Τετάρτη 24 Ιουλίου 2024

Το θαύμα της Αγίας Μαγδαληνής στον Άγγελο Σικελιανό.

 

Στην ιερά Μονή της Σιμωνόπετρας, του Αγίου Όρους, φυλάσσεται το ιερό λείψανο του αριστερού χεριού της Αγίας Μυροφόρου και Ισαποστόλου Μαρίας της Μαγδαληνής. Το χέρι είναι άφθαρτο, με όλο του το δέρμα και τους τένοντες. Διατηρείται σε φυσική θερμοκρασία ζωντανού σώματος και ευωδιάζει. Μάλιστα, εξαιτίας των θαυμάτων της, η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή θεωρείται και δεύτερος κτήτορας της ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας.

Αρκετοί είναι αυτοί που γνωρίζουν το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού «Μαγδαληνή», που κλείνει με τους παρακάτω στίχους:

«Μαγδαληνή́, Μαγδαληνή́, του πόθου μέγα αστέρι σε μοναστήρι ανέβασες κ’ εμένανε πιστό, γιά νά φιλήσω λείψανο τοο ατίμητό Σου χέρι·κ ήταν ακόμα, ως πίθωσα τά χείλια μου, ζεστό́!»

Λίγοι όμως είναι αυτοί που γνωρίζουν από που τους εμπνεύστηκε ο μεγάλος ποιητής.

Η ιστορία είναι η εξής:

Τον Νοέμβριο τού 1914, ο νεαρός Άγγελος Σικελιανός επισκέπτεται το Άγιον Όρος. Ήταν τότε μόλις 30 ετών και βρισκόταν σε μία περίοδο έντονης αναζήτησης.

Μαζί του είχε τον Νίκο Καζαντζάκη.

Σαράντα μέρες περιπλανήθηκαν ως προσκυνητές στα μονοπάτια του Άθωνα και επισκέφθηκαν τα μοναστήρια και τις σκήτες του, αφήνοντας και οι δύο και γραπτές τις έντονες εντυπώσεις από την πνευματική αυτήν περιπλάνηση.

Σε αυτό το ταξίδι «πάλεψαν» με τον Θεό, αλλά τουλάχιστον στην περίπτωση του Καζαντζάκη, φαίνεται ότι στο τέλος νίκησε το εγώ του. Δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τον εαυτό του και προτίμησε την αυτοθέωση από την αληθινή θέωση. Ανακήρυξε τον εαυτό του Θεό, αντί να φτάσει στον Θεό.

Ανάμεσα στα μοναστήρια που επισκέφθηκαν τότε ήταν και η Σιμωνόπετρα.

Ανέβηκαν από το μονοπάτι του Αρσανά.

Όταν έφτασαν στο μοναστήρι, ο Σικελιανός «θα συναντηθεί» με την Αγία Μαγδαληνή.

Η συνάντησή του χαράχθηκε πολύ βαθιά μέσα του.

Όταν ασπάστηκε το άφθαρτο χέρι της, που φυλάσσεται στην μονή, θα το αισθανθεί θερμό.

Πρόκειται για φαινόμενο που παρατηρούν συχνά άνθρωποι που προσκυνούν το λείψανο της αγίας.

Η κατάπληξη του Σικελιανού ήταν τόσο μεγάλη, που θα ασπαστεί το χέρι της αγίας τρεις φορές!

Στη συνέχεια θα αποτυπώσει την θαυμαστή αυτή εμπειρία, που τον συγκλόνισε, σε στίχους:

«κ ήταν ακόμα, ως πίθωσα τα χείλια μου, ζεστό́!»

Και την 1η Σεπτεμβρίου του 1915 θα γράψει στο ημερολόγιό του, αναπολώντας αυτήν την στιγμή:

Στης Σιμωνόπετρας

«Το έβγα μας στον  αρσανά. Θάλασσα·

ο αφρός φαίνεται άξαφνα ζεστός, σα να καίει μια  αγαλλίαση ζωής.
Και θυμούμαι άξαφνα το ζεστό χέρι της Μαγδαληνής, στη Σιμωνόπετρα.
Ο ανήφορος στη Σιμωνόπετρα.

 Η δάφνη δεξιά ζερβά βλαστομανάει  απίστευτα·

δαφνοπόταμος.

 Δίπλα τρέχει λαγκαδιά που τα ξερόδεντρα τυλίγουν άφθονα οι κισσοί.

 Το κύμα  ακούεται κάτου, κι  πάνου το νερό.

