπλα μας, ή εμφανίζονται στην ζωή μας. Γι’ αυτό όταν ζητάμε την βοήθεια του Θεού, όταν λέμε «μα που είναι ο Θεός; Γιατί δεν μου φανερώνεται;…», ας κοιτάξουμε και λιγάκι δίπλα μας. Γιατί στα πρόσωπα των ανθρώπων φανερώνεται η αγάπη του Θεού για εμάς. Εκεί θα βιώσουμε την παρουσία Του. Όταν μας στέλνει ανθρώπους που μας αγαπάνε, μας προσέχουν, μας στηρίζουν, δεν μας κρίνουν ούτε μας επικρίνουν, τότε σαφέστατα αυτός ο ίδιος κάθεται δίπλα μας και μας κρατάει το χέρι. Ίσως βέβαια κάποιοι αναρωτηθούν, «Εμείς γιατί δεν του συναντήσαμε;». Η απάντηση δεν είναι εύκολη και θα πρέπει να σκεφτούμε μήπως γιατί δεν ήμασταν έτοιμοι να τους συναντήσουμε. Γιατί κάθε συνάντηση είναι μία μικρή κρίση. Κυρίως γι’ αυτό που εσωτερικά είμαστε.

Έλεγε ένας γέροντας, «την αγάπη του Θεού την γνώρισα όταν συνάντησα τον παπα- Φ. Εκεί ένιωσα ψυχή και σώματι τι σημαίνει να σε αγαπάει ο Θεός». Άλλος φίλος καλός, μου έλεγε: «Πάτερ μου, τόση αγκαλιά που πήρα από τον Γέροντα …, δεν την έχω πάρει ούτε από μάνα ούτε από πατέρα». Στην σχέση μαζί του κατάλαβα τι σημαίνει να σε αγαπάει κάποιος. Πήρα κοντά του την αγάπη που δεν είχα νιώσει ποτέ. Κατάλαβα ότι με αγαπάει ο Θεός.» Μια κοπέλα μου είπε: «Μέσα σε μια αγκαλιά έκανα την πρώτη μου εξομολόγηση και ένιωσα την αγάπη του Κυρίου μας». Πάλι νεαρή, αλλά πολύ πονεμένη ύπαρξη, με σπαραγμό μου ανέφερε: «Εγώ αγάπη δεν πήρα από το σπίτι μας. Μα μου έδωσε απίστευτη στοργή η κ. …, γειτόνισσα που δεν είχε παιδιά. Εκεί κατάλαβα ότι κάποιος με αγαπάει». Τον Αββα Ποιμένα τον έλεγαν «επί γης Θεό». Γιατί; Γιατί σκέπαζε όλους τους ανθρώπους, τα λάθη και τις αποτυχίες τους, με την αγάπη και συγγνώμη, δίχως ποτέ να τους κατακρίνει. Μα και τον παπα-Σάββα στο Άγιον Όρος, έτσι τον προσφωνούσαν, γιατί όταν τον συναντούσες καταλάβαινες, αναλογικά πάντα, πώς είναι η αγάπη του Θεού.

Εμείς, όμως, τι κάνουμε τους ανθρώπους που μας στέλνει ο Θεός; Τους διώχνουμε από τη ζωή μας. Τους συκοφαντούμε, τους εκδικούμαστε γιατί μας αγάπησαν και εμείς δεν το αντέξαμε.

Μήπως λοιπόν ο Θεός έχει φανερωθεί πολλές φορές στην ζωή μας και εμείς απλά δεν Τον καταλάβαμε γιατί ψάχνουμε στα νεφελώματα της φαντασίας μας και όχι στην ιστορία της ζωής μας;

 Μήπως κοιτάμε ουρανό και δεν βλέπουμε ότι στέκεται δίπλα μας; Ότι πολλές φορές, όπως έλεγε και ο π. Δημήτριος Στανιολάε «ο Θεός κοιμάται στο κρεβάτι μας»;

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Κάθε τέλος μια αρχή, 10η εκδ. Αρμός, Αθήνα, 2015

 

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2025

Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός.

