Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

Κυριακή δεκάτη τετάρτη εκ του κατά Λουκά.

 

Στο τυφλό της σημερινής παραβολής, αγαπητοί μου αδελφοί, φαίνεται πως ενώ τα υλικά του μάτια ήταν κλειστά, τα μάτια της ψυχής του όμως, ήταν γεμάτα φως.

Όταν ένιωσε την παρουσία του Χριστού,

 «εβόησε λέγων: Ιησού υιέ Δαυίδ, ελέησον με».

«Και οι προάγωντες επετίμων αυτώ, ίνα σιωπήσει».

«αυτός δε πολλώ μάλλων έκραζε. Υιέ Δαυίδ ελέησον με».

Ο τυφλός της παραβολής μας είχε αντιληφθεί ποιος ήταν εμπρός του. Για αυτό δεν επαιτούσε χρήματα, αλλά ίνα αναβλέψει. Κάποια άγνωστη σε μας πορεία είχε κάνει την καρδιά του ανθρώπου αυτού τέτοια που να αναγνωρίσει τον Χριστό και με όλη την δύναμη της ψυχής του να ζητήσει ίνα αναβλέψει.

Η τυφλότης, η πτωχεία, η εγκατάλειψη είναι τα κύρια στοιχεία που μας περιγράφονται σήμερα, αλλά η ένταση του «πολλώ μάλλον έκραζε» μας αφοπλίζει. Πως μπορεί να βλέπουν εκείνοι που δεν βλέπουν και οι «προάγοντες» να εθελοτυφλούν;

Και εάν μέσα σε αυτόν τον συσκοτισμό μας, σε αυτήν την τυφλότητα μας συναντηθούμε με το φως, μπορεί, είναι πιθανόν, ο περίγυρος να μας επιτιμήσει, να μας ζητήσει να σιωπήσουμε. Ίσως και η δική μας λογική να συμπράξει.

Εάν όμως βρεθούμε σε αυτήν την κατάσταση του τυφλού, εκούσια ή ακούσια, «παρά την οδόν» και προσαιτώντες, ίσως αδελφοί μου, μέσα σε αυτήν την πτωχεία, πιο εύκολα να ξεκαθαρίσουμε τα αιτήματα μας. Και ίσως, δεν ζητήσουμε πράγματα υλικά, αλλά στην ερώτηση του Χριστού: «τι σοι θέλεις ποιήσω;» να απαντήσουμε το:

«ίνα αναβλέψω».

Μα αυτή η συνάντηση, αδελφοί μου, όπως και τόσες άλλες συναντήσεις του Ευαγγελίου, έγινε έξω από τα όρια της πόλης, στην άκρη του δρόμου, ανάμεσα στον Χριστό και σε έναν άνθρωπο πονεμένο. Με μιαν σημαντική έλλειψη: Τυφλός.

Πόσο μπορούν οι αισθήσεις μας, αντί να μας βοηθούν, να μας σκοτίζουν; Πόσο μπορεί ο κόσμος μας, η Ιεριχώ με τα τείχη της και η κάθε Ιεριχώ να μας συνθλίβει και να μας επιτιμά να σιωπήσουμε; Πως γίνεται τελικά όλα αυτά να κάνουν την ζωή μας πολύπλοκη και τελικά να χάνουμε την συνάντηση με τον Χριστό; Να διαπορευόμεθα και να παρερχόμεθα ανίδεοι και αδαείς;

Και να κερδίζει ο Τυφλός και ο επαίτης. Και να μας διδάσκει.

Ο κάθε τυφλός και ο κάθε επαίτης:

«Η  πίστις σου σέσωκέ σε». 

Αυτό το τόσο απλό που όμως είχε βασιστεί σε εσωτερικό πλούτο, σε κάποια άγνωστη σε μας ελευθερία, σε μια φιλία με το φως εκείνου που το είχε στερηθεί , υλικά.

«Και παραχρήμα» λοιπόν «ανέβλεψε».

Αυτή είναι η δύναμη του Θεού. Αυτές είναι οι αλλαγές που γίνονται «παραχρήμα», σαν ευλογία.

Με την χάρη του Θεού.

Με την δύναμη της πίστης.

Και κάνουν την ζωή, δοξολογία.

«Και πας ο λαός ιδών, έδωκεν αίνον τω Θεώ»

Προχωρούμε, αδελφοί μου, στην πορεία της ζωής μας, βλέποντας και πολλές φορές μη βλέποντας.

