Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Κυριακή των Μυροφόρων.

 

«Τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον;»

Αυτό διερωτώνται οι τρεις γυναίκες στο δρόμο προς το μνημείο. Είχαν ξεκινήσει λίαν πρωί, όπως λέγει το Ευαγγέλιο, «της μιας των Σαββάτων», είχαν αγοράσει αρώματα για να αλείψουνε το σώμα του Κυρίου με αυτά.

Και προχωρούσαν προς την τόσο σπουδαία συνάντηση, δίχως να δεσμευτούν από την λογική, δίχως ο φόβος να τις εμποδίσει.

Είδαμε την προηγούμενη Κυριακή τους Μαθητές «των Θυρών κεκλεισμένων» εφοβούντο, γαρ να περιμένουν.

Είδαμε και τον Θωμά που ζητά να βάλει το χέρι του «εις τον τύπον των ήλων», για να πιστέψει. Και σήμερα, στην Κυριακή των Μυροφόρων, αυτές οι γυναίκες έρχονται μόνες ,με τα αρώματα της Πίστης και της εμπιστοσύνης, ίνα αλείψωσιν Αυτόν.

Και η μόνη ερώτηση. «Τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον;»

Δεν ήξεραν ακόμη ότι ο Θεός είχε μια για πάντα αποκυλίσει αυτόν τον λίθον ο οποίος «ήτο γαρ μέγας σφόδρα».

Μέγας σφόδρα είναι αδελφοί μου ο λίθος του θανάτου. Μέγας σφόδρα είναι αυτός ο λίθος που φράζει την ζωή όλων μας και όσον πορευόμαστε των θυρών κεκλεισμένων, ο φόβος θα μας κυριαρχεί. Μα όταν «ανατείλλαντος γαρ του ηλίου» θα αντιληφθούμε τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, και στο όνομά Του θα φέρουμε αρώματα «ίνα αλείψομε Αυτόν», τότε μπορεί να αξιωθούμε της μεγάλης συνάντησης. Της κατά πρόσωπο συνάντησης με Εκείνον που έγινε όμοιος με μας «κατά πάντα».

Για αυτό στο σημερινό Ευαγγέλιο, ο νεανίσκος λέγει στις Μυροφόρες «Ιησούν ζητείται τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένο». Πράγματι Ιησούν ζητάμε, τον Ναζαρηνόν και μάλιστα τον Εσταυρωμένο. Δεν ζητάμε τους άρχοντας αυτής της γης. Δεν ζητάμε τους δυνατούς και τους σπουδαίους. Ζητάμε Ιησούν τον Εσταυρωμένον. Αλλά,

«ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε, ίδε ο τόπος όπου έθηκαν Αυτόν».

Οι Μυροφόρες γυναίκες εκείνο το πρωί, ευρήκαν τον λίθον αποκεκυλισμένον, και το μνημείο καινόν. Δεν είδαν τους ήλους ούτε τον τύπον των ήλων, αλλά είδαν τον τόπον όπου έθηκαν Αυτόν.

Το χαρμόσυνο μήνυμα της νίκης κατά του Θανάτου, της Ανάστασης, τις γέμισε φόβο και έκσταση. Τις ξεπέρασε, τις έκανε να μην πουν τίποτα σε κανέναν.

Εδώ ένα σπουδαίο μήνυμα. Ένα κήρυγμα κατά του φόβου. 

Του φόβου απέναντι στην πιθανότητα της Αθανασίας. Απέναντι στην δωρεά της Αθανασίας. Αυτός ο φόβος είναι το κράτος κάτω από το οποίο ζούμε αδελφοί.

Και ο Χριστός φωνάζει, «μην φοβείσθε, εγώ νενίκηκα τον θάνατο». Αλλά είναι δύσκολο. Δύσκολο για τον άνθρωπο. Οι Μυροφόρες γυναίκες ξεκίνησαν με όπλο την αγάπη τους και την πίστη τους για τον Κύριο. Επήγαν προς την συνάντηση. Έφεραν αρώματα, αλλά, ζητούσαν Ιησούν τον Ναζαρηνόν, τον εσταυρωμένον.

Και ο νεανίσκος τους λέγει ότι, αυτός που ζητείτε, «ουκ έστίν ώδε» αλλά, θα τον δείτε στην Γαλιλαία, εκεί αυτόν όψεσθε.

Μα και πάλιν ο φόβος.

Το ανθρώπινο.

Εκείνο που τόσο δύσκολα θα χωρέσει ο νους μας.

Την δωρεά της ελευθερίας.

Θα δούμε την ερχόμενη Κυριακή την Σαμαρείτιδα να αντιδρά με τον ίδιο τρόπο στο πνευματικό κάλεσμα. Στο νερό που, αν πιεις δεν θα διψάσεις ποτέ, που της λέγει ο Κύριος, εκείνη ψάχνει τον… κουβά «άντλημα ουκ έχεις», του απαντά.