 

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, είναι εφάμιλλος των μεγάλων αγίων και ομολογητών της αρχαίας Εκκλησίας. Επιπλέον ο μεγάλος αυτός άνδρας εκτός από Ιερομάρτυρας της Εκκλησίας μας είναι και Εθνομάρτυρας, διότι ωφέλησε το Έθνος μας τα μέγιστα σε μια κρίσιμη ιστορική περίοδο.

Γεννήθηκε το 1714 το Μέγα Δένδρο της Αιτωλίας, κοντά στο Θέρμο. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Κώνστας. Οι ευσεβείς γονείς του του ενέπνευσαν την ευσέβεια και την πίστη στο Θεό. Του εμπέδωσαν επίσης την Ορθοδοξία, όχι απλά ως θρησκευτική πίστη, αλλά ως τρόπο ζωής. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Αργότερα τον έστειλαν οι γονείς του στις ονομαστές σχολές της Ναυπακτίας και της Παρνασσίδος, για να συμπληρώσει την παιδεία του κοντά στους ονομαστούς δασκάλους της εποχής, Γεράσιμο Λύτσικα και ιερομόναχο Ανανία.

Το 1749 πήγε στο Άγιο Όρος για να συμπληρώσει τις σπουδές του στην περίφημη Αθωνιάδα Σχολή. Εκεί διδάχτηκε ανώτερες σπουδές, θεολογίας, φιλολογίας και φιλοσοφίας. Κατόπιν πήγε στη Μονή Φιλοθέου όπου έλαβε το μοναχικό σχήμα και το όνομα Κοσμάς. Ύστερα από δεκαετή μοναχική ζωή, με προσευχή, νηστείες, αγρυπνίες και προσωπική κάθαρση, συνειδητοποίησε ότι δεν είχε το δικαίωμα να ζει και να φροντίζει μόνο τον εαυτό του, αλλά έπρεπε να βοηθήσει και τους αδελφούς του, τους ορθοδόξους ραγιάδες, οι οποίοι βίωναν αφάνταστη τυραννία από τους αλλόθρησκους τούρκους κατακτητές και βρισκόταν σε μαύρα σκοτάδια πλάνης και πνευματικής καταπτώσεως. Περισσότερο ανησυχούσε για τους εκτεταμένους εξισλαμισμούς. Ολόκληρες επαρχίες ασπάζονταν είτε με τη βία, είτε με τη θέλησή τους το Ισλάμ, χάνοντας πάραυτα την πίστη τους στο Χριστό και την ελληνική τους συνείδηση!

Στα 1759 πήρε τη μεγάλη απόφαση να βγει από το Άγιο Όρος, για να βοηθήσει τον δοκιμαζόμενο λαό.

 Όμως, θεωρούσε τον εαυτό του ταπεινό και αδύνατο να επωμισθεί τέτοιο φορτίο. Με θεία αποκάλυψη, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνάντησε τον αδελφό του Χρύσανθο, που ήταν δάσκαλος. Αυτός του έκανε μερικά μαθήματα ρητορικής, που θα βοηθούσαν τον Κοσμά στο κήρυγμα.

 Πήρε την άδεια από τον Πατριάρχη Σεραφείμ να περιέλθει ως ιεροκήρυκας την Ελλάδα. Έτσι, ως νέος απόστολος Παύλος, οργανώνει μεγάλες ιεραποστολικές περιοδείες ανά την Ελλάδα, και με ανύπαρκτα μέσα, κατορθώνει μέσα σε είκοσι χρόνια να επισκεφτεί ολόκληρη σχεδόν τη χώρα, με τις τέσσερις περιοδείες του, τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Ρούμελη, την Πελοπόννησο, τα Ιόνια νησιά και ως τις εσχατιές της Αλβανίας.