Αλλά ο Μεγάλος Θεός, εγγίζει με την Ενανθρώπιση Του, την Ιεριχώ της ζωής μας, τα όρια της αδυναμίας μας και πάντα ρωτά:

«Τι σοι θέλεις ποιήσω;»

Η έτοιμη καρδιά, θα απαντήσει:

«Ίνα αναβλέψω».

Και θα σωθεί παραχρήμα.

Αμήν.

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2024

Κυριακή δεκάτη τρίτη εκ του κατά Λουκά


«Ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητος μου..»
Ο άνθρωπος της σημερινής παραβολής, αγαπητοί μου αδελφοί, δεν είχε κανένα λόγο να αναζητάει Χριστό. Πλήρης από τις αρετές του, τις οποίες φύλαξε εκ νεότητος του, «προσήλθε τω Ιησού πειράζων αυτόν και λέγων..» Προσήλθε «πειράζων», με τη σιγουριά εκείνων που νομίζουν ότι έχουν τα πάντα. Ακόμα και τον Θεό, ανάμεσα στα αποκτήματα τους. Με τη σιγουριά και σκληροκαρδία που δίνει στον άνθρωπο, η μοναξιά, η μοναξιά της έλλειψης του κάθε πόνου. Έτσι, ένα του απομένει. Ένα τον απασχολεί ακόμη:
«Τι ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;»
Όλα στο πρώτο πρόσωπο. Όλα τα αιτήματα, για τον εαυτό. Τι θα κάνω για να κληρονομήσω την αιώνιο ζωή. Και μέσα σε αυτήν την σιγουριά, βέβαια, δεν αναγνωρίζει τον Θεό.
Και δεν του αποκαλύπτεται ούτε και Εκείνος.
«Τι με λέγεις αγαθόν; Ουδείς αγαθός ειμή εις ο Θεός».
Και ο άνθρωπος που τα έχει όλα, θα πάρει την απάντηση, έτσι ακριβώς όπως έθεσε ο ίδιος το ερώτημα:
 «έτι εν σοι λείπει»
Μόνο ένα του λείπει ακόμα: Όλα όσα έχεις, πώλησον και δώστα στους πτωχούς και θα βρεις έτσι θησαυρό στους ουρανούς. Όλα όσα έχεις…και όπως είπαμε, ο άνθρωπος της παραβολής μας είχε τα πάντα. Εκ νεότητος του. Και ένα του έλειπε: να χάσει τα πάντα.
Αγαπητοί μου αδελφοί, κάθε συνάντηση με τον Θεό, για τον καθένα από εμάς, είναι ένα μέτρημα: Τι έχουμε , τι κατέχουμε και ποια είναι η αξία που έχουν αυτά όλα στην καρδιά μας. Αν φυλάξαμε, όλες τις εντολές, ένα λείπει ακόμα, να τα δώσουμε όλα και να ακολουθήσουμε Χριστό. Χωρίς τίποτα άλλο. Να αφήσουμε στους φτωχούς τα πάντα.
Ένα λείπει, λοιπόν…μα δεν είναι ένα, τελικά. Αφού όλα αυτά έχουν γίνει μία «περι-ουσία» για εμάς, τέτοια που όπως στον άνθρωπο της παραβολής, αν θα κληθούμε να τα αφήσουμε, θα γίνουμε «περίλυποι».
Αν φυλάξαμε τις εντολές, τι μας λείπει; Τι φέρνει στην καρδιά μας λοιπόν, αυτό το συναίσθημα της λύπης; Από τι δεν μπορούμε να αποχωριστούμε;
Απέναντι στέκει ο ίδιος ο Θεός που λέγει το «εν σοι λείπει».
Και στον καθένα μας, ένα μας λείπει. Μα αν προχωρήσουμε, αν κάνουμε αυτό το βήμα, αυτό που τόσο μας τρομάζει, τότε θα βρούμε τον θησαυρό. Στους ουρανούς.
Πόσο σπουδαίο είναι το σημερινό μήνυμα, αγαπητοί μου αδελφοί.
Αλλού λοιπόν είναι ο θησαυρός.
Κι όχι σε αυτά που εμείς νομίζουμε.
Η ύπαρξη μας ταυτίζεται με τα εδώ. Πλησιάζουμε το Θεό με αιτήματα που έχουν να κάνουν με τα εδώ. «Τι ποιήσω» αναρωτιόμαστε συνεχώς. Κάθε πρωί που ξυπνάμε, τι θα κάνουμε σήμερα; Τι θα κάνουμε για όλα αυτά που ίσως δεν έχουν και πολύ αξία; Ενώ, ένα, μας λείπει. Αλλά αυτό το ένα κι όταν ακόμα το υποψιαζόμαστε, μας φέρνει λύπη.
Περίλυποι γινόμαστε.
Γιατί δεν έχει να κάνει, αυτό το ένα με αυτά, τα πάντα που κάναμε, αλλά με εκείνο που δεν έχουμε κάνει ακόμα, το:
«δεύρο ακολούθει μοι» είναι που τα ανατρέπει όλα. Αυτό το «δεύρο ακολούθει μοι» ας το εξετάσουμε ο καθ’ ένας ξεχωριστά. Ας δούμε ο καθ’ ένας ξεχωριστά που είναι ο θησαυρός του, τι κατέχει εκ νεότητος και δεν αποχωρίζεται. Και μέσα σε αυτήν την συνάντηση με τον εαυτό και τον Θεό, τον αγαθό Θεό, θα πούμε σίγουρα κι εμείς εκείνο το:
«και τις δύναται σωθήναι;», ποιος μπορεί να σωθεί; Τόσο θα τρομάξουμε, τόσο αδύναμοι θα νιώσουμε παρά τα όποια πλούτη ή τις όποιες αρετές μας.
Είδατε πόσο σίγουρος προσήλθε στην αρχή της παραβολής εκείνος ο άνθρωπος που νόμιζε ότι είχε τα πάντα. Και πόσο αδύναμοι αισθάνονται στο τέλος όλοι όσοι ανακαλύπτουν μέσα από το διάλογο με την Αλήθεια, την Αλήθεια.
Αυτό είναι τελικά το μεγάλο όφελος, αδελφοί μου, της παρουσίας μας εδώ. Να συναντιόμαστε, να εκκλησιαζόμαστε, με την αλήθεια. Και από την φόρα και τη σιγουριά που ο άνεμος του κόσμου μας δίνει, να φτάνουμε στο «τις δύναται σωθήναι» εκείνων που άκουσαν τελικά.
Ένα λοιπόν ακόμα μας λείπει. Για αυτό λυπούμαστε. Ένα.
Ας το αναζητήσουμε