Ο Θωμάς ζητά να βάλει το χέρι του πάνω στον τύπον των ήλων και σήμερα, οι γυναίκες αυτές «εξελ-θούσαι ταχύ, έφυγαν από του μνημείου».

Μακρύς ο δρόμος, αδελφοί μου για την Σωτηρία

Και τα Ευαγγέλια μας διδάσκουν , μας φωτίζουν , μας ευ-αγγελίζουν την κάθε ιστορική στιγμή που μας περιγράφουν για να μην χαθούμε σ αυτόν τον μακρύ δρόμο. Μας φέρνουν στο Παρών του καθενός μας την δυνατότητα να συναντηθούμε με τον Χριστό.

Σαν τον Θωμά

Σαν τις Μυροφόρες

Σαν τον Τυφλό, τυφλοί και εμείς να αναβλέψομε. Για να ιδούμε με τα μάτια τα υλικά «τον τόπον όπου έθηκαν αυτόν» τον τόπον όπου κι εμείς περνάμε την ζωή μας, αλλά που δεν θα μείνουμε για πάντα και εάν πορευτούμε προς την Γαλιλαία των Μαθητών, έτσι όπως προστάζει ο νεανίσκος, εκεί , αυτόν οψόμεθα.

Αυτόν θα ιδούμε.

Όπως μας υποσχέθηκε

Αμήν.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

«Και διαγενομένου του Σαββάτου….»

…και όταν πέρασε το Σάββατο…… 

Γιατί για όλα υπάρχει ο χρόνος τους….και ο χώρος τους. Για όλους μας και για τον καθένα από εμάς…..ξεχωριστά.

Μόνον ο Θεός δεν περιορίζεται στον χώρο και στον χρόνο. Δεν έχει την δική μας διαδρομή.

Εμείς έχουμε…. Εμείς χρειαζόμαστε το λίγο φως και την δύναμη που δίνει το πρωϊνό της μίας των Σαββάτων, δηλαδή της επομένης μέρας μετά το Σάββατο, ανατείλαντος του ηλίου, για να έχει η ψυχή συγκεντρώσει τα αρώματα της υπομονής, της αγάπης και της ελπίδας, προπάντων της….. μοναξιάς.

Να έχει βιώσει την Μεγάλη Παρασκευή, ψυχή μυροφόρος δίπλα σε επιτάφιο γεμάτο αρώματα, να έχει μετρήσει τον χρόνο του πένθους, του δικού της πένθους και λίαν πρωί, την μία των Σαββάτων, έτοιμες οι ψυχές, μέσα στον δικό τους χώρο και χρόνο, η Αγάπη θα αναζητήσει ένα Τάφο καινό, πίσω από ένα λίθο, μέγα σφόδρα.

Δεν ψάχνει άνθρωπος άνθρωπο, δεν ψάχνει όμοιος Τον όμοιο….

Εμείς ψάχνουμε ο ένας τον άλλο για να λυτρωθούμε, αλλά μάταια, τρόμος και έκστασις και μόνον το κτιστόν αναζητά το άκτιστον, το Φως τη πηγή του. Όλα τα άλλα είναι μια διαδρομή….εάν ζητείται λοιπόν Ιησούν τον Ναζαρηνόν τον Εσταυρωμένον…..ουκ έστιν ώδε, ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν.

Όμως μην μείνετε σε αυτόν,,, αλλά υπάγετε….

Μην σταθούμε σε τόπους, πλέον και χρόνους. Ηγέρθη και μαζί Του και εμείς, προάγει ημάς. Αυτός προάγει ημάς, δεν μπορούμε να μείνουμε ώδε, στον τόπο όπου έθηκαν Αυτόν. Σειρά έχει η Γαλιλαία, πίσω στην Αρχή, εκεί που θα Τον δούμε.

Αυτή είναι τώρα η διαδρομή μας, όλη αυτή η πίεση του Σαββάτου και ότι κι΄ αν είπαμε ο ένας προς τον άλλο, όσο και αν μας απασχόλησε το τις αποκυλίσει υμίν τον λίθον….ας αναβλέψουμε και ας δούμε ότι αποκεκύλισθαι ο λίθος, όσο μεγάλος και αν ήταν.

Μόνο να αναβλέψουμε, μόνο να έχουμε αγοράσει αρώματα, μόνο να έχουμε συμπληρώσει τον χρόνο, της μίας των Σαββάτων, μόνο να είναι λίαν πρωί, να έχει παρέλθει η νύκτα μα όχι εντελώς, να είναι όλα στο

μεταίχμιο, στην άκρη εκεί που η ψυχή φτάνει γεμάτη τρόμο αλλά και έκσταση.

Στην κατάλληλη στιγμή του καθενός μας.

Ο χώρος δεν είναι εδώ που έθηκαν Αυτόν και εμείς ….συνεχίζουμε αδελφοί μου…

Εκείνος τώρα προάγει ημάς.

