Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Κυριακή τετάρτη εκ του κατά Λουκά.

  

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ.


«..Εξήλθεν ο σπείρων του σπείραι τον σπόρον αυτού…».

Υπάρχει μια απίστευτη ομορφιά στις λέξεις αυτές, μια μοναδική, ολόκληρη αλήθεια, μια ενότητα.

Όλα έρχονται από τον Θεό, όλα προ-έρχονται από τον Θεό.

Η κίνηση. Η ενέργεια. Η θέληση.

Είναι ο «σπείρων» αλλά είναι και ο «σπόρος αυτού». Είναι Αυτός που εξέρχεται. Είναι Αυτός που ενεργεί.

Εμείς είμαστε κάτω από αυτήν την ενέργεια, την θέληση, την κίνηση. Είμαστε άλλοτε ένας δρόμος, δίχως όρια, δίχως φύλαξη, ακόμα και τα πετεινά του ουρανού, σκέψεις φευγαλέες, ριπές του ανέμου, κλέβουν τον Λόγο του Θεού από τις καρδιές μας, μας κατατρών σκέψεις, ο νους μας πετάει διασκορπίζεται, ο σπόρος που είναι για εμάς γίνεται τροφή στα πετεινά του ουρανού και του νου μας, φεύγει μακριά.

Εμείς είμαστε σαν την πέτρα, λίγο φυτρώνει, λίγο μας συγκινεί, αλλά, δια το μη έχειν ικμάδα, ξηραίνεται.

Είμαστε, αφήσαμε να γεμίσει η ψυχή μας άκανθες, στοιχεία ξένα, γεμάτη η ζωή μας συνήθειες και έξεις κακές. Συμβιώσεις που μας πνίγουν, παρουσίες που ψηλώνουν δίπλα μας και μέσα μας, ψηλότερα από εμάς τους ίδιους τελικά και όταν ζει μέσα μας ο Λόγος του Θεού, αυτά τα αγκάθια «ζουν» πιο έντονα, μέσα μας, δίπλα μας και μας πνίγουν πια και αποπνίγουν και τον Λόγο του Θεού, τον Λόγο της ύπαρξης μας.

Και όμως…… είμαστε, όταν, χωρίς όλα αυτά, κατά φύσιν γη αγαθή….. Αυτήν τη γη έπλασε ο Θεός και αυτή η γη, καρποφορεί κατά χάριν, καρπόν εκατονταπλασίονα, τόσο πολύ και πολύ…..αυτή την δυνατότητα μας έδωσε……εκατονταπλασίονα….!

Είμαστε γη αγαθή, αδελφοί μου. Αλλά όχι μόνον αυτό, είμαστε αυτοί που έχουν την δυνατότητα να πολλαπλασιάσουμε αυτό που λαμβάνουμε, εκατό φορές πιο πολύ, αυτό είναι το μεγάλο δώρο του Θεού, η μεγάλη μας δυνατότητα. Ο σκοπός μας.

 Είμαστε κι΄ εμείς δημιουργοί. Που δημιουργούμε αυτό που ο Θεός δίνει έτι περισσότερο.

Εξέρχεται η ενέργεια του Θεού και προς τα πάντα και τους πάντες και τον ακούμε και χαιρόμαστε.

Σήμερα, εδώ μέσα, κάθε Κυριακή, χαιρόμαστε αυτόν τον Λόγο.

Ας ακούσουμε, αδελφοί και ας δούμε. Την θέση μας…., πού είμαστε….. πού στεκόμαστε….παρά την οδόν…..; πάνω σε πέτρες και γίναμε και εμείς σαν τις πέτρες; Ρίζες δεν έχουμε; Ποιούς έχουμε δίπλα μας και γύρω μας, ακάνθους που συμπνίγουν την Ζωή μας, μέριμνες για πλούτο, ηδονές του βίου, τίποτα δεν τελεσφορούμε….

Ο Σπείρων όμως, εξήλθε και σήμερα, αδελφοί μου, να σπείρει τον σπόρον Αυτού.

Ο σπόρος αυτός είναι ήδη μέσα στη καρδιά μας…. από πριν…..από καταβολής κόσμου, απ’ όταν μας έφτιαξε ο Θεός, γη αγαθή και καλή.

Κατέχουμε τον σπόρο, ας ακούσουμε και σήμερα τον Λόγο του Θεού με υπομονή….. όπως η γη γύρω μας, αξίζει ο κόπος.

Καλή υπομονή, αδελφοί μου.

 


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Εκ του κατά Λουκά


 «..Εξήλθεν ο σπείρων τον σπόρον αυτού».

Όμως εμάς μας συνάντησε «παρά την οδόν», να περπατάμε σε δρόμους που επιλέξαμε, να έχουμε στόχους, να φανταζόμαστε κάποιαν αφετηρία απ’ όπου ξεκινήσαμε κι ακόμα περισσότερο να φανταζόμαστε ότι έχουμε κάποιον προορισμό, μορφή και σχήμα της δικής μας επίσης φαντασίας. Πάμε προς τα εκεί που μας οδηγούν οι σκέψεις μας….. Αυτές οι σκέψεις μας είναι τα πετεινά του ουρανού που μας κατατρώγουν, που κατατρώγουν, δηλαδή, την ουσία μας, Τον σπόρο, το Λόγο του Θεού που είναι μέσα μας, εκεί όπου Τον έσπερε ο Σπορέας από καταβολής κόσμου.

Αυτές μας οι σκέψεις, οι λογισμοί, όσο βαδίζουμε στο δρόμο που χαράξαμε, μας γεμίζουν…… παράπονα, κρίσεις και κατακρίσεις, μας σκληραίνουν και ο Λόγος Του Θεού ξηραίνεται, από την πέτρα που επιτρέψαμε να σχηματιστεί μέσα μας. Και αφήσαμε, να φυτρώσουν άκανθες, σαν άκανθες, όλες αυτές οι αρνητικές εμπειρίες και τα βιώματα, είναι άκανθες που υπερισχύουν του αγαθού που είμαστε.

Και όλα αυτά, γιατί αντί να είμαστε αγρός, χωράφι εύφορο, πρόσφορο, ορισμένο σταθερά στο σκοπό του, επιλέξαμε εντελώς επιπόλαια, τον δρόμο. Όλο κάπου πάμε, από κάπου ερχόμαστε και συνεχώς προς τα κάπου πάμε, αλλά δεν φθάνουμε. Δρόμος πετρώδης, ακανθώδης δοσμένος σε μια μάταιη κίνηση, ενώ, η γη η ακίνητη, δέχεται, μόνο δέχεται και τον Σπόρο και Τον Σπορέα και εύκολα, ποιεί εκαντοταπλασίονα.

Ας δούμε πού έχουμε σκληρύνει σαν την πέτρα, ας δούμε ποια αγκάθια μας συμπνίγουν, τι και ποιοι μας πνίγουν, εμείς ποιους συμπνίγουμε, πού;

για να βλαστήσει ο σπόρος- Λόγος Του Θεού, μέσα και από μέσα από αυτό που όντως είμαστε: Η γη η αγαθή…..όμως, ας βγούμε έστω και για λίγο από το δρόμο μας,…..των ψευδαισθήσεων των μάταιων σχεδίων……

Αυτό που μας έχει δοθεί, αυτό που έσπειρε ο Σπείρων τον σπόρον Αυτού, είναι σίγουρα…….καλλίτερο.

Καλή Μετά-νοια

 

  

 

 

 

 

 

 

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

Μεγάλο πράγμα η Θεία Λειτουργία!!!

 

 Η Θεία Λειτουργία είναι πραγματικά μια ουράνιος τελεσιουργία επί της γης. Κατά τη διάρκεια της, ο ίδιος ο Κύριος, με τρόπο μυστηριακό, είναι παρών και μένει ανάμεσα στους ανθρώπους. Είναι ο ίδιος αόρατος τελεσιουργός, «προσφέρων και προσφερόμενος». Δεν υπάρχει τίποτε στη γη αγιότερο, υψηλότερο, μεγαλειωδέστερο, επισημότερο, πιο ζωοποιό από τη Θεία Λειτουργία. Ο ναός, κατά το ιδιαίτερο αυτό χρονικό διάστημα, γίνεται επίγειος ουρανός. Οι λειτουργοί εκπροσωπούν τον Χριστό, τους Αγγέλους, τα Χερουβίμ, τα Σεραφείμ και τους Αποστόλους.