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2024

Γιατί δεν εκκλησιάζεσαι;


Λίγοι είναι εκείνοι που έρχονται στην εκκλησία. Τι θλιβερό! Στους χορούς και στις διασκεδάσεις τρέχουμε πρόθυμα. Τις ανοησίες των τραγουδιστών τις ακούμε με ευχαρίστηση. Τις αισχρολογίες των ηθοποιών τις απολαμβάνουμε για ώρες, δίχως να βαριόμαστε. Και μόνο όταν μιλάει ο Θεός, χασμουριόμαστε, ξυνόμαστε και ζαλιζόμαστε. Μα και στα ιπποδρόμια, μολονότι δεν υπάρχει στέγη για να προστατεύει τους θεατές από τη βροχή, τρέχουν οι περισσότεροι σαν μανιακοί, ακόμα κι όταν βρέχει ραγδαία, ακόμα κι όταν ο άνεμος σηκώνει τα πάντα. Δεν λογαριάζουν ούτε την κακοκαιρία ούτε το κρύο ούτε την απόσταση. Τίποτα δεν τους κρατάει στα σπίτια τους. Όταν όμως πρόκειται να πάνε στην εκκλησία, τότε και το ψιλόβροχο τους γίνεται εμπόδιο. Κι αν τους ρωτήσεις, ποιος είναι ο Αμώς ή ο Οβδιού, πόσοι είναι οι προφήτες ή οι απόστολοι, δεν μπορούν ν’ ανοίξουν το στόμα τους. Για τ’ άλογα όμως, τους τραγουδιστές και τους ηθοποιούς μπορούν σε πληροφορήσουν με κάθε λεπτομέρεια. Είναι κατάσταση αυτή;

Γιορτάζουμε μνήμες αγίων, και σχεδόν κανένας δεν παρουσιάζεται στο ναό. Φαίνεται πως η απόσταση παρασύρει τους χριστιανούς στην αμέλεια, ή μάλλον όχι η απόσταση, αλλά η αμέλεια μόνο τους εμποδίζει. Γιατί, όπως τίποτα δεν μπορεί να εμποδίσει αυτόν που έχει αγαθή προαίρεση και ζήλο να κάνει κάτι, έτσι και τον αμελή, τον ράθυμο και αναβλητικό όλα μπορούν να τον εμποδίσουν.