Άλλος χώρος στην Γαλιλαία.

Μην φοβούμεθα ας αναβλέψουμε εκεί θα Τον Δούμε.

Καλή μας Ανάληψη.

 

 

 

 

 

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Άγιος Γεώργιος Μεγαλομάρτυρας και Τροπαιοφόρος.

 

Ο λαοφιλής Άγιος Γεώργιος ο μεγαλομάρτυρας και Τροπαιοφόρος γεννήθηκε περίπου το 275 μ.Χ. στην Καππαδοκία, από γονείς χριστιανούς. Ο πατέρας του, μάλιστα, πέθανε μαρτυρικά για τον Χριστό όταν ο Γεώργιος ήταν δέκα χρονών. Η μητέρα του τότε τον πήρε μαζί της στην πατρίδα της την Παλαιστίνη, όπου είχε και τα κτήματα της.

Όταν έγινε 18 χρονών, στρατεύθηκε στον ρωμαϊκό στρατό. Αν και νέος στην ηλικία, διεκπεραίωνε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις τέλεια. Όλοι τον θαύμαζαν για το παράστημά του. Γι’ αυτό, γρήγορα τον προήγαγαν σε ανώτερα αξιώματα και του έδωσαν τον τίτλο του κόμη και ο Διοκλητιανός τον εκτιμούσε πολύ.

Από την εποχή του αυτοκράτορα Δεκίου μέχρι την εποχή που ανέβηκε στον θρόνο ο Διοκλητιανός, το 283 μ.χ., η χριστιανική Εκκλησία μεγάλωσε πάρα πολύ, γιατί επικρατούσε ειρήνη. Οι Χριστιανοί πήραν πολλές δημόσιες θέσεις, έκτισαν πολλούς και μεγάλους Ναούς, διάφορα σχολεία και οργάνωσαν τη διοίκηση και τη διαχείριση των εκκλησιών και της φιλανθρωπίας.

Ο Διοκλητιανός αρχικά εργάστηκε για την οργάνωση του κράτους του. Προσέλαβε στρατηγούς για βοηθούς του και αφού πέτυχε να υποτάξει τους εχθρούς του κράτους και να σταθεροποιήσει τα σύνορά του, στράφηκε στα εσωτερικά ζητήματα. Δυστυχώς, στράφηκε εναντίον της χριστιανικής θρησκείας για να ανορθώσει την ειδωλολατρία. Γι’ αυτό τον λόγο, λοιπόν, κάλεσε το 303 μ.Χ. τους στρατηγούς του. Ανάμεσά τους βρισκότανε και ο 28χρονος Γεώργιος, που διακρίθηκε πολλές φορές στους πολέμους.

Συγκεντρώθηκαν, λοιπόν, όλοι, για να πάρουν αποφάσεις για την εξόντωση και τον αφανισμό της χριστιανικής πίστης. Πρώτος μίλησε ο Διοκλητιανός και επέβαλε σε όλους να αναλάβουν τον εξοντωτικό αγώνα εναντίον του χριστιανισμού. Όλοι υποσχέθηκαν ότι θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια, για να εξαλείψουν τη χριστιανική θρησκεία από το Ρωμαϊκό κράτος. Τότε ο γενναίος Γεώργιος σηκώθηκε και είπε: «Γιατί, βασιλιά και άρχοντες, θέλετε να χυθεί αίμα δίκαιο και άγιο και να εξαναγκάσετε τους Χριστιανούς να προσκυνούν και να λατρεύουν τα είδωλα;». Και διακήρυξε την αλήθεια της χριστιανικής θρησκείας και τη θεότητα του Χριστού.

Μόλις τέλειωσε, όλοι συγχυστήκανε με αυτή την ομολογία του και προσπάθησαν να τον πείσουν να μετανοήσει για όσα είπε, καταπραΰνοντας έτσι και τον Διοκλητιανό. Αλλά ο Γεώργιος ήταν σταθερός και με θάρρος διακήρυσσε τη χριστιανική του πίστη.

Οργισμένος ο Διοκλητιανός διέταξε να τον κλείσουν στη φυλακή κα να του περισφίγξουν τα πόδια στο ξύλο και αφού τον ξαπλώσουν ανάσκελα, να βάλουν πάνω στο στήθος του μεγάλη και βαριά πέτρα.