Κήρυττε το λόγο του Θεού με απλά, αλλά πειστικά λόγια, αποδεικνύοντας ότι η ορθόδοξη διδασκαλία είναι η μόνη αληθινή πίστη και η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μόνη αληθινή Εκκλησία του Χριστού, μέσα στην οποία μπορεί να σωθεί ο άνθρωπος και στηλίτευε τους εξισλαμισμούς, χαρακτηρίζοντάς τους ως προδοσία, σαν εκείνη του Ιούδα. Ταχυγράφοι κατέγραφαν τις ομιλίες του, πολλές από τις οποίες σώθηκαν και οι οποίες έχουν τόσο μεγάλο θεολογικό βάθος, ώστε να μας εντυπωσιάζουν και εμάς σήμερα!

Ο αγιασμένος και φωτισμένος ιεροκήρυκας Κοσμάς ήξερε την αιτία της πνευματικής καταπτώσεως των υποδούλων και τη λύση της πνευματικής τους αφύπνισης. Αυτή ήταν η παιδεία. Σε κάθε τόπο που πήγαινε μιλούσε για την άμεση ανάγκη ίδρυσης σχολείων, ώστε να φοιτούν όλα τα ελληνόπουλα, αγόρια και κορίτσια, για να ξυπνήσουν από τον πνευματικό λήθαργο της σκλαβιάς. Έκανε εράνους και ίδρυε σχολεία, τα οποία άφηνε στη φροντίδα των κοινοτήτων και τη συντήρησή τους στους προύχοντες της περιοχής. Ο ίδιος ομολόγησε πως ίδρυσε περισσότερα από διακόσια πενήντα κατώτερα σχολεία και περισσότερα από δέκα ανώτερα! Πρότασσε την ανάγκη της παιδείας στα υλικά πράγματα.

Παρακινούσε τους υπόδουλους να μιλάνε ελληνικά και όχι τουρκικά, αλβανικά, βλάχικα κλπ, διότι η γλώσσα μας είναι βασικό στοιχείο της εθνικής μας ιδιοσυγκρασίας και υπόστασης. Στηλίτευε με σθένος την κοινωνική αδικία και έβαζε τους αδίκους να επανορθώνουν για τις αδικίες τους. Τους έπειθε να ζητούν δημόσια συγνώμη και εκείνος τους έδινε άφεση αμαρτιών. Στηλίτευσε την καταφρόνηση της γυναίκας, όπως υπαγόρευε ο ισλαμικός νόμος και σύστησε την αγάπη στα παιδιά. Εναντιώθηκε στα κυριακάτικα παζάρια, τα οποία αποσπούσαν τους Χριστιανούς από την Εκκλησία και τους έκανε πωρωμένους με το εμπόριο και το κέρδος, γεγονός που οδήγησε στο μαρτύριό του. Αυτό εναντίωσε τους μεγαλέμπορους της εποχής, κυρίως εβραίους, οι οποίοι θίγονταν οικονομικά. Γι’ αυτό και αποφάσισαν να του κλείσουν το στόμα. Δωροδόκησαν τον Κούρτ πασά του Βερατίου, ο οποίος τον συνέλαβε και τον απαγχόνισε στις 24 Αυγούστου του 1779 στο χωριό Κολικόντασι της Βορείου Ηπείρου.

Τα λόγια του ήταν προφητικά, γεμάτα θεία χάρη και απλότητα. Κάποτε είπε στους κατοίκους κάποιου χωριού: «Ήρθα στο χωριό σας και σας κήρυξα. Δίκαιο είναι λοιπόν να με πληρώσετε για τον κόπο μου. Με χρήματα μήπως; Τι να τα κάνω; Η πληρωμή η δική μου είναι να βάλετε τα λόγια του Θεού στην καρδιά σας, για να κερδίσετε την αιώνια ζωή».

Ο ορθόδοξος ελληνικός λαός πίστευε στην αγιότητα του Κοσμά, πριν το μαρτυρικό του θάνατο, αλλά και μετά από αυτόν. Αν και πέρασαν τριακόσια χρόνια από τότε, παραμένει σε πολλές περιοχές της Ελλάδος, ζωντανή η μνήμη της παρουσίας του σ’ αυτές. Η επίσημη αγιοκατάταξή του έγινε το 1961 και η μνήμη του τιμάται στις 24 Αυγούστου. Η Εκκλησία μας τον τιμά ως Ισαπόστολο και το Έθνος μας ως Εθναπόστολο.