Οι μάρτυρες έχυσαν το αίμα τους για την Αλήθεια, κι εσύ λογαριάζεις μια τόσο μικρή απόσταση; Εκείνοι θυσίασαν τη ζωή τους για το Χριστό, κι εσύ δεν θέλεις ούτε λίγο να κοπιάσεις; Ο Κύριος πέθανε για χάρη σου, κι εσύ Τον περιφρονείς; Γιορτάζουμε μνήμες αγίων, κι εσύ βαριέσαι να έρθεις στο ναό, προτιμώντας να κάθεσαι στο σπίτι σου; Και όμως, πρέπει να έρθεις, για να δεις το διάβολο να νικιέται, τον άγιο να νικάει, το Θεό να δοξάζεται και την Εκκλησία να θριαμβεύει.

«Μα είμαι αμαρτωλός», λες, «και δεν τολμώ ν’ αντικρύσω τον άγιο». Ακριβώς επειδή είσαι αμαρτωλός, έλα εδώ, για να γίνεις δίκαιος. Ή μήπως δεν γνωρίζεις, ότι και αυτοί που στέκονται μπροστά στο ιερό θυσιαστήριο, έχουν διαπράξει αμαρτίες; Γι’ αυτό οικονόμησε ο Θεός να υποφέρουν και οι ιερείς από κάποια πάθη, ώστε να κατανοούν την ανθρώπινη αδυναμία και να συγχωρούν τους άλλους.

«Αφού, όμως, δεν τήρησα όσα άκουσα στην εκκλησία», θα μου πει κάποιος, «πως μπορώ να έρθω πάλι;» Έλα να ξανακούσεις τον θείο λόγο. Και προσπάθησε τώρα να τον εφαρμόσεις. Αν βάλεις φάρμακο πάνω στο τραύμα σου και δεν το επουλώσει την ίδια μέρα, δεν θα ξαναβάλεις και την επόμενη; Αν ο ξυλοκόπος, που θέλει να κόψει μια βελανιδιά, δεν κατορθώσει να τη ρίξει με την πρώτη τσεκουριά, δεν τη χτυπάει και δεύτερη και πέμπτη και δέκατη φορά; Κάνε κι εσύ το ίδιο.

Αλλά, θα μου πεις, σ’ εμποδίζουν να εκκλησιαστείς η φτώχεια και η ανάγκη να εργαστείς. Όμως δεν είναι εύλογη και τούτη η πρόφαση. Εφτά μέρες έχει η εβδομάδα. Αυτές τις εφτά μέρες τις μοιράστηκε ο Θεός μαζί μας. Και σ’ εμάς έδωσε έξι, ενώ για τον εαυτό Του άφησε μία. Αυτή τη μοναδική μέρα, λοιπόν, δεν δέχεσαι να σταματήσεις τις εργασίες;

Και γιατί λέω για ολόκληρη μέρα; Εκείνο που έκανε στην περίπτωση της ελεημοσύνης η χήρα του Ευαγγελίου, το ίδιο κάνε κι εσύ στη διάρκεια αυτής της μιας μέρας. Έδωσε εκείνη δυο λεπτά και πήρε πολλή χάρη από το Θεό. Δάνεισε κι εσύ δυο ώρες στο Θεό, πηγαίνοντας στην εκκλησία, και θα φέρεις στο σπίτι σου κέρδη αμέτρητων ημερών. Αν όμως δεν δέχεσαι να κάνεις κάτι τέτοιο, σκέψου μήπως μ’ αυτή σου τη στάση χάσεις κόπους πολλών ετών. Γιατί ο Θεός, όταν περιφρονείται, γνωρίζει να σκορπίζει τα χρήματα που συγκεντρώνεις με την εργασία της Κυριακής.

Μα κι αν ακόμα έβρισκες ολόκληρο θησαυροφυλάκιο γεμάτο από χρυσάφι και εξαιτίας του απουσίαζες από το ναό, θα ήταν πολύ μεγαλύτερη η ζημιά σου, και τόσο μεγαλύτερη, όσο ανώτερα είναι τα πνευματικά από τα υλικά. Γιατί τα υλικά πράγματα, κι αν ακόμα είναι πολλά και τρέχουν άφθονα από παντού, δεν τα παίρνουμε στην άλλη ζωή, δεν μεταφέρονται μαζί μας στον ουρανό, δεν παρουσιάζονται στο φοβερό εκείνο βήμα του Κυρίου. Αλλά πολλές φορές, και πριν ακόμα πεθάνουμε, μας εγκαταλείπουν. Αντίθετα, ο πνευματικός θησαυρός που αποκτούμε στην εκκλησία, είναι κτήμα αναφαίρετο και μας ακολουθεί παντού.