Το άλλο πρωί ο Διοκλητιανός διέταξε να του παρουσιάσουν τον Γεώργιο για να τον ανακρίνει. Και πάλι αυτός έμεινε ακλόνητος στην ομολογία του και παρ’ όλες τις κολακείες και τις υποσχέσεις του αυτοκράτορα διακήρυττε την πίστη του και μιλούσε για τους ουράνιους θησαυρούς. Ο Διοκλητιανός οργίστηκε από τα λόγια του και διέταξε τους δήμιους να δέσουν τον Άγιο σε ένα μεγάλο τροχό για να κομματιαστεί το σώμα του. Μάλιστα ειρωνεύτηκε την ανδρεία του Αγίου και τον κάλεσε να προσκυνήσει τα είδωλα. Ο Γεώργιος ευχαρίστησε τον Θεό που τον αξίωνε να δοκιμαστεί και δέχτηκε με ευχαρίστηση να υποστεί το φοβερό αυτό μαρτύριο, που χώριζε σε μικρά λεπτά κομμάτια ολόκληρο το σώμα του, επειδή γύρω – γύρω από τον τροχό υπήρχαν μπηγμένα κοφτερά σίδερα, που μοιάζανε με μαχαίρια. Πράγματι, μόλις ο τροχός κινήθηκε τα κοφτερά σίδερα άρχισαν να κόβουν το σώμα του. Τότε ακούστηκε μια φωνή από τον ουρανό που έλεγε: «Μην φοβάσαι, Γεώργιε, γιατί εγώ είμαι μαζί σου». Αμέσως ένας άγγελος ελευθέρωσε τον Άγιο, λύνοντάς τον από τον τροχό και θεραπεύτηκε όλο το καταπληγωμένο σώμα του.

Ο Γεώργιος αφού απέκτησε το θαυμάσιο παράστημά του, με όψη αγγελική, παρουσιάστηκε στον Διοκλητιανό που είχε πάει με άλλους να κάνει θυσία. Μόλις τον είδαν έμειναν όλοι έκθαμβοι και απορημένοι. Μερικοί δε ισχυριζόντουσαν ότι είναι κάποιος που του μοιάζει και άλλοι ότι είναι φάντασμα. Καθώς όμως σχολιάζανε το γεγονός, εμφανίστηκαν μπροστά στον βασιλιά δύο από τους αξιωματικούς του, ο Πρωτολέοντας και ο Ανατόλιος με χίλιους στρατιώτες και ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Ο Διοκλητιανός θύμωσε τόσο που έγινε έξαλλος και διέταξε να τους σκοτώσουν, πράγμα που έγινε αμέσως.

Έπειτα διέταξε να γεμίσουν αμέσως ένα λάκκο με ασβέστη και νερό και αφού ρίξουν μέσα τον Γεώργιο, να τον αφήσουν μέσα τρεις μέρες και τρεις νύχτες έτσι που να διαλυθούν και τα κόκκαλά του.

Οι δήμιοι ρίξανε τον Άγιο στον ζεματιστό ασβέστη και κλείσανε το στόμα του λάκκου. Μετά από τρεις μέρες ο Διοκλητιανός έστειλε στρατιώτες να ανοίξουν τον λάκκο. Με μεγάλη τους έκπληξη όμως βρήκαν τον Γεώργιο όρθιο, μέσα στον ασβέστη και προσευχόταν. Το γεγονός εντυπωσίασε και προκάλεσε θαυμασμό και ενθουσιασμό στον λαό, που φώναζε: «Ο Θεός του Γεωργίου είναι μεγάλος». Ο Διοκλητιανός ζήτησε εξηγήσεις από τον Γεώργιο, που έμαθε τις μαγικές τέχνες και πώς τις χρησιμοποιεί. Ο Γεώργιος τότε του απάντησε ότι τα γεγονότα ήταν αποτέλεσμα της θείας χάρης και δύναμης και όχι μαγείας και γοητείας.

Ο Διοκλητιανός οργισμένος διέταξε να του φορέσουν πυρακτωμένα παπούτσια με σιδερένια καρφιά και να τον εξαναγκάσουν να περπατά. Ο Άγιος προσευχόταν και περπατούσε χωρίς να πάθει τίποτα. Πάλι διέταξε να τον φυλακίσουν και σκέφτηκε να φωνάξει του άρχοντες για να συσκεφτούν τι έπρεπε να κάνουν στον Γεώργιο. Και αφού τον δείρανε τόσο πολύ με μαστίγια και καταπλήγωσαν ολόκληρο το σώμα του Αγίου, τον παρουσίασαν στον Διοκλητιανό, που έμεινε έκπληκτος βλέποντας τον Γεώργιο να λάμπει σαν άγγελος. Σκέφτηκε, λοιπόν, ότι το φαινόμενο αυτό οφειλόταν στις μαγικές του ικανότητες. Γι’ αυτό κάλεσε τον μάγο Αθανάσιο, για να λύσει τα μάγια του Γεωργίου.

Ήρθε, λοιπόν, ο μάγος Αθανάσιος, κρατώντας στα χέρια του δύο πήλινα αγγεία, όπου υπήρχε δηλητήριο. Στο πρώτο αγγείο το δηλητήριο προξενούσε τρέλα, ενώ στο δεύτερο τον θάνατο.

