Για την Ορθοδοξία, η Μητέρα του Θεού είναι
κατ’ εξοχήν ένα σημείο και μια έκφραση χαράς. Στη Θεία Λειτουργία του
Μεγάλου Βασιλείου ψάλλουμε Επὶ σοι χαίρει, Κεχαριτωμένη, πάσα η κτίσις», ενώ στον Ακάθιστο Ύμνο «Χαίρε πασών γενεών ευφροσύνη», στην δε εικονογραφία προσδιορίζεται με τίτλους όπως «Των Θλιβομένων η Χαρά», «Ἡ Πάντων Χαρά» ή η «Απροσδόκητος Χαρά». Η ίδια αίσθηση της χαράς της Μαρίας διαπνέει και ολόκληρη την εορτή της 21ης Νοεμβρίου. Τα κείμενα της ημέρας επανειλημμένως αναφέρονται στη χαρά του Ιωακείμ και της Άννας, στη χαρά του Ζαχαρία,
στη χαρά των νεανίδων της εόρτιας πομπής… Χαίρουν και τα Άγια των Αγίων: «Τα των Ἁγίων Άγια αγάλλονται», κυρίως όμως χαίρει η ίδια η
Παρθένος. Εδώ η υμνογραφία δανείζεται τα ωραία λόγια του Πρωτευαγγελίου: «Ο
ιερεύς την υποδέχτηκε και την ασπάστηκε και την ευλόγησε… Και ο Κύριος την
χαρίτωσε και εκείνη έκανε κινήσεις με τα πόδια της σαν να χόρευε». Η Μαρία,
λένε οι ύμνοι της εορτής, «Χαίρει εισερχομένη εν τω Ναώ», «Και σώματι και πνεύματι ἔχαιρε», «περιχορεύουσα εις θεία σκηνώματα». Και τη χαρά που γεύεται την μοιράζεται μ’ εμάς: Αυτή είναι «η πάντων χαρά» και «χαράς του κόσμου η πρόξενος». Καθώς δε εισέρχεται, «Ἀγγέλων τα τάγματα και των βροτών η πληθύς» βοούν και λέγουν: «εν τω Ναώ εισάγεται η χαρὰ και η λύτρωσις».
Η μοναδική κλήση της Μαρίας, όπως τονίζεται,
δεν αρχίζει μόνο κατά τον Ευαγγελισμό, αλλά είναι η «προ των αιώνων
προορισθείσα Μητέρα» και «προορισθείσα Παντάνασσα». Το δοξαστικό του εσπερινού
μας προσκαλεί να υμνήσουμε την «προεκλεχθείσαν εκ πασών των γενεών εις
κατοικητήριον του Παντάνακτος Χριστού». Έχει προορισθεί και επιλεγεί από τον
Θεό, πριν ακόμη από την δημιουργία του κόσμου, όλη δε η Παλαιά Διαθήκη Αυτήν
υποδεικνύει…
Από την πρώιμη παιδική της ηλικία, ο Θεός την
προετοίμασε για το προορισμένο γι’ Αυτήν έργο· ο εγκλεισμός της στον Ναό υπήρξε
μέρος αυτής της προετοιμασίας. Όπως της λέει, σε ένα από τα Απόστιχα του
Εσπερινού, η μητέρα Της η Άννα, «Είσελθε εις τα άδυτα, και γνώθι μυστήρια, και
ετοιμάζου γενέσθαι του Ιησού οικητήριον, τερπνόν και ωραίον…».
…Η Μαρία πέρασε στον Ναό ως χρόνο
προπαρασκευής, κατά τον οποίο ετοιμάστηκε για το μελλοντικό Της έργο ως
Θεοτόκου. Αλλά, θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε, ποια συγκεκριμένη μορφή
πήρε αυτή η προετοιμασία; Προετοιμάσθηκε, απαντά ο Παλαμάς, αποκτώντας το
εσωτερικό εκείνο βάθος το οποίο επιδαψιλεύει η σιωπή. Ο Παλαμάς τη βλέπει ως
τη μεγαλύτερη ησυχάστρια, Εκείνη η οποία επέτυχε περισσότερο από
οποιονδήποτε άλλον την αληθινή ησυχία ή σιωπή της καρδιάς. Εισερχόμενη
στον Ναό, διέκοψε όλους τους δεσμούς με τα εγκόσμια και γήινα πράγματα,
παραιτούμενη από τον κόσμο «Θεώ ζώσα μόνῳ, Θεώ βλεπομένη μόνῳ»· επέλεξε την κεκρυμμένη βιοτή, την αόρατη για τα μάτια των έξω, μια «ζωή ησυχίας». Κατοικούσε στα Άγια των Αγίων και η ζωή Της
έμοιαζε με τη ζωή των ερημιτών και των ασκητών που κατοικούν εν «ὄρεσι και σπηλαίοις και ταις ὀπαῖς της γης» (Εβρ.