Η Θεία Λειτουργία είναι η συνεχώς επαναλαμβανομένη εξύμνησις της αγάπης του Θεού, που δια του Ιησού Χριστού, με τον θάνατό του και την Ανάστασή του, έσωσε και σώζει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος και χωριστά τον καθένα πιστό. Είναι οι γάμοι του Αρνίου, όπου νύμφη είναι η κάθε πιστεύουσα ψυχή και νυμφαγωγός το Άγιο Πνεύμα.

Με τι φροντίδα, με τι καθαρότητα ψυχής, με τι μεταρσίωση πρέπει να συμμετέχουμε στη Θεία Λειτουργία! Έτσι θα είμαστε άξιοι του Νυμφώνος. Έτσι δεν θ ‘ αποβληθούμε απ’ αυτόν.

Αλλά τι συμβαίνει; Υπάρχουν, αλλοίμονο, χριστιανοί που δεν μετέχουν στη Θεία Λειτουργία με τέτοια προετοιμασία. Οι λογισμοί τους δεν μεταρσιώνονται, η καρδιά τους δεν είναι συντετριμμένη. Στέκονται στην εκκλησία χωρίς συναίσθηση του τόπου και της ώρας, απρόσεκτοι, χωρίς καμία συγκέντρωση του νου, χωρίς να έχουν προετοιμασθεί στο σπίτι τους με προσευχή και νηστεία.

Όταν ο Κύριος κατέβηκε στο Όρος Σινά, ο εβραϊκός λαός είχε προσταχθεί να ετοιμασθεί και να εξαγνισθεί. Στη Θεία Λειτουργία, δεν έχουμε γεγονός κατώτερο από την κάθοδο του Θεού στο Όρος Σινά, αλλά ανώτερο. Εδώ, ενώπιον μας, είναι η αληθινή όψις του Νομοθέτου Κυρίου. Όταν ο Θεός εμφανίσθηκε στον Μωυσή, με το θαύμα της φλεγομένης βάτου, στο Όρος Χωρήβ, ο Δίκαιος εκείνος προστάχθηκε να βγάλει τα υποδήματά του. Εδώ, είναι μία μεγαλύτερη θεοφάνεια από ό,τι στο Χωρήβ. Εκεί υπήρχε μόνο ο τύπος, εδώ είναι ο ίδιος ο «Ον».

Ώ, πόσο επιρρεπείς είμαστε στα γήινα! Δεν αφιερώνουμε μία ώρα αποκλειστικά στον Θεό. Κατά τη Θεία Λειτουργία, ο νους μας ρεμβάζει γύρω από τα γήινα. Η ψυχή μας ασχολείται με εικόνες και επιθυμίες για τα γήινα και κάποτε, αλλοίμονο, με αισχρές εικόνες. Οφείλουμε, κατά την ώρα εκείνη, να προσευχόμαστε φλογερά, να μας απασχολεί η έννοια του φρικτού Μυστηρίου. Να μετανοούμε για τα αμαρτήματά μας. Να ζητούμε την άφεση, τον αγιασμό, τη φώτιση, την αναγέννηση της ψυχής μας, την ενίσχυση μας στην άσκηση των αρετών, στην εφαρμογή των θείων εντολών. Οφείλουμε να προσευχόμαστε για τους ζώντας και τους κεκοιμημένους, γιατί η θεία Λειτουργία είναι εξιλαστήριος και ευχαριστιακή θυσία.

Μεγάλο πράγμα η Θεία Λειτουργία! Τελώντας την, αναθυμόμαστε όχι τη ζωή ενός μεγάλου ανθρώπου, αλλά του Σαρκωθέντος θεού, που έπαθε και πέθανε για μας, Ανέστη εκ νεκρών, ανελήφθη στους ουρανούς και μέλλει πάλι να έλθει για να κρίνει ζώντας και νεκρούς.

Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, Η εν Χριστώ ζωή μου, εκδόσεις Παπαδημητρίου.

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Ο Ιησούς και η φύση.

 

Αναφέρουμε συχνά την περικοπή εκείνη του Ευαγγελίου όπου ο Ιησούς μιλάει για τα κρίνα του αγρού. Αυτά που έκαναν να ωχριά η δόξα του Σολομώντος. Ο Ιησούς μας καλεί να θαυμάσουμε την ομορφιά του θείου έργου. Κάτι περισσότερο: μας παρακινεί να πλημμυρίσουμε μ’ εμπιστοσύνη προς τον ουράνιο Πατέρα μας. Σ’ Εκείνον ο οποίος, αφού ντύνει τo χορτάρι της μιας μέρας με τέτοιο τρόπο, πολύ περισσότερο θα φροντίσει για τα παιδιά του, τους ανθρώπους. Μα εδώ έχουμε μόνο μιαν άποψη της σχέσεως του Ιησού προς τη φύση. Και μάλιστα όχι την πιο βαθιά.

Μια συμβολική ερμηνεία της φύσεως δεν εξαντλεί βέβαια τη σημασία της. Είναι αλήθεια ότι η φύση αποτελεί ένα ανοικτό βιβλίο, που με την κάθε λεπτομέρειά του υποβάλλει -με κάποιαν ασάφεια φυσικά- πραγματικότητες της υπερφυσικής ζωής. Κάτι που χαρακτηρίζει το δαιμόνιο του Μεσαίωνος ήταν αυτή ακριβώς η ζωντανή διαίσθηση του συμβολισμού της φύσεως. Αλλά πρέπει να προχωρήσουμε πέρα απ’ αυτόν.

Η φύση είναι προσανατολισμένη. Αποκαλύπτει μια προσπάθεια, μια τάση προς τον Ιησού Χριστό. Ο Ιησούς είναι το νόημα και ο σκοπός κάθε φυσικής εξελίξεως. Είναι η μυστική αιτία, το ενδεικτικό τόξο, η οδηγητική γραμμή των φαινομένων της φύσεως.

«Ἐὰν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται» (Λουκ. 19, 40), λέει ο Ιησούς στους Φαρισαίους που του ζητούσαν να επιτιμήσει τους μαθητάς του. Ο Ιησούς κάνει έναν υπαινιγμό γι’ αυτό που αποτελεί το κύριο λειτούργημα της φύσεως (κατανοητό μόνο από τους πιστούς). Η φύση ψιθυρίζει το όνομα του Ιησού, κράζει προς τον Ιησού, έστω κι αν το προπατορικό αμάρτημα του ανθρώπου είχε επάνω της επιπτώσεις και συνέπειες οδυνηρές. Όλα τα στοιχεία της φύσεως τείνουν προς το Θεάνθρωπο. Η πέτρα και ο βράχος θα δώσουν το μνημείο ενταφιασμού του Σωτήρος. Το νερό θα βρει το ύψιστο νόημά του στο Βάπτισμα που αναγεννά. Οι ελιές θα δώσουν το λάδι που χρίει και θεραπεύει τους αρρώστους με την επίκληση του ονόματος του Ιησού. Τα στάχια του σταριού και τα σταφύλια των αμπελιών θα δώσουν το ψωμί και το κρασί, με τα οποία ο Κύριος θα πραγματοποιήσει το μυστήριο του Σώματος και του Αίματός του. Από το δένδρο θα γίνει το ξύλο του σταυρού. Έτσι η ίδια ορμή, η ίδια κίνηση σπρώχνει προς το Χριστό ολόκληρη την πλάση. Και μαζί της όλον τον ανθρώπινο μόχθο -του θεριστού, του αρτοποιού, του αμπελουργού και των άλλων- που βοηθεί σ’ αυτό το ανέβασμα, σ’ αυτή τη μεταμόρφωση.

 

(Lev Gillet, Ιησούς: Ατενίζοντας τον Σωτήρα, μετάφραση Δημήτριος Τρακατέλλης Επίσκοπος Βρεσθένης, Αθήνα, Δόμος, 2001)

 

 

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

Κυριακή δευτέρα εκ του κατά Λουκά.