Αμέσως οδήγησαν τον Άγιο στον Διοκλητιανό και στον μάγο Αθανάσιο. Ο βασιλιάς διέταξε να του δώσουν να πιει το πρώτο δηλητήριο. Ο Άγιος χωρίς δισταγμό ήπιε το δηλητήριο του πρώτου δοχείου, αφού προηγουμένως προσευχήθηκε και δεν έπαθε απολύτως τίποτα!

Μόλις είδαν ότι δεν έπαθε απολύτως τίποτα, ο βασιλιάς διέταξε να του δώσει ο μάγος και το δεύτερο αγγείο. Το ήπιε και αυτό χωρίς να πάθει το παραμικρό. Τότε όλοι έμειναν έκπληκτοι από αυτό το θαύμα. Ο Διοκλητιανός εξακολουθούσε να επιμένει ότι για να μην πεθάνει ο Γεώργιος είχε δικά του μάγια. Ο μάγος Αθανάσιος που ήξερε πόσο δραστικά ήταν τα δηλητήρια, αφού γονάτισε μπροστά στον μάρτυρα, ομολόγησε την πίστη του στον αληθινό Θεό. Τότε ο Διοκλητιανός διέταξε και φόνευσαν τον Αθανάσιο αμέσως. Εκείνη την στιγμή έφθασε και η γυναίκα του Διοκλητιανού Αλεξάνδρα, που ομολόγησε την πίστη της στον αληθινό Θεό. Και ο σκληρός και άκαρδος Διοκλητιανός διέταξε να τη φυλακίσουν και την επομένη να της κόψουν το κεφάλι. Η Αλεξάνδρα ενώ προσευχόταν στη φυλακή, παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού.

Ο άγιος Γεώργιος κλείστηκε στη φυλακή και τη νύχτα είδε στο όνειρό του τον Χριστό, που του ανάγγειλε ότι θα πάρει το στεφάνι του μαρτυρίου και θα αξιωθεί της αιωνίου ζωής. Σαν ξημέρωσε διατάχτηκαν οι στρατιώτες από τον ο Διοκλητιανό να παρουσιάσουν μπροστά του τον Άγιο. Ο Άγιος βάδιζε γεμάτος χαρά προς τον βασιλέα, επειδή προγνώριζε ότι έφτασε το τέλος του. Μόλις, λοιπόν, τον αντίκρισε ο Διοκλητιανός, του πρότεινε να πάνε στον ναό του Απόλλωνα για να θυσιάσει στο είδωλό του. Όταν μπήκε ο Άγιος στον ναό, σήκωσε το χέρι και αφού έκανε το σημείο του σταυρού διέταξε το είδωλο να πέσει. Αμέσως τούτο έπεσε και έγινε κομμάτια.

Ο ιερέας των ειδώλων και ο λαός τόσο πολύ θύμωσαν, που φώναζαν στον βασιλέα να θανατώσει τον Γεώργιο. Ο Διοκλητιανός έβγαλε διαταγή και του έκοψε το κεφάλι.

Ο πιστός υπηρέτης του Αγίου, Πασικράτης, εκτελώντας την επιθυμία του Αγίου, παρέλαβε το άγιο Λείψανο του Μάρτυρα μαζί με αυτό της μητέρας του Αγίας Πολυχρονίας και το μετέφερε στη Λύδδα της Παλαιστίνης. Από εκεί, όπως βεβαιώνουν οι πηγές, οι Σταυροφόροι πήραν τα ιερά λείψανα της Αγίας Πολυχρονίας και τα μετέφεραν στη Δύση.

Κατά την Εκκλησία μας, ο ένδοξος αυτός μεγαλομάρτυρας είναι ο μαργαρίτης ο πολύτιμος, ο αριστεύς ο θείος, ο λέων ο ένδοξος, ο αστήρ ο πολύφωτος, του Χριστού οπλίτης, της ουρανίου στρατιάς ο συνόμιλος.

Ο Άγιος Γεώργιος ο Μεγαλομάρτυρας και Τροπαιοφόρος τιμάται στις 23 Απριλίου. Εάν όμως το Πάσχα πέφτει μετά τις 23 Απρίλη, τότε εορτάζεται την επόμενη μέρα του Πάσχα (Δευτέρα της Δικαινησίμου).

 

 

 

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Κυριακή του Θωμά.


«και των θυρών κεκλεισμένων, όπου ήσαν οι μαθητές συνηγμένοι δια τον φόβων των Ιουδαίων...».