«Ναι, αλλά μπορώ», λέει κάποιος άλλος, «να προσευχηθώ και στο σπίτι μου». Απατάς τον εαυτό σου, άνθρωπε. Βεβαίως, είναι δυνατόν να προσευχηθείς και στο σπίτι σου, είναι αδύνατον όμως να προσευχηθείς έτσι, όπως προσεύχεσαι στην εκκλησία, όπου υπάρχει το πλήθος των πατέρων και όπου ομόφωνη κραυγή ικεσίας αναπέμπεται στο Θεό. Δεν σε ακούει τόσο πολύ ο Κύριος όταν Τον παρακαλείς μόνος σου, όσο όταν Τον παρακαλείς ενωμένος με τους αδελφούς σου. Γιατί στην εκκλησία υπάρχουν περισσότερες πνευματικές προϋποθέσεις απ’ όσες στο σπίτι. Υπάρχουν η ομόνοια, η συμφωνία των πιστών, ο σύνδεσμος της αγάπης, οι ευχές των ιερέων. Γι’ αυτό, άλλωστε, οι ιερείς προΐστανται των ακολουθιών, για να ενισχύονται με τις δυνατότερες ευχές τους οι ασθενέστερες ευχές του λαού, κι έτσι όλες μαζί ν’ ανεβαίνουν στον ουρανό.

Όταν προσευχόμαστε ο καθένας χωριστά, είμαστε ανίσχυροι, όταν όμως συγκεντρωνόμαστε όλοι μαζί, τότε γινόμαστε πιο δυνατοί και ελκύουμε σε μεγαλύτερο βαθμό την ευσπλαχνία του Θεού. Κάποτε ο απόστολος Πέτρος βρισκόταν αλυσοδεμένος στη φυλακή. Έγινε όμως θερμή προσευχή από τους συναγμένους πιστούς, κι αμέσως ελευθερώθηκε. Τι θα μπορούσε, επομένως, να είναι πιο δυνατό από την κοινή προσευχή, που ωφέλησε κι αυτούς ακόμα τους στύλους της Εκκλησίας;

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Από το βιβλίο: Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ, τόμος Γ’, Ι. Μ. Παρακλήτου, σελ. 182.

 

 

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2024

Θεία Κοινωνία; Ένα εισιτήριο για τον Παράδεισο.

 

 Η ψυχή που φεύγει από τον κόσμο αυτό έχει ανάγκη από κάποιο εφόδιο που θα την συνοδεύσει στο μακρινό ταξίδι της και θα αποτελέσει το εισιτήριο για τον Παράδεισο.

Το εφόδιο αυτό είναι η θεία Κοινωνία. Αυτή μας εισάγει στην Βασιλεία του Θεού διότι είναι «δωρεά αθανασίας και αρραβών της αιωνίου ζωής». Το πανάχραντο Αίμα του Κυρίου «είναι η σωτηρία των ψυχών μας… Αυτό το Αίμα χύθηκε και μας άνοιξε τον ουρανό».

Κάθε φορά που ο πιστός προσέρχεται στο Μυστικό Δείπνο του Κυρίου κοινωνεί εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον. Μπορεί και αυτός να ειπεί τον χρυσοστομικό λόγο: «Χάρη σ’ αυτό το Σώμα, ελπίζω ότι θα απολαύσω τους ουρανούς και τα ουράνια αγαθά, την αθάνατη ζωή, την κληρονομιά των Αγγέλων, την ένωση με τον Χριστό». Ερμηνεύοντας ο άγιος Ιωάννης τον λόγο του Κυρίου «Ο τρώγων με κακείνος ζήσεται δι’ εμέ» (Ιω. 6:57), λέγει: «Αυτό που είπε ο Χριστός σημαίνει ότι εκείνος που τρώγει την σάρκα Του, όταν πεθάνει, δεν θα χαθεί ούτε θα κολασθεί».

Ο ιερός Χρυσόστομός μας βεβαιώνει ότι «όσους φεύγουν από τον κόσμο αυτό, έχοντας κοινωνήσει τα άχραντα Μυστήρια με καθαρή συνείδηση, τους συνοδεύουν άγιοι Άγγελοι και τους μεταφέρουν από την γη στον ουρανό, χάρη στη θεία Κοινωνία που μετέλαβαν».