Ο άγιος Κοσμάς έλαβε το χάρισμα από το Θεό και της προφητείας. Καταγράφηκαν εκατοντάδες προφητείες του, οι περισσότερες των οποίων επαληθεύτηκαν με θαυμαστή ακρίβεια, και επαληθεύονται συνεχώς ως τις μέρες μας!

 

 

 

 

Σάββατο 16 Αυγούστου 2025

Δεκαπενταύγουστος: Γλέντι ή τίποτα.

 

«Φέρε να πιώ για να μου φύγει το βάρος, γιατί απόψε θα πεθάνει ο χάρος». Έτσι τραγούδησε η Σωτηρία Μπέλλου στα «Ρεμπέτικά της» τους στίχους του Κώστα Βίρβου. Τι έκανε εδώ ο Βίρβος; Αποτύπωσε μια πολυχρονεμένη λαϊκή ιαχή, που ξεστομίζεται στεντόρια σε γλέντια. Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει (ή δεν έχουμε κραυγάσει οι ίδιοι) πλάι στα κάρβουνα, μέσα στον χορό, αγκαλιά με το κρασοπότηρο, «Να πεθάνει ο χάρος!»; Ωστόσο, καταγράφοντας την λαϊκή ψυχή ο Βίρβος, έκανε μαζί της ένα βήμα παραπέρα: Η φράση «να πεθάνει ο χάρος» είναι ευχή. Πόθος δηλαδή για να συμβεί κάποτε κάτι όμορφο. Μα ο Βίρβος το έκανε βεβαιότητα. Το «να» το έκανε «θα»! Όμως, γίνεται άραγε να υπάρχει βεβαιότητα για το μέλλον; Η απάντηση είναι εύκολη: Δεν γίνεται. Το μέλλον είναι το ακόμη ανύπαρκτο. Οπότε, τι λογής είναι αυτό το «θα» του ρεμπέτικου; Είναι το «θα» της πίστης. Είναι το «θα» το οραματικό, εκείνων που δεν νοούν το μέλλον απλώς ως προέκταση του παρόντος, αλλά το λαχταρούν ως έκπληξη, ως δημιουργία, ως ερχομό της ομορφιάς που δεν υπάρχει τώρα. Στην ιαχή των γλεντοκόπων ο λόγος είναι για ομορφιά: για θανάτωση του θανάτου, για ημερομηνία λήξης αυτού το οποίο σήμερα βάζει ημερομηνία λήξης στα πάντα και στους πάντες (το τονίζω αυτό, γιατί υπάρχουν και οραματιστές της ασχήμιας, της νίκης κάθε λογής θανάτου πάνω στη ζωή). Και το ξαναλέω: Θάνατος είναι κάθε σάπισμα, κάθε σβήσιμο του ανθρώπου: είναι το βιολογικό ξεψύχισμα, μα είναι και η μιασαλλοδοξία, η εκμετάλλευση, ο ναρκισσισμός… Αυτό το ατίθασο οραματικό της πίστης, η ταλάντωση ανάμεσα στο «να» και στο «θα», εκρήγνυται πανηγυρικά και πανηγυριώτικα τον Δεκαπενταύγουστο. Και παράδοξα˙ περίπου αντιφατικά! Πώς γίνεται, γλέντι σε μια κηδεία; Πώς γίνεται, ξέσπασμα χαράς την ώρα πένθους; Γιατί αυτό γιορτάζεται στις 15 Αυγούστου: ο θάνατος της Παναγίας. Μα γιορτάζεται με ξεφάντωμα! Τίποτα δεν είναι αυτονόητο, ούτε και τα νοήματα είναι πάντα διαυγή. Η συνήθεια, το κιτς και η εμπορευματοποίηση δεν χαμπαριάζουν από νοήματα, κι έτσι συχνά δεν απομένει παρά το κέλυφος των νοημάτων, δηλαδή έθιμα δίχως βάθος