Ο φόβος αγαπητοί μου αδελφοί, έκανε τους μαθητές να ζουν των «θυρών κεκλεισμένων», μέσα στα περιορισμένα τους όρια. Είχαν ακούσει το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως έτσι όπως το ακούσαμε κι εμείς κι όμως ακόμα εφοβούντο «τους Ιουδαίους». Αλλά ο Χριστός, ήλθε «και έστη εις το μέσον», στην θέα όλων, ανάμεσα στους φίλους και λέγει: «ειρήνη υμίν». Στη θέση του φόβου η ειρήνη. Τους φυσά Πνεύμα Άγιο, τους δίνει τη δύναμη να κρατούν ή να συγχωρούν αμαρτίες. Τους ονομάζει Αποστόλους. Δηλαδή, τους μεγαλώνει. Από τις κλεισμένες πόρτες και τον φόβο των Ιουδαίων τους οδηγεί στην προσφορά, στην ελευθερία , στον σκοπό τους. Στην ομοίωση με τον Εαυτό Του.

«καθώς απέσταλκε με ο Πατήρ, καγώ πέμπω υμάς».

Μόνο ο Θωμάς απουσίαζε.

Ο Θωμάς ξεχώρισε τον εαυτό του.

Δεν θα πιστέψω, είπε, εάν δεν δω τα σημάδια Του, εάν δεν βάλω το χέρι μου στα σημάδια των πληγών Του.

Ο Θωμάς είναι νέος στην ηλικία. Είναι ο άνθρωπος που θέλει αποδείξεις. Θέλει να δει τα έργα. Αγαπά το παράδειγμα, την θυσία. Θεωρεί την πορεία του Ιησού προς τον Σταυρό, και το μαρτύριο Του, πεμπτουσία για την πίστη του. Και αυτά θέλει να δει. Τις αποδείξεις. Εάν είναι αυτός που μαρτύρησε για μένα, θα έχει και τους τύπους των ήλων και την νύξη στην πλευρά αυτού. Εάν είναι αυτός που γνώρισε και αγάπησε ο Θωμάς, ακόμα και τώρα θα έχει αυτά τα σημάδια. Και θα δεχθεί να βάλει το χέρι του επί των τύπων των ήλων. Να διαπιστώσει με τις αισθήσεις του αυτό που έπρεπε να νιώσει με την καρδιά του.

Ο Θωμάς, ζητά να αναγνωρίσει τον Θεό Του μέσα από τις αισθήσεις. Θέλει να επιβεβαιώσει αυτό που οι άλλοι είδαν και επίστευσαν, με τα χέρια του. Αλλά, «μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Αυτοί που χωρίς να δουν και χωρίς να ακουμπήσουν τα δάκτυλα τους πάνω σε πληγές, θα πιστέψουν.

Κάθε φορά , αγαπητοί μου αδελφοί, που ο Χριστός ξεπερνά τις κλειστές πόρτες, κάθε φορά που θέλει να μας χαρίσει την ειρήνη Του, θέλει να μας κάνει και αποστόλους Του.

Απόστολους αυτής της ειρήνης. Θέλει να δώσει την δυνατότητα της πίστης και της ελευθερίας. Της άφεσης ή του κρατήματος των αμαρτιών. Αλλά ζητά την πίστη. Ζητά να πιστέψουμε σε Εκείνον μ όλη την δύναμη της ψυχής μας. Χωρίς να ιδούμε. Αλλιώς θα μας οδηγήσει 

μέσα από τον δρόμο των αισθήσεων. Θα αφήσει τον καθένα από εμάς να ακουμπήσει τις πληγές και τα σημάδια των πληγών. Είναι η ζωή χωρίς την «άλλη» πίστη. Εκείνη που ψάχνουμε. Που αναζητάμε αποδείξεις. Που μαθαίνουμε. Τότε όλη μας η ζωή γίνεται αναζήτηση αποδείξεων. Και οι αποδείξεις είναι πληγές. Ψάχνουμε μέσα από τις εμπειρίες μας μερικές φορές μέσα από τα παθήματα μας. Και προχωράμε, με πόνο. Ή με την ψηλάφηση του πόνου του Άλλου. Σε κάθε στιγμή απιστίας ή ολιγοπιστίας μας, ψηλαφούμε στην άκρη των δακτύλων μας τα ίχνη της αγάπης του Θεού. Ζούμε κεκλεισμένων των θυρών, και έρχεται Εκείνος και στέκει «εις το μέσον», πάντα, και ανοίγει διάπλατα την αγκαλιά Του και προσφέρεται ολόκληρος, με τα σημάδια της θυσίας Του.

Μπορούμε να πιστέψουμε χωρίς να δούμε;

Αν όχι , τότε θα ζήσουμε εκείνη την απόσταση από την άκρη των δακτύλων μέχρι τον τύπο των ήλων.

Και από άπιστοι ας γίνουμε πιστοί.



ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ

Εκ του Κατά Ιωάννην

«Εάν μη ίδω εν ταις χερσίν αυτού τον τύπον των ήλων, και βάλω τον δάκτυλον μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείραν μου εις την πλευράν αυτού, ου μη πιστεύσω».

Διότι αδελφοί μου, ο Θωμάς, «ουκ ην μετ’ αυτών, ότε ήλθεν ο Ιησούς».