Δάσος δαφνών βαΐα

Απάνου καλεί ένα σήμαντρο χαρούμενο, τρεμάμενο

σα γεράκι που ζυγιάζεται στο γκρεμό και φέρνει κύκλους.

Μη τον ξεχνάς αυτόν τον δρόμο· τη θεία θέρμη της Μαγδαληνής. Όλο το σώμα νικητήριο μέσ᾿ π᾿ τα άγια».

 Μέσα από την θέρμη του χεριού της αγίας ο Σικελιανός βίωσε την αγάπη της για τον Χριστό, που νίκησε και αυτό τον θάνατο

Άγγελος Σικελιανός (Πάσχα των Ελλήνων, «Μαγδαληνή», Λυρικός Βίος).

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2024

Η Προσευχή του Ιησού.


Η προσευχή του Ιησού είναι για μένα το πιο πολύτιμο και γλυκύ πράγμα στον κόσμο. 

“Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν.”

Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέγει: «Όταν το Άγιο Πνεύμα κατοικήσει μέσα στον άνθρωπο, ο άνθρωπος δεν σταματά να προσεύχεται επειδή το Πνεύμα θα προσεύχεται συνεχώς μέσα του. Τότε, ούτε όταν κοιμάται ούτε όταν είναι ξύπνιος θα αποκοπεί η προσευχή από την ψυχή του μα όταν τρώγει κι όταν πίνει, όταν ξαπλώνει ή όταν εργάζεται, ακόμα κι όταν κοιμάται βαθιά η ευωδία της προσευχής θα εισπνέεται μέσα στην καρδιά του από μόνη της.»

Οι Ορθόδοξοι πιστεύουν ότι η δύναμη του Θεού βρίσκεται στο Όνομα του Ιησού έτσι ώστε η επίκληση αυτού του θείου ονόματος ενεργεί σαν ένα αποτελεσματικό σημάδι της ενέργειας του Θεού, σαν ένα είδος μυστηρίου»  «Το όνομα του Ιησού, όταν βρίσκεται στην καρδιά του ανθρώπου, συνδέει την καρδιά με τη δύναμη της θέωσης… Λάμποντας μέσα από την καρδιά το φως του ονόματος του Ιησού, φωτίζει όλον το Σύμπαν»

Σ’ εκείνους που την επαναλαμβάνουν συνεχώς όπως και σ’ εκείνους που την χρησιμοποιούν σε μερικές στιγμές, η προσευχή του Ιησού αποδεικνύεται μεγάλη πηγή διαβεβαίωσης και χαράς.

«Να πως προχωρώ τώρα και επαναλαμβάνω συνέχεια την προσευχή του Ιησού η οποία είναι για μένα το πιο πολύτιμο και γλυκύ πράγμα στον κόσμο.
Κάποτε περπατώ 43 η 44 μίλια την μέρα και νοιώθω ότι δεν περπατώ καθόλου. Έχω μόνο την συναίσθηση ότι λέγω την «ευχή». Όταν με διαπερνά το τσουχτερό κρύο αρχίζω και λέγω την ευχή με πιο πολύ ζήλο και σύντομα ζεσταίνομαι όλος. Όταν η πείνα με καταβάλλει καλώ πιο συχνά το όνομα του Ιησού και ξεχνάω την επιθυμία μου για φαγητό. Όταν πέσω άρρωστος με ρευματισμούς στην ράχη και στα πόδια συγκεντρώνω τις σκέψεις μου στην «ευχή» και δεν νοιώθω τον πόνο. Αν κάποιος μου κάνει κακό, το μόνο που έχω είναι να σκεφτώ πόσο γλυκιά είναι η προσευχή του Ιησού, και το τραύμα κι ο θυμός περνούν μακριά και τα ξεχνάω όλα…
Ευχαριστώ το Θεό που μπορώ και καταλαβαίνω τώρα το νόημα της περικοπής του Αποστόλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθαι»

Μητροπολίτη Διοκλείας Καλλίστου Γουέαρ

Α’ απόσπασμα από το βιβλίο “Ορθόδοξη Εκκλησία” 



 

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2024

Εγώ ειμί η οδός.

 

Ο άνθρωπος είναι σε όλα αχόρταγος. Θέλει να απολαύσει πολλά, χωρίς να μπορεί να τα προφτάσει όλα. Και γι’ αυτό βασανίζεται. Όποιος, όμως, φτάσει σε μια κατάσταση, που να ευχαριστιέται με τα λίγα, και να μη θέλει πολλά έστω και κι αν μπορεί να τα αποκτήσει , εκείνος λοιπόν είναι ευτυχισμένος.