Ωστόσο, μπορεί αυτό το κέλυφος να είναι μια υπόμνηση, μια πρόσκληση, ας πούμε, για όποιον ζει το ρεμπέτικο (και δεν το καταναλώνει απλώς) – όπως και για όποιον ζει τους ύμνους της Εκκλησίας (και δεν τους έχει για ξόρκια). Η ονομασία της γιορτής είναι «Κοίμηση» της Θεοτόκου. Να το κέλυφος που στέκει σαν εκκωφαντικός σιωπηλός μάρτυρας του νοήματος! «Κοίμηση» σημαίνει ύπνο, σημαίνει αναμονή ξυπνήματος, προσδοκία ανταμώματος. Υπάρχει μήπως χαρά χωρίς αντάμωμα; Με δυο λόγια, λέγοντας «Κοίμηση» παραπέμπουμε όχι στην αποσύνθεση, αλλά στην Ανάσταση! Και ακριβώς γι’ αυτό έχουμε και παραέχουμε λόγο, να κάνουμε γλέντι σ’ αυτή την κηδεία! Κι έχουμε λόγο, γιατί η υπόθεση αυτή δεν αφορά ένα είδωλο απέναντι κι απόμακρα από τους φανς του. Αφορά την καθεμιά και τον καθένα, πάντα ως πρόσκληση της πίστης, ως τάνυσμα ανάμεσα στο «να» και στο «θα». Και μας αφορά για δύο λόγους:

 1. Η Ανάσταση είναι για όλους. Στη χριστιανική αντίληψη, η Ανάσταση του Χριστού δεν ήταν απλώς η ατομική νίκη του μπάτμαν. Ήταν το ξεκίνημα αυτού που θα χαριστεί σε όλους. Οπότε, η γιορτή του Δεκαπενταύγουστου είναι σαν τρέιλερ που φανερώνει το μελλοντικό έργο, την υπόσχεση για ολόκληρο το σύμπαν.

