Η Υπαπαντή του Κυρίου, η συνάντηση
δηλαδή και υποδοχή Του από τον γέροντα Συμεώνα και την προφήτιδα Άννα κατά την
αφιέρωσή Του στον Ναό, σύμφωνα με την ιουδαϊκή παράδοση, σαράντα ημέρες μετά
από τα Χριστούγεννα, αποτελεί μια μεγάλη Θεομητορική και Δεσποτική εορτή που
εορτάζεται στις 2 Φεβρουαρίου. Οι Καταβασίες της Εορτής είναι πoίημα του Αγίου
Κασμά Μελωδού, Επισκόπου Мαιoυμά, και ψάλλονται από τις 15 Ιανουαρίου μέχρι τις
9 Фεβρoυαρίoυ, οπότε και αποδίδεται η εορτή.
Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσομε μια
προσέγγιση των υπερόχων αυτών ύμνων, εμβαθύνοντας στο θεολογικό των
περιεχόμενο, με όχημα την θαυμάσια ελληνική μας γλώσσα, την θεραπαινίδα του
λόγου του Θεού.
Ωδή α’, ήχος γ’
Χέρσον ἀβυσσοτόκον πέδον ἥλιος ἐπεπόλευσέ ποτε ὡσεὶ τεῖχος γὰρ ἐπάγη ἑκατέρωθεν ὕδωρ λαῷ πεζοποντοποροῦντι καὶ θεαρέστως μέλποντι. Ἄσωμεν τῷ Κυρίω ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται.
Απόδοση: Πάνω στον στέρεο και αβυσσαλέο βυθό της
θαλάσσης έριξε κάποτε ο ήλιος τις ακτίνες του· διότι το νερό έγινε στερεό
σαν τείχος δεξιά και αριστερά για τον λαό, που πεζοπορούσε και έψαλλε
θεαρέστως· ας ψάλομε στον Κύριο, διότι έχει δοξαστεί το όνομά του.
Ο ειρμός της α’ ωδής αναφέρεται, όπως και η
παλαιά βιβλική ωδή, στο θαυμαστό γεγονός της μετατροπής της θαλάσσης σε ξηρά
κατά την διάβαση των Ισραηλιτών. Με την λέξη «αβυσσοτόκος» ο υμνογράφος
παρομοιάζει τον βυθό της θαλάσσης με κοιλία μητρός που περισφίγγει σαν βρέφος
το νερό στην αγκαλιά της. Αυτόν τον βυθό τον άγγιξε ο ήλιος μία και μοναδική
φορά με τις ακτίνες του, όταν η θάλασσα σχίσθηκε διά της ράβδου του Μωϋσέως και
έγινε «το ύδωρ αυτής τείχος εκ δεξιών, και τείχος εξ ευωνύμων» προς χάριν του
λαού για την διάσωσή του από τους Αιγυπτίους (Εξ., 14, 22).
Ωδή γ’
Τὸ στερέωμα τῶν ἐπὶ σοὶ πεποιθότων, στερέωσον, Κύριε, τὴν Ἐκκλησίαν, ἣν ἐκτήσω τῷ τιμίῳ σου αἵματι.
Απόδοση: Εσύ που είσαι το στήριγμα αυτών που σε
εμπιστεύονται, στερέωσε, Κύριε, την Εκκλησία, την οποία απέκτησες με το τίμιό
Σου αίμα.
Το περιεχόμενο του παρόντος ειρμού συνδέεται
με την 3η βιβλική ωδή, που είναι αφιερωμένη στην προφήτιδα Άννα. Ακόμη και
λέξεις χρησιμοποιούνται από την παλαιά βιβλική ωδή, όπως «στερέωμα» και
«στερέωσον», από τα λόγια της προφήτιδος: «Εστερεώθη η καρδία μου εν Κυρίω,
υψώθη κέρας μου εν Θεώ μου» (Α’ Βασιλ. β’ 1). Στερέωμα καλείται ο Χριστός,
επειδή σ’ Αυτόν στηρίζομε όλοι τις ελπίδες μας και ζητείται από τον Κύριο να διαφυλάξει
την Εκκλησία, που απέκτησε ο Ίδιος προσφέροντας το τίμιο Αίμα Του. Η τελευταία
αυτή φράση του τροπαρίου παραπέμπει στην προτροπή του Παύλου προς τους
επισκόπους της Εφέσου: «Προσέχετε ούν εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω (…)
ποιμαίνειν την εκκλησίαν του Κυρίου και Θεού, ην περιεποιήσατο διά του ιδίου
αίματος» (Πραξ. κ’ 29).
Ωδή δ’
Ἐκάλυψεν ουρανούς η αρετή σου Χριστέ τῆς κιβωτού γὰρ προελθὼν τοῦ ἁγιάσματός σου, τῆς ἀφθόρου Μητρός, ἐν τῷ ναῷ τῆς δόξης σου ὤφθης ὡς βρέφος, ἀγκαλοφορούμενος, καὶ ἐπληρώθη τὰ πάντα τῆς σῆς αἰνέσεως.