Οι άνθρωποι δεν βρίσκουν πουθενά ευτυχία, γιατί επιχειρούν να ζήσουν χωρίς τον εαυτό τους. Αλλά όποιος χάσει τον εαυτό του, έχει χάσει την ευτυχία. Ευτυχία δεν είναι το ζάλισμα, που δίνουν οι πολυμέριμνες ηδονές και απολαύσεις, αλλά η ειρήνη της ψυχής και η σιωπηλή αγαλλίαση της καρδιάς. Γι’ αυτό είπε ο Χριστός: «Ουκ έρχεται η βασιλεία του Θεού μετά παρατηρήσεως : ουδέ ερούσιν, ιδού ώδε, ή ιδού εκεί. Ιδού γαρ η βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί».

Ξέρω καλά, τι είναι η ζωή που ζούνε οι λεγόμενοι κοσμικοί άνθρωποι. Οι άνθρωποι, δηλαδή, πού διασκεδάζουνε, που ταξιδεύουνε, που ξεγελιούνται με λογής- λογής θεάματα, με ασημαντολογίες, με σκάνδαλα, με τις διάφορες ματαιότητες. Όλα αυτά, από μακριά φαντάζουνε για κάποιο πράγμα σπουδαίο και ζηλευτό! Από κοντά, όμως, απορείς για την φτώχεια που έχουνε, και το πόσο κούφιοι είναι οι άνθρωποι που ξεγελιούνται με αυτά τα γιατροσόφια της ευτυχίας. Βλέπεις δυστυχισμένους ανθρώπους, που κάνουνε τον ευτυχισμένο! Κατάδικους, που κάνουνε τον ελεύθερο! Άδειοι από κάθε ουσία! Τρισδυστυχισμένοι! Πεθαμένη η ψυχή τους! Και γι’ αυτό ανύπαρκτη και η «ευτυχία», τους! Τελείως αποξενωμένοι από την Βασιλεία του Θεού! Αλλά πώς να γίνει ψωμί, σαν δεν υπάρχει προζύμι; Και πώς να μην είναι όλα άνοστα, αφού δεν υπάρχει αλάτι;

 Μη φοβάσαι, αδελφέ μου, να μείνεις μοναχός με τον εαυτό σου! Μη καταγίνεσαι ολοένα με χίλια πράγματα, για να τον ξεχάσεις! Γιατί όποιος έχασε τον εαυτό του, κάθεται με ίσκιους και με φαντάσματα μέσα στην έρημο του θανάτου.

Αγάπησε τον Χριστό και το Ευαγγέλιο, περισσότερο από τις πεθαμένες σοφίες των ανθρώπων. Περισσότερο από κάθε τιμή και δόξα ετούτου του κόσμου.

Και μοναχά ΄τότε, θα χαίρεσαι σε κάθε ώρα της ζωής σου. Κανένας δρόμος δεν βγάζει στην ειρήνη της καρδιάς, παρά μόνο ο Χριστός, που σε καλεί πονετικά και που σου λέγει: «Εγώ ειμί η οδός».

 

Φώτης Κόντογλου Από το βιβλίο «ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΝΘΗ», εκδ. Παπαδημητρίου.

 

 

 

 

Γέροντα Παΐσιε πώς θα σωθώ με τόσα πάθη που έχω;

 

– Γέροντα, πώς θα σωθώ με τόσα πάθη που έχω;

– Με την αγάπη και την ταπείνωση. Μόλις αυξηθούν αυτές οι δύο αρετές, η υπερηφάνεια και η κακία θα μείνουν ατροφικές και τα πάθη θα αρχίσουν να ψυχορραγούν.  Έτσι όλα τα πάθη σιγά-σιγά θα αφανισθούν και όλες οι άλλες αρετές θα έρθουν μόνες τους. Για αυτό στρέψε όλες τις δυνάμεις σου στην αγάπη και στην ταπείνωση.

Η αληθινή αγάπη είναι αγκαλιασμένη με την ταπείνωση σαν δύο αδέλφια δίδυμα, πολύ αγαπημένα. Η αγάπη δεν χωρίζει από την ταπείνωση. Μέσα στην αγάπη βρίσκεις την ταπείνωση και μέσα στην ταπείνωση βρίσκεις την αγάπη.
Για μένα όλη η βάση στην πνευματική ζωή είναι η αγάπη και η ταπείνωση. Όπου υπάρχει αγάπη, κατοικεί ο Χριστός, η Αγάπη, και, όπου υπάρχει ταπείνωση, την Χάρη του Θεού την πιάνει το ενοικιοστάσιο. Τότε παντού βασιλεύει ο Θεός και η γη μεταβάλλεται σε Παράδεισο. Ενώ, όπου λείπει η αγάπη και η ταπείνωση, εκεί κατοικεί το ταγκαλάκι, ο εχθρός, και ζουν από εδώ οι άνθρωποι μαζί του την κόλαση και συνέχεια χειροτερεύουν την θέση τους στην άλλη ζωή.