 2. Η Παναγία είναι πρότυπο όλων. Όχι μόνο των

μανάδων, όπως συχνά λένε διάφοροι πανάσχετοι. Και είναι πρότυπο όλων (κάθε φύλου, σε γάμο και χωρίς γάμο, με παιδιά και χωρίς παιδιά) διότι είναι το πρότυπο της ανθρώπινης ελευθερίας και ευθύνης. Η Παναγία σηματοδοτεί την ιλιγγιώδη σπουδαιότητα καθενός και καθεμιάς. Κατέχει εξαιρετική θέση στη χριστιανική οπτική, διότι το ότι γέννησε τον Θεό δεν της «συνέβη» (σαν η ίδια να ήταν ένας παθητικός σωλήνας παροχέτευσης του Θεού), αλλά πραγματοποιήθηκε με τη δική της συμμετοχή. Αν η ίδια δεν έλεγε «συμφωνώ» κατά τον Ευαγγελισμό της (αν δηλαδή δεν έλεγε «συμφωνώ» στον άγγελο που, κατά την αφήγηση του ευαγγελίου, της ανακοίνωσε ποιον θα γεννούσε), τότε ο Θεός δεν θα μπορούσε να γίνει άνθρωπος. Το ελεύθερο «ναι» ή το ελεύθερο «όχι» θα επέτρεπε στον Θεό ή θα εμπόδιζε τον Θεό να γίνει άνθρωπος. Ξέρω ότι πολλοί θρησκευόμενοι θα δυσανασχετήσουν μ’ αυτές τις φράσεις. Και θα δυσανασχετήσουν, διότι δίνουν έμφαση στην παντοδυναμία του Θεού, ενώ ο ίδιος –πώς να το κάνουμε;– δίνει έμφαση στην αγάπη του. Και η αγάπη δεν επιβάλλει. Η αγάπη περιστέλλει την δύναμη, ώστε να αναδυθεί αλώβητο το πρόσωπο του άλλου. Ναι, ο παντοδύναμος φέρνει τον εαυτό του σε κατάσταση αδυναμίας, επειδή ζητά την καρδιά – όχι την καθυπόταξη. Έρωτα θυμίζει αυτό, και πάντως όχι «Θεό - αφέντη»! Και για όσους παρόλα αυτά συνεχίζουν να δυσανασχετούν, ηρεμώ τη συνείδησή τους πληροφορώντας τους ότι τα σχετικά με το «συμφωνώ» της Παναγίας τα έχουν πει Πατέρες της Εκκλησίας, όπως για παράδειγμα ο Θεσσαλονικιός άγιος Νικόλαος Καβάσιλας τον 14ον αιώνα. Η Παναγία έχει εκατοντάδες ονομασίες. Κάποιες δηλώνουν απλώς τόπο (όπως Προυσιώτισσα), πολλές όμως δηλώνουν ιδιότητα, σε έναν ρόλο πανανθρώπινης και συνανθρώπινης αλληλεγγύης (όπως Ελευθερώτρια, Ελπίδα των απελπισμένων, Ελεούσα, Καρδιοβαστάζουσα κ.ά.). Κέντημα αληθινό, για μια ζωντανή παρουσία. Όχι για μια ανάμνηση. Το καίριο εδώ είναι ότι η πλειονότητα αυτών των ονομασιών δεν έχει δοθεί επισήμως (όπως δόθηκε π.χ. η ονομασία Θεοτόκος), αλλά είναι αυθόρμητη δημιουργία της λαϊκής ψυχής. Εκφράζουν ακριβώς την αίσθηση της εγγύτητας μαζί της, εγγύτητα βιωμένη στη χαρά και στην οδύνη. Και παραπέμπουν τρυφερά στο όραμα της απελευθέρωσης από κάθε θανατίλα. «Φέρε να τα πιω [και μαζί: φέρε να τα πω] για να μου φύγει το βάρος».

 

Παπαθανασίου Θανάσης. Εφημ. Δήμος και Πολιτεία

 


 

 

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2025

Είμαστε πάροικοι και παρεπίδημοι.

 

«Ο χρόνος της παρούσης ζωής είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στο ατελεύτητο της αιωνιότητας. Κι, όμως, εμείς οι άνθρωποι αντιμετωπίζουμε το γεγονός εντελώς διαστρεβλωμένο. Δεν καταλαβαίνουμε ότι είμαστε «πάροικοι και παρεπίδημοι» στην γήινη πραγματικότητα, είμαστε περαστικοί, ανέστιοι διαβάτες που πορεύονται προς την πραγματικότητα της αιωνιότητας, γι’ αυτό και κάνουμε το παν για να χτίσουμε και να δημιουργήσουμε σ’ αυτή τη ζωή με τα καλύτερα υλικά, ξοδεύουμε τις δυνάμεις μας στα ευτελή και πεπερασμένα, αγνοώντας τις ανάγκες του έσω ανθρώπου που θα ζήσει αιώνια όταν το φθαρτό του σαρκίο πεθάνει. «Δεν είμεθα πλασμένοι για τη λίγη ζωή. Είμεθα πλασμένοι για την αιωνιότητα. Δεν είμεθα πλασμένοι για τη γη. Είμεθα πλασμένοι για τον ουρανό. Η γη είναι το φυτώριο. Κάποτε θα μεταφυτευτούμε από το φυτώριο στον κήπο του παραδείσου. Όσοι είναι πιστοί, όσοι έχουν το δένδρο της ζωής τους γεμάτο καρπούς, θα μεταφυτευτούν στον ουρανό. ‘"Επειγόμεθα, ίνα έγκαρποι και πλήρεις έργων αγαθών φυτευθέντες εν τω οίκω Κυρίου, εν ταις αυλαίς του Θεού ημών εξανθήσωμεν"»

(Μεγάλου Βασιλείου, “Εις την Εξαήμερον”)