«Είπεν ο Κύριος: καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως».
Σ’ αυτήν εδώ την πρόταση, αγαπητοί μου αδελφοί, αποκαλύπτεται ένα πολύ σημαντικό ευαγγελικό νόημα: Της ταύτισης του ατόμου με τον Άλλο.
Της εκκλησιαστικής ενότητας των προσώπων.
Από την εγωκεντρική «ασφάλεια» του ατόμου, στην λυτρωτική σχέση προσώπων. Σχέση που προϋποθέτει να νιώσεις τον άλλον ως εαυτόν και να αρχίσεις να διακρίνεις τις ανάγκες του. Και αυτό είναι εύκολο με τον τρόπο που προτείνει σήμερα το Ευαγγέλιο. Όσο εύκολο είναι να ξέρουμε τι θέλουμε για τον εαυτό μας, άλλο τόσο εύκολο είναι να γνωρίσουμε τις ανάγκες του άλλου. Αρκεί να βγούμε από το εγώ, στο εσύ. Και τότε δεν δανείζουμε μόνον αυτόν από τον οποίο περιμένουμε να λάβουμε, δεν κάνουμε το καλό σε εκείνους που μας κάνουν το καλό, αλλά αποχτούμε την δυνατότητα να αγαπάμε τους εχθρούς μας.
Πως είναι δυνατόν να γίνει αυτό; Μα είναι αυτό που μας δόθηκε στην αρχή του Ευαγγελίου. Να ταυτίσουμε το εγώ μας με το εσύ. Του πλησίον. Και το αποτέλεσμα είναι αυτό που ακούσαμε πιο κάτω:»έσεσθε υιοί του Υψίστου..», γινόμαστε έτσι ένα με τον Θεό, που είναι «χρηστός επί τους αχαρίστους και πονηρούς», αυτό είναι αδελφοί μου όποιος μοιράζει τους συνανθρώπους του σε αμαρτωλούς και αναμάρτητους, σε δικούς και ξένους. Σε αυτούς που δέχεται και σ’ αυτούς που απορρίπτει. Αχάριστος και πονηρός.
Αυτή είναι μια στάση ζωής όμως που προϋποθέτει την πίστη στον Θεό και στην ενεργό Του παρουσία μέσα στο χρόνο. Στην ζωή την εδώ, την οποία εκείνος που έχει πίστη, δεν διαχωρίζει από την άλλη αλλά ζει σε μια συνεχή ενότητα το παρών με το αιώνιο.
Και με αυτήν τη πίστη, αγαπητοί μου αδελφοί, μπορεί ο άνθρωπος να αντέξει να αγαπήσει τον εχθρό του. Βλέποντας συνεχώς πέρα από αυτά που φαίνονται. Για αυτό και ακούμε αυτή τη λέξη «μισθός» «έστε ο μισθός υμών πολύς». Είναι το πνευματικό κέρδος, αυτό που μένει, αυτό που έχει αξία. Πέρα από δανεισμούς και διεκδικήσεις. Είναι μια σημαντική έννοια αυτή του «μισθού» και πρέπει να την έχουμε στο νου μας μόνο μέσα στα πλαίσια της αγάπης του Θεού.
Εάν αποζητάμε συνεχώς την ενότητα μας με τον άλλο και με τον Θεό τότε ο μισθός μας είναι πολύς , γιατί πολύ είναι το έλεος που δείξαμε. Πολύ είναι το έλεος που θα μας δείξουν «μηδέν απελπίζοντες». Γιατί είναι μεγάλη η αξία που έχει ο καθένας από εμάς μέσα στο κόσμο. Είναι μοναδική η θέση μας έτσι που ο καθένας μας να μπορεί να εξισωθεί με το Θεό και σώσει το συνάνθρωπο. Δίνοντας ελπίδα «μηδέν απελπίζοντες».

Ούτε τον αμαρτωλό..ούτε τον εχθρό.    

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Άγιος Διονύσιος ο Αεροπαγίτης.


Η πόλις των Αθηνών μπορεί να καυχιέται για την πληθώρα των αγίων που ανάδειξε στο διάβα των αιώνων. Ιδιαίτερα πρέπει να καυχιέται για τον άγιο Ιερομάρτυρα Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, ο οποίος συγκαταλέγεται στους μεγάλους Πατέρες και Ιεράρχες της Εκκλησίας μας.

Γεννήθηκε στην Αθήνα περί το 10 π. Χ. και καταγόταν από επιφανή αθηναϊκή οικογένεια, η οποία φρόντισε να τον μορφώσει στις μεγάλες φιλοσοφικές σχολές του κλεινού άστεως, η οποία, όπως και ολόκληρη η Ελλάδα, βρισκόταν την εποχή εκείνη υπόδουλη στους Ρωμαίους, αλλά διατηρούσε ακόμη την αίγλη της, έχοντας κάποια προνόμια, με σπουδαιότερο τη λειτουργία του Αρείου Πάγου. Ο Διονύσιος σπούδασε φιλοσοφία και κατέστη επίλεκτο μέλος της αθηναϊκής κοινωνίας. Μάλιστα του δόθηκε η θέση ενός από τους εννέα βουλευτές του Αρείου Πάγου.

Αν και ζούσε σε μια «κατείδωλον» πόλη, όπου η ειδωλολατρία είχε εξαχρειώσει τα ήθη των κατοίκων στην εποχή του, ζούσε με σύνεση και καλλιεργούσε τις έμφυτες αρετές του. Ζούσε σαν Χριστιανός προτού γίνει Χριστιανός. Όλοι τον θαύμαζαν και τον εκτιμούσαν, διότι στην άσκηση των καθηκόντων του απέδιδε δικαιοσύνη.

Περί το 33 μ. Χ. μετέβηκε στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου για ανώτερες μελέτες. Κάποιο ανοιξιάτικο μεσημέρι είδε ξαφνικά τον ήλιο να σβήνει, πυκνό πέπλο σκοταδιού να σκεπάζει όλη τη γη και να συγκλονίζεται από ισχυρό σεισμό. Ο Θεάνθρωπος Λυτρωτής μας έπασχε στην Παλαιστίνη και γι’ αυτό συγκλονιζόταν ολάκερη η δημιουργία. Ο ευσεβής Διονύσιος απόρησε από το υπερφυσικό γεγονός και αναφώνησε: «Ή θεός τις πάσχει, ή το παν απόλλυται»! Μάλιστα σημείωσε τη χρονολογία, την ημέρα και την ώρα που έλαβε χώρα το συγκλονιστικό γεγονός, το οποίο χαράχτηκε βαθιά στην ψυχή του και ζητούσε εξήγηση.

Μετά από την ολοκλήρωση των σπουδών του γύρισε ξανά στην Αθήνα, στη θέση του αρεοπαγίτη, αποδίδοντας δικαιοσύνη. Περί το 49 μ. Χ. ήρθε στην Αθήνα ένας περίεργος φλογερός κήρυκας μιας νέας θρησκείας. Ήταν ο απόστολος Παύλος, ο οποίος κλήθηκε από τους Αθηναίους να αναπτύξει τις «σπερμολογίες» του από το βήμα του Αρείου Πάγου. Εκεί ο μεγάλος απόστολος ανάγγειλε στους Αθηναίους τον «Άγνωστο Θεό» τον Οποίο λάτρευαν, αν και τον αγνοούσαν. Μεταξύ των ακροατών του ήταν και ο αρεοπαγίτης Διονύσιος. Βεβαίως, το άμεσο αποτέλεσμα του υπέροχου εκείνου κηρύγματος, ήταν πενιχρό. Πίστεψαν μόνο ο Διονύσιος, μια γυναίκα η Δάμαρις και μερικοί άλλοι, όπως μας αναφέρει το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων.