 Ο ευκολότερος δρόμος για να σωθούμε είναι η αγάπη και η ταπείνωση· για αυτά θα κριθούμε. Αυτές οι δύο αρετές συγκινούν και κάμπτουν τον Θεό και ανεβάζουν το πλάσμα Του στον Ουρανό. Από τα διακριτικά αυτά – την ταπείνωση και την αγάπη – ξεχωρίζουν οι άγιοι Άγγελοι τα παιδιά του Θεού, τα παίρνουν με αγάπη, τα περνούν άφοβα από τα εναέρια τελώνια και τα ανεβάζουν στον φιλόστοργο Πατέρα Θεό.

****

Γέροντα, όταν μια ψυχή αγωνίζεται χρόνια και δεν βλέπει πρόοδο, τί συμβαίνει;

Όταν δεν βλέπουμε πρόοδο στον αγώνα μας, σημαίνει ότι δεν έχουμε εγρήγορση ότι ο Θεός δεν επιτρέπει να προχωρήσουμε περισσότερο, για να μην υπερηφανευθούμε και βλαφθούμε.

Γέροντα, όπως βλέπω τον εαυτό μου, κάθε μέρα γίνομαι χειρότερη, τί θα γίνει;

-Κοίταξε, ευλογημένη, υπάρχουν τρία στάδια.

Στο πρώτο στάδιο, ο Θεός δίνει καραμέλες και σοκολάτες, γιατί βλέπει την ανάγκη και την αδυναμία της ψυχής.

Στο δεύτερο, παίρνει λίγο την Χάρη Του για παιδαγωγία, για να καταλάβει ο άνθρωπος ότι χωρίς την βοήθειά Του δεν μπορεί να κάνει το παραμικρό, ώστε να ταπεινωθεί και να αισθανθεί την ανάγκη να καταφύγει σ’ Αυτόν.

Και το τρίτο στάδιο είναι μια μόνιμη και σταθερή καλή πνευματική κατάσταση. Εσύ βρίσκεσαι ανάμεσα στο δεύτερο και τρίτο στάδιο. Προχωράς λίγο, μετά ξεχνάς την αδυναμία σου, παίρνει ο Χριστός την Χάρη Του, απογυμνώνεσαι από την θεία Χάρη, βλέπεις ξανά την αδυναμία σου και συνέρχεσαι. Αν μου έλεγες ότι, όσο προχωράς, είσαι καλύτερα, θα φοβόμουν, γιατί θα έβλεπα ότι έχεις υπερηφάνεια. Τώρα όμως που λες ότι όλο και πιο χάλια βλέπεις τον εαυτό σου, εγώ χαίρομαι, γιατί βλέπω ότι είσαι καλά. Μη φοβάσαι. Όσο προχωράει κανείς, τόσο περισσότερο βλέπει τις ελλείψεις του και τις ατέλειές του και αυτό είναι πρόοδος.


Αγου Παϊσου του Αγιορετου  Λγοι Ε. ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ.

Τρίτη 9 Ιουλίου 2024

Η δίψα για το Θεό χρωματίζει τη ζωή μας ολόκληρη.

 

Η δίψα μου για τον Θεόν ήταν περισσότερο ουσιώδης απ’ ότι οι άλλες πτυχές της επίγειας υπάρξεως μου…

Η ψυχή μου ‘’ξηράνθηκε’’ μέσα στη ματαιότητα του κόσμου αυτού και έχω ανάγκη «ύδατος ζώντος» εκπορευομένου από τον Δημιουργό μου και «αλλομένου εις ζωήν αιώνιον».

..Αγωνιζόμουν να ανοίξω στον Θεό όλο μου το εαυτό, μέχρι τέλους. Προσευχόμουν σε Αυτόν, να μη με απορρίψει από το Πρόσωπό Του… Η ανάγκη μου να θεραπευθώ με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος του Αγίου ήταν όμοια με την ανάγκη ενός νεαρού άνδρα που αχόρταγα ελκύεται στην ζωή, αλλά θανατώνεται χωρίς έλεος από κάποια ασθένεια.