Είναι ο εαυτός μας που απουσιάζει. Που περιπλανάται και όταν επιστρέφει, θέλει να βάλει το χέρι «εις τον τύπον των ήλων». Για να πιστεύσει. Αυτονομημένος ο άνθρωπος, κτίζοντας σχεδόν πάντα εγωκεντρικά την ύπαρξη του, βιώνει την απουσία από την παρουσία του Κυρίου, και απαιτεί χειροπιαστές αποδείξεις.

Από παντού. Συχνά, αυτός ο εαυτός μας, αυθαίρετα και με αυθάδεια επιχειρεί να βάλει το χέρι του εις τον τύπον των ήλων, και άλλων τραυμάτων. Των συνανθρώπων του. Αντί να δει και να πιστεύσει, χειρονομεί. Ενώ γύρω μας τα πάντα γέμουν χαράς μεγάλης, εμείς συχνά περιμένουμε απαιτητικά, το τόσο λίγο, το τόσο μικρό, όπως ο Τύπος των ήλων. Γιατί δεν βλέπουμε το όλον. Ενώ είμαστε πρόσωπο προς πρόσωπο με τον άλλο, αναζητούμε με το δάκτυλο τύπους, «εν ταις χερσίν» ή «εις την πλευράν» του άλλου. Και χάνουμε την ευκαιρία. Με τους τύπους.

Ενώ παντού απλώνεται και προσφέρεται ο Εσταυρωμένος, εις την θέαν όλων, ενώ θαυμαστά γεγονότα λαμβάνουν χώραν εις την περιορισμένη Ιερουσαλήμ της ζωής μας, εμείς δεν πιστεύουμε. Ενώ άφθονος ο πόνος των άλλων συνανθρώπων μας ή ο φόβος τους εκτίθεται μπροστά μας, εμείς δεν τον αναγνωρίζουμε, ψάχνοντας Τύπους.

Αλλά πάντοτε μετά οκτώ ημέρας μας δίδεται και μια δεύτερη ευκαιρία. Μόνον που αυτό συμβαίνει συνηγμένων των δώδεκα, και προπάντων «Των θυρών κεκλεισμένων».

Πρέπει κάποτε, αδελφοί μου να συγκεντρώσουμε ολόκληρον τον εαυτόν μας, και να κλείσουμε τις πόρτες των αισθήσεων και ψευδαισθήσεων μας και μέσα σε αυτήν την πληρότητα και την ησυχία «έρχεται ο Ιησούς» έτσι όπως το ζητήσαμε, και στέκει εις το μέσον ημών και λέγει: «Ειρήνη ημίν».

Μόνον όμως εάν καταφέρουμε αυτό το «κεκλεισμένων των θυρών» χωρίς τους κοσμικούς και μάταιους περισπασμούς, έστω και για λίγο. Για να μπορέσει εκείνος ο Νους που δεν πίστευε, που αντιδρούσε λογικά στο εμφανές, που ζητούσε από το όλον, τον Τύπον, να ακούσει το «Ειρήνη ημίν». Σαν βασική προϋπόθεση.

Να ειρηνεύσουμε. Ο Κύριος είναι παρών. Σταυρωθείς αλλά αναστάς. Ορατός. Είναι αυτός που μέσα στους αιώνες απλώνει τας χείρας και την 

πλευράν αυτού εις διάθεσιν όλων μας. Για να ζητήσουμε να ιδούμε αυτό που εμείς δώσαμε: Τραύματα από ήλους. Σε Εκείνον αλλά και σε άλλους. Όταν προσπαθήσαμε να τον καθηλώσουμε πάνω σε έναν Σταυρό. Όταν προσπαθήσαμε να τον περιορίσουμε στην επιφάνεια ενός ξύλου. Γιατί αυτό κάνουμε και στον εαυτό μας και στους άλλους. Περιορίζουμε και αυτοπεριοριζόμαστε. Σταυρώνουμε και αυτοσταυρωνόμαστε.

Και ύστερα χάνουμε εντελώς την πίστη μας, έτσι πληγωμένοι. Και ψάχνουμε ο ένας στον άλλο, αλλά και στον ίδιο τον Θεό, τα ίχνη των δικών μας πράξεων, τους τύπους των ήλων. Εάν δω, το γεγονός του πόνου σου, θα πιστέψω. Θα σε πιστέψω. Κι έτσι πονάμε όλοι περισσότερο. Γιατί αυτή η έκθεση, μας κάνει να νιώθουμε μόνοι. Όμως Εκείνος, Μόνος, ο Θεός, μπορεί να εκτίθεται, ολόκληρος και ολοκληρωτικά δικός μας και να λέγει αυτό που εμείς δεν αντέχουμε να πούμε:

«φέρε τον δάκτυλο σου ώδε, και ίδε τας χείρας μου και φέρε την χείραν σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος αλλά πιστός». Απέραντη δύναμη και καλοσύνη. Εμείς συνήθως δεν μπορούμε, ούτε να αγγίξουμε στον άλλο τις πληγές του, και να τον πιστέψουμε. Ή να μας πιστέψει. Όμως ο Θεός το κάνει, «ενώπιον των μαθητών αυτού».