Το κήρυγμα του Αποστόλου των Εθνών προξένησε ισχυρή εντύπωση στον ευσεβή Διονύσιο, ο λόγος του Θεού έγινε δεκτός και άρχισε να καρποφορεί στην αγαθή ψυχή του. Κάλεσε λοιπόν τον Παύλο στο σπίτι του όπου ζήτησε να μάθει περισσότερα για την νέα πίστη. Όταν ο Παύλος του διηγήθηκε τα συγκλονιστικά γεγονότα του Θείου Πάθους, θυμήθηκε τα υπερφυσικά γεγονότα που βίωσε στην Αίγυπτο. Βεβαιώθηκε λοιπόν ότι ο Θεός που έπασχε ήταν ο Χριστός, ο μόνος αληθινός Θεός. Αμέσως ζήτησε από τον Παύλο να βαπτισθεί, μαζί με την οικογένειά του. Αυτή η απόφασή του οδήγησε και πολλούς άλλους Αθηναίους να αρνηθούν την ειδωλολατρική θρησκεία και να βαπτιστούν, απαρτίζοντας έτσι την πρώτη εκκλησία των Αθηνών, με πρώτο επίσκοπό της τον άγιο Ιερόθεο, έναν ευσεβέστατο Αθηναίο.

Ο Διονύσιος αφιερώθηκε ψυχή τε και σώματι στην Εκκλησία του Χριστού. Τώρα πλέον οι αρετές που βίωνε δεν ήταν θεωρητικά σχήματα, αλλά ο ευαγγελικός νόμος. Μάλιστα, μετά το θάνατο του αγίου Ιεροθέου οι Αθηναίοι Χριστιανοί απαίτησαν να χειροτονηθεί επίσκοπός τους ο Διονύσιος. Ως επίσκοπος πια της λαμπρής Αθήνας  εργάστηκε με ζήλο για την ανάπτυξη της τοπικής εκκλησίας. Μέσα σε λίγα χρόνια μετέστρεψε πλήθος ειδωλολατρών στη νέα πίστη.

Σύμφωνα με την παράδοση πήγε στα Ιεροσόλυμα να γνωρίσει και να προσκυνήσει την Μητέρα του Κυρίου. Κήρυξε κατόπιν σε πολλές χώρες και κατόπιν γύρισε πάλι στην Αθήνα. Κατά την κοίμηση της Θεοτόκου, αρπάγη και αυτός σε νεφέλη, όπως οι άγιοι απόστολοι και παραβρέθηκε στην κηδεία της.

Αφού ποίμανε για πολλά χρόνια τον επισκοπικό θρόνο των Αθηνών, θεώρησε ότι έπρεπε να συνεχίσει το υπόλοιπο της ζωής του ως ιεραπόστολος. Πήγε στη Δύση και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, έκτισε μια μικρή εκκλησία, όπου την έκαμε κέντρο της ιεραποστολής του. Κήρυττε με θέρμη και ζήλο στους ειδωλολάτρες της περιοχής, όπου πολλοί εγκατέλειπαν τα είδωλα και ασπάζονταν την πίστη στο Χριστό, ιδρύοντας και εδραιώνοντας ισχυρή εκκλησία στην καρδιά της Ευρώπης.

Αλλά τα χρόνια εκείνα βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη οι φοβεροί διωγμοί κατά των Χριστιανών από τους ειδωλολάτρες Ρωμαίους. Χιλιάδες πιστοί συλλαμβάνονταν, βασανίζονταν και θανατώνονταν με τους πλέον φρικτούς και επώδυνους τρόπους. Η δράση του αγίου επισκόπου των Παρισίων έγινε γνωστή στις ρωμαϊκές αρχές, τον κατήγγειλαν οι άθλιοι αδίστακτοι ειδωλολάτρες ιερείς δρυίδες, οι οποίοι συν τοις άλλοις πραγματοποιούσαν χιλιάδες ανθρωποθυσίες κατ’ έτος στους αιμοδιψείς δαιμονικούς «θεούς» τους. Τον κατήγγειλαν στον αυτοκράτορα Δομετιανό (82-96), ότι αρνείται να σεβαστεί τον αυτοκράτορα και να λατρεύσει τους «θεούς» της αυτοκρατορίας, παρακινώντας και τους πολίτες να κάμουν το ίδιο. Συνελήφθη και σύρθηκε δέσμιος στον τοπικό διοικητή, ο οποίος προσπάθησε στην αρχή με κολακείες και στη συνέχεια με φοβέρες να αρνηθεί την πίστη του. Ο Διονύσιος, με πρωτοφανή ηρωισμό και παρρησία στηλίτευσε την ειδωλολατρική του πίστη, η οποία λατρεύει «θεούς» θηριώδεις, κακούργους και ανήθικους.

Μετά τη γενναία απολογία του, αποφασίστηκε η θανατική του καταδίκη. Να αποκεφαλισθεί μαζί με τους ηρωικούς ακολούθους του Ρουστικό και Ελευθέριο. Αλλά αφού έκοψαν την τίμια κεφαλή του έγινε το απροσδόκητο: Ο άγιος ακέφαλος έσκυψε, πήρε στα χέρια του το κεφάλι του και περπάτησε δύο μίλια, γεμίζοντας θαυμασμό τους δημίους του. Συνάντησε μια ευλαβή γυναίκα, ονόματι Κατούλα, στην οποία παρέδωσε την κεφαλή του. Εκείνη φρόντισε για την ταφή του Διονυσίου, καθώς και των άλλων δύο Μαρτύρων, κοντά στο Παρίσι. Η τιμία κάρα του βρίσκεται σήμερα στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου του Αγίου Όρους.

Η Μνήμη του αγίου Διονυσίου, μαζί με τους άλλους δύο Μάρτυρες, εορτάζεται στις 3 Οκτωβρίου.

 

 

 

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Κυριακή πρώτη εκ του κατά Λουκά.

 

«Επιστάτα, δι όλης της νυκτός κοπιάσαντες ουδέν ελάβομεν..»

Πόσο ανθρώπινη είναι αυτή η ομολογία, αγαπητοί μου αδελφοί.

Πόσο κοντινή στη ζωή μας. Στη ζωή όλων μας.

Κόπος και προσπάθεια για τόσα και τόσα και, «ουδέν ελάβομεν».

Ο ένας λόγος που φανερώνεται στη φράση αυτή, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι ότι ήταν νύκτα: «όλης της νυκτός κοπιάσαντες» και ο άλλος ότι ήταν χωρίς Χριστό.

Πάλευαν μόνοι. Μέσα στα κλειστά νερά μιας λίμνης. Το πρωί, όταν χαράζει, μαζί με το φως της ημέρας έρχεται ο Κύριος και προτείνει:

«Επανάγαγε εις το βάθος και χαλάσατε τα δίκτυα υμών εις άγραν». 

Τι όμορφη πρόταση. Πόσο όμορφη αυτή η σκηνή. Γυρίστε πίσω, χαλάστε τα δίχτυα, «εις άγραν».

Ο Θεός Πατέρας, ο Θεός της αγάπης που εμφανίζεται στην κάθε ζωή, στου καθενός μας την ζωή, σε κείνη την δύσκολη ώρα της δια νυκτός πορείας μας, όταν η κόπωση, μερικές φορές το παράπονο, και όχι σπάνια και η απελπισία, γεννά αυτό το «επιάσαμεν ουδέν».

Προσπαθήσαμε αλλά «ουδέν ελάβομεν».

Και ο Χριστός, ευθείς, θα μας δείχνει πάντα την δική του κατεύθυνση, εκείνη την τόσο απλή, αλλά κεκρυμένη από το σκότος της νυκτός,  πορείας, λέγοντας:

«Βγείτε στο βάθος, εκεί που ίσως μέχρι τώρα δεν τολμήσατε και ρίξτε τα δίκτυα σας, αλλά εις άγραν». Δηλαδή, ξέροντας γιατί ψάχνετε. Για να ψαρέψετε.

Πρέπει ο Χριστός να το διευκρινίσει αυτό το «εις άγραν» γιατί,  εμείς οι άνθρωποι, πολύ συχνά κάνουμε κάτι, αγωνιζόμαστε για κάτι, χωρίς να γνωρίζουμε, χωρίς να έχουμε ξεκάθαρο σκοπό. Και είναι και αυτός ένας λόγος για τον οποίον «ουδέν ελάβομεν».