11:38). Η περίοδος που έζησε στον Ναό ήταν έτσι μια εμπειρία «ερήμου», μια
προτύπωση του μοναχισμού. Εκεί έμαθε να υποτάσσει τον «ηγεμόνα νουν» στον Θεό, ζώντας
«την κατ᾿ αγγέλους πολιτείαν», επιτυγχάνοντας
την θεωρία και ασκώντας την αδιάλειπτη προσευχή: «συνήψε τον νοῦν τη προς εαυτόν στροφή και προσοχή και τη αδιαλείπτῳ θείᾳ προσευχή». Μεταμορφούμενη από το θείο φως, είδε τον άκτιστο Θεό να αντανακλάται στο κάτοπτρο της καθαρότητος της καρδιάς Της. Και τα μέσα της προσβάσεώς της σε όλα αυτά τα μυστήρια της εσωτερικής προσευχής ήταν ακριβώς η ησυχία:
«Την ἱερὰν ησυχίαν ευρίσκει χειραγωγόν· ησυχίαν την νου και κόσμου στάσιν, την λήθην των κάτω, την μύησιν των άνω, την των νοημάτων ἐπὶ το κρείττον απόθεσιν· αύτη πράξις ως αληθώς επίβασις της ως αληθῶς θεωρίας ἢ θεοπτίας. {…} Μόνη γαρ απάντων, εξ ούτω πάνυ παιδὸς υπερφυώς ησυχάσασα {…} καινὴν και απόρρητον οδόν εις ουρανούς ἐδείματο την, ἵν᾿ ούτως είπω, νοητὴν σιγήν».
Ησυχία η σιωπή της καρδιάς δεν είναι
ουσιαστικά τίποτε άλλο παρά μια στάση προσεκτικής ακρόασης. «Σχολάσατε και γνώτε ότι εγώ εἰμι ο Θεός» (Ψαλμ.
45:10): η φράση του Ψαλμωδού συγκεφαλαιώνει την ουσία της σιωπής. Όταν σιωπώ εν προσευχή σημαίνει ότι αφουγκράζομαι τον Θεό…
. «Η σιωπή είναι παρουσία», θα πει ο
George Bernanos, «στην καρδιά της βρίσκεται ο Θεός». Εάν θεωρηθεί
έτσι, η σιωπή δεν είναι κενό αλλά πλήρωμα, δεν είναι απουσία λόγου, αλλά
επίγνωση της αμεσότητος του Θεού.
Σιωπή είναι προσμονή του Θεού. Και στα Ευαγγέλια η Μαρία απεικονίζεται
ακριβώς ως εκείνη η οποία ακροάται: Εκείνη η οποία άκουσε το λόγο του Θεού κατά
τον Ευαγγελισμό (Λουκ. 1:38, 11:28), Εκείνη η οποία «συνετήρη τα ρήματα ταύτα,
συμβάλλουσα εν τη καρδία αυτής» (Λουκ. 2:19, 2:51), Εκείνη η οποία είπε στους
υπηρέτες κατά τον εκ Κανά γάμο να ακούουν τον Υιό της (Ιω. 2:5). Η Μαρία του
Γρηγορίου Παλαμά, η Μαρία η ησυχάστρια εντός του Ναού, τελικά δεν αποδεικνύεται
τόσο διαφορετική από την Μαρία του κατά Λουκάν Ευαγγελίου, η οποία ακροάται τον
Θεό με ταπεινή και επαγρυπνούσα σιωπή. Αυτό λοιπόν είναι το συμβολικό της
εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου στον Ναό, μας μιλά για τη χαρά: Ο
Χριστιανισμός, μας υπενθυμίζει, ήρθε στον κόσμο ως άγγελμα «χαράς μεγάλης»
(Λουκ. 2:10) κι αν αυτή τη μεγάλη χαρά δεν τη νιώθουμε μέσα μας, τότε δεν
είμαστε αληθινοί Χριστιανοί. Ωστόσο, σ’ ένα βαθύτερο επίπεδο, μας μιλά για
τη δημιουργική σιωπή. «Να κατανοείς δια της ησυχίας», λέει ο Dag
Hammarskjöld, «να ενεργείς δια της ησυχίας, να κατακτάς εν ησυχία». Αυτό
ακριβώς είναι το μάθημα που έχουμε να μάθουμε από την παρούσα εορτή.
Η Μαρία είναι η ανθρώπινη εικόνα και το
παράδειγμά μας. Μέσα απ’ όσα έκανε με τη σιωπή της -αυτή τη σιωπή που η ιστορία
των παιδικών της χρόνων στον Ναό προβάλλει ενώπιον μας συμβολικά- αποτελεί
πρότυπο και έμπνευση για όλους μας.
Μητροπολίτης
Κάλλιστος Ware, «Το έσχατο
μυστήριο: Κείμενα για την Υπεραγία Θεοτόκο, Η σιωπή της Μαρίας, Τα Εισόδια της
Θεοτόκου,» 1η έκδ., Αθήνα, Εν πλω, 2016.