Η συνείδησις της πτωχείας μου ήταν βαθιά,…

Γενικά τίποτε δεν επεδίωκα εκείνο τον καιρό σε αυτό το κόσμο, διότι όλη η ύπαρξη μου στρεφόταν προς τον Θεό, ενώπιον του Οποίου τόσο βαριά αμάρτησα. Αυτοκατάκριτος, ζούσα νοερά στον Άδη. Μόνον κάποιες στιγμές θλιβόμουν από την αντιπάθεια μερικών από τους πατέρες και αδελφούς της Μονής, ή για τη συμπεριφορά κάποιων πρεσβυτέρων και νεότερων μοναχών απέναντί μου, γενικά όμως ήμουν βαθιά αδιάφορος για την θέση μου στον αιώνα αυτό. Ζήλια δεν γνώριζα. Δεν υπήρχε για μένα κάποια κοινωνική ή ακόμη και ιεραρχική θέση, που θα μπορούσε να σβήσει το πυρ, που έκαιγε την ψυχή μου. Ήταν δυνατόν η παρουσία του πυρός αυτού μέσα μου να προκαλούσε τον ερεθισμό κάποιων εναντίον μου. Μήπως εξαιτίας του πυρός αυτού μέσα μου η συμπεριφορά μου δεν ήταν τελείως συνηθισμένη για τους ανθρώπους; Ποιος ξέρει; Είχα μόνο την ανάγκη να λάβω με όλη μου τη δύναμη συγχώρηση από τον Θεό, και δεν πρόσεχα τίποτε άλλο.

Αρκετές φορές αξιώθηκα της θεωρίας του Θείου Φωτός. Με τύλιγε τρυφερά και γέμιζα υπερκόσμια αγάπη. Η όραση του Φωτός είναι οπωσδήποτε ενωμένη με τη χάρη που μας ανασταίνεικαι η εγκατάλειψη της γης σε τέτοια κατάσταση είναι ευλογία. Γνωρίζουμε από τον βίο του Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ ότι ο όσιος απεβίωσε σε καιρό προσευχής: Η ψυχή του εγκατέλειψε το σώμα, πριν ακόμη αυτό νεκρωθεί – κρατούσε στο χέρι ένα αναμμένο κερί. «Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος των Οσίων Αυτού» (Ψαλμ. 115,6). Δεν έπρεπε άραγε να εγκαταλείπουμε όλοι μας με τέτοιο θάνατο την παρούσα ζωή;

 Ώ, η θαυμαστή αυτή δωρεά της προσευχής!

Πάτερ Αγαθέ, ίασαι με …· ανακαίνισον με …

Πάτερ Άγιε, όλον με αγίασον: και νουν και καρδίαν και αυτό το σώμα μου

Ήμαρτον ενώπιον Σου, και νυν αποθνήσκω μακράν Σου

Δέξαι με κατά το πλήθος της ευσπλαγχνίας και του ελέους Σου.

Στον χριστιανό είναι φυσική η δίψα να ομοιωθεί προς τον Κύριον: να περιβάλει τον κόσμο με αγάπη, όπως Εκείνος τον αγκαλιάζει όμοια με τον Χριστόν, να μην έχει εχθρούς, δηλαδή να είναι ελεύθερος από τον Άδη του μίσους προς οιονδήποτε, σύμφωνα με την εντολή Του: «Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς, όπως γένησθε υιοί του Πατρός υμών του εν ουρανοίς» (Ματθ. 5,44-45).

Το περιεχόμενο της ζωής του ανθρώπου που προσεύχεται με ένταση μοιάζει με απέραντο ωκεανό «ζώντος ύδατος».

Ελκυόμαστε προς Αυτόν ταλαιπωρούμενοι από τη δίψα να ενωθούμε με Αυτόν αιωνίως. Αυτός δε ο Ίδιος μας περιμένει με αγάπη. Η δίψα του Θεού χαρακτηρίζει ακατάπαυστα την επίγεια ύπαρξη μας· με αυτή σκεπτόμαστε και να πεθάνουμε. Ο Ίδιος ο Χριστός πεθαίνοντας πάνω στον σταυρού φώναξε: «Διψώ» (Ιωάν. 19,28). Αυτός και «πεινούσε» (Ματθ. 21,18) και διψούσε και «συνείχετο» (πρβλ. Λουκ. 12,50), για να γνωρίσουμε τον Πατέρα. Και εμείς ταλαιπωρούμαστε πάνω στη γη και θλιβόμαστε από το εφιαλτικό και αδιάλειπτο θέαμα των βιαιοτήτων, των φόνων, του μίσους· διψούμε να έλθουμε προς τον Πατέρα και επικαλούμαστε το Όνομα του Μονογενούς Υιού Του: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον ημάς».

 

 Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ ο Αθωνίτης, Περί Προσευχής.