Εδώ, σήμερα, ο Κύριος δείχνει τον τόπο: «εις βάθος». Τι λέει; Ψαρέψτε στα βαθιά. Θέλει τόλμη, αγαπητοί μου αδελφοί, να ψαρέψουμε στα βαθιά. Δηλαδή βαθιά μέσα μας. 

Το δεύτερο που δείχνει σήμερα ο Χριστός, είναι ο σκοπός: «εις άγραν» λέγει. Πρέπει να ξέρουμε γιατί κοπιάζουμε. Και ακούσατε την τόσο όμορφη απάντηση του Μαθητού.

«Επί τω ρήματι σου χαλάσω το δίκτυον». Για σένα. Όλα τα άλλα σαν να τα άκουσε και σαν να μην τα κατάλαβε. Όμως για σένα, για χάρη σου, να χαλάσω τα δίκτυα. 

Ας βάλουμε μέσα στην καρδιά μας αυτήν την απάντηση. Κι αν δεν αντέχουμε το ψάρεμα «στα βαθιά» κι αν ο σκοπός μας δεν ήταν «προς άγραν», για χάρη Του όμως «και τούτο ποιήσαντες, συνέκλεισαν πλήθος ιχθύων πολύ».

Μόνο αυτή η Αγάπη, φθάνει. Αυτή η Αγάπη που φέρνει την υπακοή στον λόγο του Θεού και μπορεί να ανατρέψει όλη την ματαιότητα της ζωής μας, να πάρει το παράπονο του καθενός από εμάς και με μια κίνηση να τα αλλάξει όλα.

Ο Χριστός που μας συναντά κάθε νέο πρωί, εκεί δίπλα στη βάρκα του κόσμου μας, δίπλα στα δίκτυα του προσωπικού μας αγώνα. Και κάνει τα περιορισμένα μας όρια, τον κλειστό μας κόσμο τόσο πλατύ που «διερρήγνυτο δε το δίκτυον αυτών».

Έσπαγαν τα δίκτυα, αγαπητοί μου αδελφοί. Εκεί που δεν είχαν τίποτα, δεν έφταναν τα δίκτυα. Τόσο πλάτυνε ο κόσμος. Και φώναξαν και άλλους και τους διπλανούς να έλθουν και εκείνοι, να μοιραστούν το «πλήθος των ιχθύων» Και τόσο πολύ φορτώθηκαν εκείνοι που για χάρη Του χάλασαν ότι είχαν, που κινδύνευαν να βυθιστούν.

Τόσος πλούτος αδελφοί μου στο Χριστό. Τόσο αλλιώτικα πράγματα που ο Πέτρος, τρόμαξε, είδε τον εαυτόν του και είπε «ανήρ αμαρτωλός ειμί», «έξελθε απ εμού».

Η αγάπη του Χριστού, η αποκάλυψη της δωρεάς έφερε αυτήν την αλλοίωση στο Πέτρο που τον έκαμε να δει έτσι τον εαυτό του.

Η αγάπη αλλάζει Τα πάντα. Τα δίκτυα σχίζονται, βουλιάζουν οι βάρκες. Και πάλιν ο Χριστός, πλαταίνει και πιο πέρα τα όρια. «Μη φοβού, από νυν ανθρώποις έση ζωγρών».

Από τώρα και πέρα θα πιάνεις ανθρώπους. Όλη αυτή η διαδικασία, όλη αυτή η συνάντηση της αγάπης, αυτό το σκοπό είχε. Την σωτηρία. «Μη φοβού». Εσύ για χάρη μου βγήκες στα βαθιά, είδες με τα μάτια σου τις δωρεές μου και μπόρεσες να τις μοιραστείς με άλλους. Απόχτησες τα υλικά που όλη την νύκτα επιθυμούσες. Και τρόμαξες. Τρόμαξες για την τόση αγάπη εκείνου που στα πρόσφερε δωρεάν. Και ένιωσες ανάξιος αυτής της δωρεάς. Χάθηκε το παράπονο, θεραπεύτηκε και τη θέση του πήρε η μετάνοια.

Η καρδιά γέμισε από αγάπη.

Και «νυν ανθρώποις εση ζωγρών».



Κυριακή πρώτη εκ του κατά Λουκά 

«Και καταγαγόντες τα πλοία επί την γην, αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ»

Όμως πριν απ΄αυτό «όλης της νυκτός κοπιάσαντες ουδέν ελάβομεν».

Ο προηγούμενος χρόνος, ένας χρόνος σε σκοτάδι πάνω σε πλοία περιορισμένοι ,με δίκτυα που μας κρατούσαν, δίκτυα προς άγραν προσδοκιών επιθυμιών.

Γύρω μας πάντα η λίμνη με τα στενά της όρια, γύρω μας οι άλλοι, και εκείνοι μέσα στο ίδιο σκοτάδι «προς άγραν» αγρεύοντες και αγρευόμενοι. Μοιάζουμε όλοι με τους Αποστόλους εκείνης της ημέρας, αδελφοί. Φορτωμένοι στα δίχτυα των δικών μας δεσμών και δεσμεύσεων, αρπαγμένοι πάνω σε πλοία που οδηγούμε και μας οδηγούν, φυλακισμένοι στα νερά μιας λίμνης. Όλη τη νύχτα κοπιάζομεν και πιάνομεν ουδέν.

Αλλά, πάντα σε ενεστώτα χρόνο, «εστώς ο Ιησούς παρά την λίμνη Γεννησαρέτ», ο Χριστός στέκει δίπλα, δίπλα στη λίμνη μας, δίπλα στη ζωή μας, δίπλα στα πλοία μας, δίπλα στα δίκτυα μας και πρέπει να κάνουμε ότι έκαμαν και οι αλιείς της διηγήσεως μας «αποβάντες απ΄αυτών, απέπλυναν τα δίκτυα».

Προσέξτε, αδελφοί μου, όταν Τον είδαν οι αλιείς, κατέβηκαν από τα πλοία της μέριμνας και του βιοπορισμού και απέπλυναν τα δίκτυα.

Τα άφησαν στην άκρη, με φροντίδα, με τάξη. Παραμέρισαν για λίγο τη καθημερινότητα, για να ακούσουν το Χριστό. Αυτόν που τους είδε, τους γνώριζε και στάθηκε δίπλα τους. Τον γνώρισαν και εκείνοι.

Και δέχτηκαν το καινούργιο, το νέο και έκαναν αυτό που τους είπε. Έριξαν τα δίκτυα εκεί που τους όρισε και είδαν να γεμίζουν επιτέλους από πλήθος ιχθύων πολύ. Κάλεσαν και άλλους να μοιραστούν αυτό το πλούτο, αυτή τη χαρά, την αποκάλυψη.

Με αυτό τον τρόπο συναντιέται μαζί μας ο Κύριος, αδελφοί.

Στο κόπο μας, στο καθημερινό μας αγώνα και πολλές φορές, χωρίς να το καταλάβουμε, χωρίς καν να τον αναγνωρίσουμε γεμίζει την ζωή μας πλήθος ιχθύων πολλών. Και το πλοίο μας βαραίνει τόσο όσο ώστε βυθίζεσθαι αυτό, από τον πολύ πλούτο, από τη δωρεά, από την αγάπη. Και με αυτό τον καλό τρόπο, αδελφοί μου, ίσως Τον γνωρίσουμε.

Ίσως αναγνωρίσουμε την παρουσία του, την αγάπη του και όπως ο Πέτρος, πέσουμε στα γόνατα και μην αντέχοντας την τόσο αγάπη, τότε θα πούμε «έξελθε απ΄εμού ότι ανήρ αμαρτωλός ειμί Κύριε».

Μέσα σε αυτή τη συνάντηση, έρχεται η αυτογνωσία. Όχι με την τιμωρία, αλλά με τη Δωρεά. Όχι με το φόβο αλλά με τη συμπάθεια.

Όχι από καθέδρας, αλλά εδώ δίπλα μας στο πλοίο και στα δίκτυα, επί τη άγρα των ιχθύων.         

 


Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος


Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και Ευαγγελιστής καταγόταν από τη Βησθαϊδά της Γαλιλαίας. Ήταν ψαράς. Ο Άγιος Ιωάννης ήταν ο αγαπημένος μαθητής τού Χριστού.