Απόδοση: Εκάλυψε ουρανούς η αρετή σου, Χριστέ· διότι, αφού
προήλθες από την κιβωτό που αγίασες, δηλαδή την άφθορη Μητέρα σου, φάνηκες στον
Ναό της δόξης σου ως βρέφος που το κρατούσαν στην αγκαλιά· και γέμισαν τα πάντα
από την δοξολογία σου.
Για τον ειρμό της δ’ ωδής ο υμνογράφος
δανείζεται τα λόγια του ποιητού της, του προφήτου Αββακούμ,: «εκάλυψεν ουρανούς
η αρετή αυτού, και αινέσεως αυτού πλήρης η γη» (Αββ. γ’ 3). Κατά τον Άγιο
Νικόδημο, η αρετή του Κυρίου είναι τόσο μεγάλη, ώστε σκέπασε τους ουρανούς, τις
δυνάμεις των Αγγέλων, που έφριξαν για το μέγεθος του μυστηρίου της Θείας
Οικονομίας (Αγ. Νικοδήμου, Εορτοδρόμιον, σελ. 217). Η Παναγία ονομάζεται
«κιβωτός του αγιάσματος» από τον ψαλμό του Δαυίδ, «συ και η κιβωτός του
αγιάσματός σου» (Ψαλμ. ρλα’ 8). Όπως η κιβωτός φύλαγε τις πλάκες του νόμου,
έτσι και η Παναγία, ως άλλη κιβωτός, έφερε μέσα της το αγιασμένο από την
θεότητα σώμα του Χριστού. Η λέξη «αγκαλοφορούμενος» σημαίνει είτε ότι το βρέφος
βασταζόταν στην αγκαλιά της Μητρός Του, είτε, το πιθανότερο, ότι τοποθετήθηκε
στην αγκαλιά του δικαίου Συμεώνος. Ο τελευταίος στίχος, «και επληρώθη τα πάντα
της Σης αινέσεως», είναι και πάλι παρμένος από τον προφήτη Αββακούμ: «και
αινέσεως αυτού πλήρης η γη» (ο.π.).
Ωδή ε’
Ὡς εἶδεν Ἡσαΐας συμβολικῶς, ἐν θρόνῳ ἐπηρμένω, Θεόν ὑπ’ Ἀγγέλων δόξης δορυφορούμενον, ὦ τάλας! ἐβόα, ἐγώ πρὸ γὰρ εἶδον σωματούμενον Θεόν, φωτὸς ἀνεσπέρου καὶ ειρήνης δεσπόζοντα.
Απόδοση: Όταν ο Ησαΐας είδε συμβολικά σε θρόνο
υπερυψωμένο τον Θεό, να περιβάλλεται τιμητικά από ενδόξους Αγγέλους, φώναζε· ω,
ο ταλαίπωρος εγώ! διότι προείδα ότι ο Θεός θα πάρει σώμα, αυτός που είναι
Κύριος του ανεσπέρου φωτός και της ειρήνης.
Στον ειρμό της ε’ ωδής ο υμνογράφος
δανείζεται φράσεις από την αντίστοιχη βιβλική ωδή, του προφήτου Ησαΐα.
Αναφέρεται στο όραμα που είδε ο προφήτης, τον Κύριο καθήμενο σε θρόνο
υπερυψωμένο και γύρω Του στέκονταν τα Σεραφείμ, καθ’ ένα από τα οποία έλεγε
προς το άλλο: «άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης
αυτού». Ήταν τόσο μεγάλες οι κραυγές των Αγγέλων, ώστε το γείσο του Ναού
αναπετάχθηκε και όλος ο Ναός γέμισε από καπνό. Ένα Σεραφείμ πήρε με λαβίδα από
το θυσιαστήριο άνθρακα αναμμένο και με αυτό άγγιξε τα χείλη του προφήτου και
είπε: «ιδού ήψατο τούτο των χειλέων σου και αφελεί τας ανομίας σου και τας
αμαρτίας σου περικαθαριεί» (Ησ. στ’ 1-7). Μ’ αυτόν τον τρόπο ο προφήτης Ησαΐας
ξεκίνησε το προφητικό του έργο. Η φράση «συμβολικώς» φανερώνει τους
συμβολισμούς του οράματος. Έτσι, ο υψηλός θρόνος προεικονίζει την Παναγία, την
«υψηλοτέρα ουρανών», η οποία έκανε θρόνο τα σπλάχνα της, για να καθίσει επάνω
της ο Υιός του Θεού. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος ερμηνεύει την φράση του Ησαΐου «προ
γαρ είδον σωματούμενον Θεόν» ως μια μορφή συγκαταβάσεως του Θεού στα ανθρώπινα
μέτρα, καθ’ ότι είναι αδύνατο να δη άνθρωπος γυμνή την θεότητα. Γι’ αυτό ο
Ησαΐας λέει ότι τον είδε καθήμενο. Τέλος ο Θεός εμφανίζεται να δεσπόζει «φωτός
ανεσπέρου και ειρήνης», διότι είναι «φως τα προστάγματά» του (Ησ. κστ’ 9) και
είναι Κύριος τής ειρήνης (Ησ. κστ’12).
Σοφία Μπεκρή φιλόλογος –
θεολόγος, πηγή πεμπτουσία.