Σε αυτήν την συνάντηση αδελφοί μου, του εσωτερικού μας Θωμά με τον Θεό, ας μην μείνουμε σε ήλους και στους τύπους των ήλων, αλλά με όλη την δύναμη της καρδιάς μας ας αποκριθούμε:

«ο Κύριος μου και ο Θεός μου».

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Ζωοδόχος Πηγή-- Παναγία Πορταϊτισσα.

«Χαίροις η ζωηφόρος Πηγή αενάως αναβλύζουσα χάριτας η βρύσις των ιαμάτων.»  
Η Υπεραγία Θεοτόκος τιμάται σήμερα. Με δύο ονομασίες. Σαν Ζωοδόχος Πηγή και σαν Πορταϊτισσα. Εκείνη που δίδει την Ζωή και Εκείνη που φυλάσσει την Ζωή.
Ας ακούσουμε για λίγο τις λέξεις. Ας αφουγκραστούμε το νόημα και την μουσική τους. Τι είναι η πηγή;
Είναι εκείνη που δέχεται μα και που δίδει.
Δέχεται το νερό, τον όμβρο, την βροχή δηλαδή, φυλάσσει μέσα στον κόρφο της τον υδάτινο πλούτο και έτσι ευεργετικά αποδίδει, αναβλύζει πάνω στο φως το νερό, δροσιά για όλους. Ζωή. Αποδίδει αενάως δίχως να εξαντλείται. Αποδέχεται σαν κόρφος μυστικός. Αποδέχεται με το ιδού η δούλη σου την χάρη του Αγίου Πνεύματος και γίνεται Θεοτόκος. Και Ζωοδόχος.
Πόσο όμορφα ο μελωδός ταυτίζει την Θεοτόκο με το ύδωρ της Πηγής, με Ωκεανό νοητό, με τα ρείθρα του Νείλου. Με την αφθονία και το ανεξάντλητο. Μάνα και Μάννα. Η τρέφουσα και η Τρεφόμενη. Και ιαματική. Προς πάντας. Με την ανεξικακία μίας πηγής, με το αδιάκριτο της βροχής.
Και εκεί, στο μυροβλύζον Όρος της Παναγίας, εις το Άγιον Όρος, όπου οι καρδιές και τα στόματα των μοναχών αενάως, σαν πηγές και κείνοι ακένωτοι δοξάζουν το όνομα Της, εκεί της προσδίδουν άλλη μιαν ονομασία. Με δικό της θέλημα την λένε Πορταϊτισσα.
Εάν το Άγιον Όρος είναι ο Δρόμος, εκείνη είναι η Πόρτα.
Φύλακας μα και δίοδος. Και δείκτης. Λέγει η ίδια η Παναγία. Θα μείνω εδώ, στην θήρα της Μονής των Ιβήρων, φύλακας των ψυχών και των σωμάτων, εσάς των Μοναχών. Φύλακας των ορίων του Αγίου Όρους. Ποτέ δεν θα σας εγκαταλείψω. Μα εάν εγώ λείψω από αυτήν μου την θέση, τότε φύγετε και εσείς, από τα αγιασμένα χώματα.
Σκορπισθείτε όπου γης. Γίνετε εσείς πηγές σωτηρίας.
Βλέπετε τι θα πει Πορταϊτισσα;
Είναι το όριο. Το σύνορο. Ο δείκτης. Η Μάνα. Εισάγει εις σωτηρία και εξάγει εις την ζωή.
Βλέπετε τι θα πει Πηγή;
Ζωοδόχος και ζωοδότης. Μόνο στο Πρόσωπο Της Υπεραγίας Θεοτόκου αυτές οι δύο έννοιες μπορούν να ταυτιστούν. Και δεν γίνεται οι δύο αυτές έννοιες να γιορταστούν σε πιο κατάλληλο χρόνο από την Αναστάσιμο εβδομάδα, στην Διακαινήσιμο.
Στην Καινή εβδομάδα που σαν μια ημέρα, όλη είναι ένα Πάσχα, μια Κυριακή, ένας χρόνος.
Αυτή η εβδομάδα έχει μια θαυμαστή ενότητα. Την ενότητα της όγδοης ημέρας. Της καινής, της καινούργιας της Αναστάσιμης ζωής. Μοιάζει αλληγορικά με την ανακαίνιση που φέρνει η ροή των υδάτων, με την δίοδο που δείχνει η Πόρτα.
Με Το Πάσχα.
Το Πέρασμα.
Από την Αίγυπτο των παθών στη Γη της Επαγγελίας.
Από τον θάνατο στην ζωή.
Από το πεπερασμένο στο αιώνιο.