Ο Ιωάννης ήταν γιος του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης και νεότερος αδελφός του αποστόλου Ιακώβου. Στην αρχή ήταν μαθητής του Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου και κατόπιν έγινε μαθητής του Κυρίου. Ήταν ένας από τους δώδεκα μαθητές του Χριστού και μάλιστα μαθητής «ον ηγάπα ο Ιησούς» (Ιωαν. ια΄ 20), δηλαδή, τον οποίο αγαπούσε ιδιαίτερα ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Η Εκκλησία του απένειμε την προσωνυμία του Θεολόγου και στην αγιογραφία εικονίζεται με έναν αετό κοντά στο κεφάλι του.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος είναι ο Ευαγγελιστής της αγάπης. Όχι μόνο γιατί αναφέρεται συνεχώς στην αγάπη, αλλά κυρίως γιατί την βίωνε και την εξέφραζε.

Αγαπούσε πολύ τον Διδάσκαλό του. Τον ακολούθησε και στις πιο δύσκολες ώρες της επίγειας ζωής Του.

Όταν οι άλλοι μαθητές ήταν κρυμμένοι «διά τον φόβον των Ιουδαίων», αυτός ήταν παρών στην σύλληψή Του, στην δίκη και στον Γολγοθά, όπου κάτω από τον Σταυρό του εμπιστεύθηκε ο Χριστός την μητέρα Του. Μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο και τον Πέτρο αποτελούσαν την τριάδα τον μαθητών που έλαβε μαζί του ο Χριστός στην ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, στο όρος Θαβώρ, όπου «μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών», καθώς και στην Γεσθημανή, όπου προσευχήθηκε πριν από το πάθος Του.

Ο Ιωάννης είναι ο συγγραφέας του 4ου κατά σειρά Ευαγγελίου στην Καινή Διαθήκη, το θεολογικότερο όλων και θεωρούμενο ως Ευαγγέλιο της αγάπης, καθώς επίσης τριών Καθολικών Επιστολών και της Αποκάλυψης.

 Τη ζωή του κοντά στον Κύριο τη γνωρίζουμε μέσα από τα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης. Ο Ιωάννης συνέχισε έντονα την δράση του και μετά την Ανάληψη του Κυρίου. Αυτός και ο Πέτρος ήταν οι πρώτοι που κήρυξαν μετά την επιφοίτηση του Αγ. Πνεύματος σε όλο τον κόσμο το λόγο του Κυρίου.

Η παράδοση, επίσης, μας λέει ότι ο Ιωάννης κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Μικρά Ασία, και ιδιαίτερα στην Έφεσο, όπου με την προσευχή του κατέστρεψε το ναό της Αρτέμιδος και οδήγησε στο Χριστιανισμό τετρακόσιες χιλιάδες ειδωλολάτρες. Στα χρόνια του αυτοκράτορα Δομετιανού βασανίστηκε και εξορίστηκε στη Πάτμο, όπου έγραψε την Αποκάλυψη.

Ο Ιωάννης έζησε γύρω στα 100 χρόνια (κοιμήθηκε ειρηνικά γύρω στο 105 με 106 μ.Χ.). Εκείνο, όμως, που αξίζει να αναφέρουμε, είναι η φράση που συνεχώς έλεγε στους μαθητές του: «Τεκνία, αγαπάτε αλλήλους» (Ιωαν. ιγ΄ 34), που σημαίνει, παιδιά μου, να αγαπάτε ο ένας τον άλλο. Και όταν οι μαθητές του ρώτησαν γιατί συνεχώς τους λέει την ίδια φράση, αυτός απάντησε «διότι είναι εντολή του Κυρίου, και όταν αυτό μόνο γίνεται, αρκεί».

Κατά την παράδοση, προγνώρισε τον θάνατό του, και παίρνοντας επτά από τους μαθητές του, βγήκε έξω από την πόλη, οπότε του έσκαψαν σε σχήμα σταυρού τον τάφο του, μπήκε μέσα και εκεί παρέδωσε το πνεύμα του.

Οι πιστοί Εφέσιοι μαθαίνοντας τα καθέκαστα, έσπευσαν να του δώσουν τον τελευταίο ασπασμό, αλλ’  όταν άνοιξαν τον τάφο του, είδαν με έκπληξη και συγκίνηση ότι το σκήνωμά του έλειπε, κατά αντιστοιχία με αυτό που συνέβη και στην Παναγία, γι’ αυτό και η Εκκλησία μας θεώρησε ότι και εκείνος μεταστάθηκε, πριν τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, εν σώματι στους ουρανούς.

Η Εκκλησία τιμά τη μετάσταση του αγίου την 26η Σεπτεμβρίου.

 

 

 

 

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης.

 

Για πολύ καιρό ο Γέροντας Σιλουανός ήταν οικονόμος, υπεύθυνος στα εργαστήρια του μοναστηριού. Σ’ αυτά εργάζονταν κυρίως νεαροί Ρώσοι χωρικοί, που συνήθιζαν να έρχονται στο Όρος για ένα ή δύο χρόνια για να κερδίσουν εργαζόμενοι λίγα χρήματα. Κυριολεκτικά, δεκάρα, δεκάρα τα μάζευαν για να γυρίσουν στα χωριά τους με λίγα χρήματα μήπως και μπορέσουν να βοηθήσουν την οικογένεια τους, να κτίσουν κάποια καλύβα ή ν’ αγοράσουν σιτηρά για να αρχίσουν κάποια καλλιέργεια.
Μια μέρα, οι μοναχοί, που ήταν υπεύθυνοι σε άλλα εργαστήρια στο μοναστήρι, ρώτησαν: «Πάτερ Σιλουανέ, πως συμβαίνει οι άνθρωποι που εργάζονται στα δικά σου εργαστήρια να δουλεύουν τόσο καλά αφού ποτέ δεν τους επιβλέπεις, ενώ εμείς ξοδεύουμε τον καιρό μας να τους παρακολουθούμε και παρόλα αυτά εκείνοι διαρκώς προσπαθούν να μας εξαπατήσουν;»

 Ο Γέροντας Σιλουανός απάντησε: «Δεν ξέρω. Μπορώ όμως να σας πω τι κάνω σχετικά μ’ αυτό. Έρχομαι το πρωί στο εργαστήρι, αφού προηγουμένως έχω προσευχηθεί για όλους αυτούς τους ανθρώπους. Έρχομαι με την καρδιά μου γεμάτη στοργή και αγάπη γι’ αυτούς, και όταν μπαίνω στο εργαστήρι, η ψυχή μου κλαίει από αγάπη για όλους αυτούς τους ανθρώπους.

 Κατόπιν δίνω τις δουλειές που θα κάνει ο καθένας όλη τη μέρα και όσο αυτοί εργάζονται εγώ προσεύχομαι γι’ αυτούς. Μπαίνω στο κελί μου και αρχίζω να προσεύχομαι για τον καθένα ατομικά. Στέκομαι μπροστά στο Θεό και λέω: «Ω, Κύριε, θυμήσου το Νικόλαο. Είναι νέος, μόλις είκοσι χρόνων. Άφησε στο χωριό του, τη γυναίκα του, πιο νέα απ’ αυτόν και το πρώτο τους παιδί. Ξέρεις τη δυστυχία που υπάρχει εκεί για ν’ αναγκαστεί να τους αφήσει και να έρθει εδώ. Δεν θα μπορούσαν να ζήσουν με τη δουλειά του στην πατρίδα. Προστάτεψε τους τώρα που αυτός απουσιάζει. Γίνου η ασπίδα τους εναντίον κάθε κακού. Δώσε στον ίδιο θάρρος να αγωνιστεί στη διάρκεια αυτού του χρόνου εδώ και να γυρίσει πίσω, να τους συναντήσει με χαρά και με πολύ θάρρος ν’ αντιμετωπίσει τις δυσκολίες».

Ο Γέροντας Σιλουανός συνέχισε:

 «Στην αρχή προσευχόμουνα με δάκρυα συμπάθειας για το Νικόλαο, τη νεαρή σύζυγο του και το μικρό παιδί τους. Αλλά καθώς συνέχιζα να προσεύχομαι η αίσθηση της θείας Παρουσίας άρχιζε να αυξάνεται μέσα μου και σε κάποια στιγμή αυξήθηκε τόσο ώστε έχασα την αίσθηση του Νικολάου, της συζύγου του, του παιδιού τους, έπαψα να μιλώ για τις ανάγκες του και των συγχωριανών του και αισθανόμουνα μόνο το Θεό. Βυθιζόμουνα στην αίσθηση της θείας Παρουσίας όλο και περισσότερο μέχρις ότου, ξαφνικά, μέσα στο κέντρο αυτής της Παρουσίας, συνάντησα τη θεία αγάπη να κρατάει το Νικόλαο, τη γυναίκα του και το παιδί τους. Τώρα πια προσευχόμουνα με την αγάπη του Θεού για όλους αυτούς, αλλά και πάλι μπήκα πιο βαθιά σ’ αυτή την παρουσία και πάλι βρήκα τη θεία αγάπη».

 «Έτσι περνώ τις μέρες μου», συνέχισε ο Γέροντας, «προσευχόμενος για τον καθένα από αυτούς τους ανθρώπους με τη σειρά για τον ένα μετά τον άλλον. Όταν τελειώσει η μέρα πηγαίνω να τους συναντήσω, τους λέω λίγα λόγια, προσευχόμαστε μαζί και, αυτοί μεν, πάνε να ξεκουραστούν, εγώ δε γυρίζω στο κελί μου να ολοκληρώσω τον κανόνα μου».

Από το βιβλίο: «Μάθε να προσεύχεσαι» Αρχιεπισκόπου Anthony Bloom. Εκδ. Η Έλαφος.

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Ανάγκη για ανθρώπινη επαφή.

 

Όταν οι άνθρωποι πάσχουν από κάποια ψυχική ασθένεια ή από γεροντική άνοια, πολύ συχνά εγκαταλείπονται στην τύχη τους και η κατάστασή τους επιδεινώνεται, διότι παύουν πια να χρησιμοποιούν ό,τι τους έχει απομείνει από τη ζωτικότητα τους, τις νοητικές τους δυνάμεις, την αντίληψή τους.

Έτσι χειροτερεύουν προκαταβολικά, ενώ δεν θα ήταν απαραίτητο να συμβεί αυτό.

Όταν, λοιπόν, κάποιος αρχίζει σταδιακά και χάνει τη μνήμη του, την οξύτητα του πνεύματος του κ.λ.π., πρέπει αυτό ακριβώς να κάνουμε: να καθίσουμε και να του μιλάμε, να επικοινωνούμε όσο το δυνατόν περισσότερο, στο βαθμό των ικανοτήτων που του έχουν απομείνει.

Όχι προσπαθώντας να επαναφέρουμε τον ασθενή σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να επανέλθει, όχι προσπαθώντας να τον πιέσουμε πέρα από τις δυνατότητές του, διότι αυτό φέρνει απελπισία, αλλά να μείνουμε στο δικό του επίπεδο και να χρησιμοποιήσουμε όλες τις δυνατότητες που υπάρχουν για συζήτηση, επαφή, οπτικά ερεθίσματα.

Αυτό είναι το ένα θέμα. Όσο για τους σχιζοφρενείς ή τους ψυχικά πάσχοντες γενικότερα, έχω δύο παραδείγματα που μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση. Όταν εργαζόμουν σε ένα γαλλικό ψυχιατρείο, συνάντησα μια Αμερικανίδα ψυχίατρο με την οποία είχα την ευκαιρία να συζητήσω πάνω στο θέμα της ψυχικής ασθένειας. Και μου είπε την εξής ιστορία: Την εποχή που έκανε την ειδικότητά της είχαν ένα ασθενή, σχιζοφρενή, που τον είχαν βάλει σε απομόνωση.

Ο καθηγητής είπε σε έναν από τους ειδικευόμενους φοιτητές:

“Πήγαινε να καθίσεις με αυτό τον άνθρωπο όσο αντέχουν τα νεύρα σου”.

Ο νέος ρώτησε: “Για πόσες ώρες;”. “Τέσσερις, πέντε ώρες την ημέρα”. “Μα, προς τι;”. “Απλώς κάτσε”.

Και ο νεαρός φοιτητής κάθισε για λίγο, αλλά δεν το άντεξε. Βγήκε και είπε στον καθηγητή του: “Δεν μπορώ”.

Και ο καθηγητής του απάντησε: “Αυτή είναι η μόνη θεραπεία που μπορώ να προσφέρω στον άνθρωπο αυτόν, κι εσύ την αρνείσαι”.

Δοκίμασε λοιπόν ξανά ο φοιτητής, κάθισε για περίπου τρεις εβδομάδες και στο τέλος αυτός ο άνθρωπος που ήταν εντελώς κλεισμένος στον εαυτό του γύρισε και του μίλησε.

Είχα κι εγώ την ίδια εμπειρία, πάλι στη Γαλλία, με κάποιον ασθενή που βρισκόταν για αρκετές βδομάδες στο νοσοκομείο χωρίς να ανταποκρίνεται σε τίποτε, ερωτήσεις, προτροπές κ.λ.π.

Παρέμενε βουβός. Και είπα στον επικεφαλή:

“Θα σε πείραζε αν απλώς καθόμουν μαζί του;”. Σήκωσε τους ώμους αδιάφορα, θα το έκανα την ημέρα της αργίας μου κι έτσι δεν τον ένοιαζε.

Κάθισα, λοιπόν, και τον κοίταζα αυτόν τον άνδρα, κι αυτός καθόταν επίσης και κοιταζόμασταν.

Έκατσα εκεί κάπου 10 ώρες -είμαι, ξέρετε, υπομονετικός άνθρωπος!- και μετά, στο τέλος της δέκατης ώρας, ξαφνικά είπε:

“Και γιατί κάθεσαι εδώ;”.

Του είπα: “Γιατί μου αρέσει να κάθομαι μαζί σου”. “Και γιατί;”, ρώτησε, και συνέχισε, κι αυτό ήταν η αρχή της θεραπείας του.

Δεν θέλω να πω ότι μπορεί κανείς να θεραπεύσει τους σχιζοφρενείς καθισμένος με τις ώρες δίπλα τους, δεν είμαι τόσο αφελής.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ίσως να επιβραδυνόταν η πνευματική και συναισθηματική κατάπτωση πάρα πολλών ανθρώπων, αν καθόταν κάποιος μαζί τους, αντί να θεωρούμε ότι, εφόσον έχουν τροφή, καθαριότητα και τις βασικές φροντίδες, έχουν και όλα όσα χρειάζονται.

Όχι! Χρειάζονται ανθρώπινη επαφή, χρειάζονται ανθρωπισμό.

Κι έτσι είναι. Όταν ένας άνθρωπος δεν φαίνεται ότι μπορεί να επικοινωνήσει καθόλου, αν καθίσεις και του κρατήσεις το χέρι, θα του έχεις προσφέρει κάτι. Τα άτομα αυτά δεν μπορούν να σου πουν αν τους αρέσει ή όχι.

Αλλά θα υπάρξει μια στιγμή που θα αντιδράσουν και τότε θα ξέρεις ότι δεν έχασες τον χρόνο σου με το να κάθεσαι κοντά τους.

Κι αν αναλογιστούμε τον χρόνο που σπαταλούμε έτσι κι αλλιώς, γιατί να μην τον σπαταλήσουμε με θετικό τρόπο, γιατί να μην κάνουμε τις άχρηστες σκέψεις ή και τις χρήσιμες σκέψεις μας καθισμένοι δίπλα σε κάποιον που χρειάζεται τη φυσική μας παρουσία, παρά να κάνουμε το ίδιο σε μια πολυθρόνα, κοιτώντας μια συσκευή τηλεόρασης την οποία ούτε καν προσέχουμε;

Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ

“Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις”, εκδ. “Πορφύρα”,

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

Κυριακή μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού.

 

Είπεν ο Κύριος: «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν, και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτο μοι...»

«Όστις θέλει» λοιπόν. Ένας Θεός ελεύθερος, που προσκαλεί ελεύθερα, όποιον θέλει, να ακολουθήσει εκεί όπου ο ίδιος, Πρώτος, υπάγει.

«Οπίσω μου», μας λέγει. Ανάμεσα στους ανθρώπους, στους παραλυτικούς, τους τυφλούς και τους δαιμονισμένους. Σε εκείνους που πεινούν, που διψούν, στους δυνατούς και τους αδυνάτους.

Οπίσω Του, όπου εκείνος περπάτησε ήδη, εκεί που χάρηκε, εκεί που δάκρυσε, εκεί που ησύχασε τη θάλασσα, που προσευχήθηκε μέχρι δακρύων. Στον κήπο των Ελαιών και εκούσια στο δρόμο προς το Γολγοθά.

«Οπίσω μου», θα πει όλα αυτά.

Να αγγίξεις το χέρι του λεπρού, εκείνου που φοβάσαι, να μοιραστείς το ψωμί του τελώνη και να φύγεις έχοντας πάντα δίπλα σου μία πόρνη.

Να υπάρξεις χωρίς φόβο. Χωρίς τους περιορισμούς του Εγώ, με αγάπη.

Να σηκώσεις έτσι το Σταυρό σου, τον Σταυρό Του. Να απαρνηθείς τον εαυτό σου, να ταυτιστείς με το Θεό.

Να χάσεις! Αυτή είναι η τρέλα του Σταυρού.

Να δεχθείς να χάσεις! Την ψυχή σου, την έννοια του κέρδους, να κινηθείς δίχως όφελος. Ατομικό.

Όλα χάνονται στο δρόμο του Σταυρού. Και όλοι. Γιατί όλα, πρέπει να ξαναγίνουν. Να ξανακτιστούν. Εκεί που κερδίσαμε τον κόσμο όλον, εκούσια να τον χάσουμε. Για να τον αναγνωρίσουμε. Δια του Σταυρού.

Σταυρός είναι η απάρνηση του εγώ. Είναι η Σταύρωση, εκούσιος χωρισμός από την ύλη, από την προσκόλληση στο μάταιο, από την εγωκεντρική στάση ζωής.

Σταυρός είναι η ελευθερία να αγαπάς όσους δεν σε αγαπούν. Είναι μία συνεχής χαρά για την αναπνοή που αναπνέεις, για το νερό που δροσίζει τα χείλη σου, για κάποιον που συνάντησες και τον ένοιωσες δικό σου.

Κερδίζεις τον κόσμο όλο και δεν έχεις τίποτα. Γιατί δεν ανήκεις πουθενά. Πουθενά η ψυχή σου δεν νοιώθει ανάπαυση. Μόνο τότε που ο Σταυρός σε οδηγεί στην ελευθερία, μόνο τότε κατέχεις τα πάντα.

Και μέσα σε αυτόν τον πλούτο, της ελευθερίας, γνωρίζεις Εκείνον που ακολούθησες. Γνωρίζεις Εκείνον που πήγαινε πάντοτε μπροστά σου, και που πρώτος σε είχε αναγνωρίσει. Αναγνωρίζεις Εκείνον που έζησε πριν από σένα, αυτά που ζεις εσύ τώρα, γιατί Θεός ων, έγινε άνθρωπος και έλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, πλην της αμαρτίας. Γι' αυτό και ο δικός του Σταυρός, έγινε ο πρώτος Τίμιος Σταυρός.

 Σταυρώθηκε ο αναμάρτητος,

Εκείνος που μόνο αγάπησε, και συν-χώρεσε όλους.

Αυτό μας το χαρίζει. Μας χαρίζει δηλαδή, τον Εαυτό του ολόκληρο.

Σταυρωμένο και αναστημένο.

Θεό και άνθρωπο.

Μας χαρίζει το «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν ...» Όποιος θέλει όμως, να πάρει το Σταυρό του, και να ακολουθήσει ΧΡΙΣΤΟΝ !

 


ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΗ

 

«Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν, και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι».

«Όστις θέλει».

Ο σταυρός του Χριστού είναι για όποιον θέλει. Για όποιον θέλει να απαρνηθεί τον εαυτόν του. Τι να απαρνηθεί δηλαδή; Όπως λέει πιο κάτω ο Ευαγγελιστής, να χάσει την ψυχή του. Για να την σώσει. Δύσκολο νόημα «να χάσει την ψυχή του»; Ναι, αλλά, «ένεκεν εμού», «και του Ευαγγελίου».

Στην σημερινή ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου αδελφοί, στην Κυριακή μετά την Ύψωση συμπυκνώνεται θα λέγαμε ολόκληρο το νόημα του Σταυρού για τον ίδιο τον άνθρωπο.

«απαρνησάσθω εαυτόν».

Να αρνηθεί δηλαδή, με την ίδια του την θέληση τον εαυτό. Μάλλον όχι να αρνηθεί, αλλά να απαρνηθεί.

Διπλό το νόημα της ελευθερίας. Της προσωπικής επιλογής. Για αυτό, αυτό το μήνυμα έχει τον αρχικό, τόσο σημαντικό ορισμό: όστις θέλει.

Ο άνθρωπος που θέλει να σηκώσει τον σταυρό του Χριστού, πρέπει να βρει την δύναμη, εκουσίως, να τα χάσει όλα. Αυτό πρέπει να γίνει μέσα στην ίδια του την ψυχή, και με τέτοια ένταση που να ανατρέψει ολόκληρο τον εγωκεντρικό τρόπο ύπαρξης της «φυσικής» ύπαρξης, που να γίνει το φυσικά αδύνατον. Αυτό που με τόσο περίεργο, «παράλογο», τρόπο εκφράζει το σημερινό Ευαγγέλιο.

Θα σώσει την ψυχή του, όποιος την χάσει.

Θα μπορέσει να με ακολουθήσει όποιος απαρνηθεί τον εαυτόν του. Όποιος βγει από τα στενά όρια της εγωκεντρικής ζωής, θα κατανοήσει την ζωή του Σταυρού. Γιατί;

«Τι γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδίσει τον κόσμον όλον και ζημιωθεί την ψυχήν αυτού;» Ακούμε τώρα τον αντίποδα της ζωής του Σταυρού. Να κερδίσεις τον κόσμο όλον. Εάν ζεις και κινείσαι εκτός Χριστού, μπορείς να κερδίσεις και τον κόσμο όλον. Αλλά, παρόλα αυτά, τελικά να ζημιώσεις την ψυχή σου. Το αθάνατο κομμάτι. Δίνεται δηλαδή ένας ξεκάθαρος ορισμός της σωτηρίας της ψυχής για όποιον θέλει. Απάρνηση. Σταυρός. Συνταύτιση με τον Χριστό.

Και έτσι, ελεύθερα, έτσι, μέσα σ αυτήν την ελευθερία και ο Χριστός ταυτίζεται μαζί μας. Και μας ζητά να απομακρυνθούμε όχι μόνο από την εγωκεντρική ύπαρξη, αλλά και από

«την γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι…».

Μιλήσαμε, αγαπητοί αδελφοί, και την περασμένη Κυριακή, για την θέση του Σταυρού. Σήμερα, κατά κάποιο τρόπο ολοκληρώνεται αυτό το νόημα.

Η θέση. Του Σταυρού:

Ζούμε μέσα στο «φυσικό» εγώ, αλλά με δική μας θέληση, μπορούμε να το απαρνηθούμε, για να μπορέσουμε να ομολογήσουμε Χριστό. Ζούμε μέσα στην γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι, αλλά δεν ντρεπόμαστε να ομολογήσουμε Χριστό. Και με την απώλεια της ίδιας μας της ψυχής, με την απώλεια ολόκληρου του κόσμου, ένεκεν του ευαγγελίου, θα γνωρίσουμε την ελευθερία.

Της όντως ζωής. Της εν Χριστώ, εν Σταυρώ ζωής.

Εκείνης της ζωής, που θα ζήσουν κάποιοι «των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γέυσονται θανάτου έως αν ίδωσι την βασιλεία του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει».

Προσέξατε, αδελφοί. Το ευαγγέλιο γνωρίζει έναν χρόνο. «των ώδε εστηκότων».

Μιλά για εμάς όλους.