Σε άλλη ευκαιρία ο ίδιος μας αποκαλύπτει ότι, «εάν φύγουμε από την ζωή αυτή έχοντας κοινωνήσει το άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού, θα παρουσιασθούμε με πολλή παρρησία στα πρόθυρα του Ουρανού, προστατευόμενοι από παντού σαν με χρυσά όπλα».

Οι Άγιοι επιβεβαίωναν τους λόγους τους με το παράδειγμά τους. Ο ιερός Χρυσόστομος τελείωσε τη μαρτυρική του πορεία μεταλαμβάνοντας τα άχραντα Μυστήρια και λέγοντας τον αγαπημένο του λόγο: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν».

Από το βιβλίο: Ιερομονάχου ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, «Γίνεσθε έτοιμοι. Μία προσέγγιση στο μυστήριο του θανάτου». Άγιον Όρος 2014.

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2024

Κυριακή ογδόη εκ του κατά Λουκά



«Και τις εστί μου πλησίον;» Ποιος είναι ο πλησίον μου;
Αν θέλω ζωήν αιώνιον πρέπει να αγαπήσω.
Τον Θεό, τον εαυτό και τον πλησίον ως εαυτόν.
Και ο νομικός της σημερινής παραβολής άρχισε από του να μάθει, ποιος είναι ο πλησίον. Είναι ίσως το πιο εύκολο..
Να ρωτάμε για τον άλλο πρώτα. Ενώ η σειρά που ο ίδιος έθεσε, έβαζε πρώτα τον Θεό. Σαν γνώριζε ο νομικός πολύ καλά ποιος είναι ο Θεός.
Αλλά, αδελφοί μου δεν γνώριζε τον πλησίον.
Μα σε αυτόν τον διπλανό, στον συνάνθρωπο θα έπρεπε να αναγνωρίζουμε τον Θεό. Και τότε ο δρόμος της σωτηρίας μας, ο δρόμος προς την όντως ζωή, που τόσο ειρωνικά αναφέρει ο νομικός και ο κάθε νομικός θα περνούσε μέσα από τον συνάνθρωπο. Και θα μας γινόταν εύκολα γνωστός. Όσο γνωστός είναι για τον καθ’ ένα μας ο «πλησίον» που δεν βλέπουμε. Που παρα-βλέπουμε.
Σαν τον ιερέα της παραβολής. Σαν τον λευίτη.
«Άνθρωπος τις κατέβαινεν από Ιερουσαλήμ εις Ιεριχώ και λησταίς περιέπεσεν».
Ο δρόμος έξω από την Ιερουσαλήμ, έχει ληστές, που κλέβουν και πληγώνουν. Μα σε αυτόν τον ίδιο δρόμο, διαβαίνουμε και όλοι εμείς: Ιερείς, λευίτες, Σαμαρείτες. Άλλος «ιδών αντιπαρήλθε» και άλλος «εσπλαγχνίσθη», «και κατέδησε τα τραύματα αυτού». Άλλος αδιαφόρησε και άλλος «εκβαλών δύο δηνάρια έδωκε τω πανδοχεί». Ξόδεψε από τον εαυτό του και υποσχέθηκε και στο ξενοδόχο ότι κι αν προσδαπανήσεις «εν τω επανέρχεστε μοι, αποδώσω σοι».
Πόση αγάπη κρύβει αυτό το κείμενο. Πόσο πλαταίνει την έννοια του πλησίον. Τόσο όσο πλαταίνει την έννοια του εαυτού. Γιατί ακούσαμε στην αρχή της παραβολής εκείνο το:
«Εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της ισχύος και εξ όλης της διανοίας» που λέγει ο Κύριος. Όλα αυτά είναι ο εαυτός. Και όλα αυτά είναι οι δυνατότητες της αγάπης. Η ένταση της αγάπης σε ολόκληρη την ύπαρξη. Αυτός ολόκληρος ο εαυτός πρέπει να αγαπήσει τον Θεό.
Αυτό είναι και το βασικό πρόβλημα του νομικού της παραβολής. Ίσως και του ιερέα και του λευίτη. Είναι αδύνατον να νιώσουν αυτήν την ενότητα. Κι έτσι στη θέα του μισοπεθαμένου συνανθρώπου τους, αντιπαρέρχονται. Κατά βάθος και η έννοια της Βασιλείας Των Ουρανών είναι για τον σημερινό νομικό, μωρία. Ούτε και σε αυτήν πιστεύει. Το μόνο που επιθυμεί πραγματικά είναι να δικαιώσει τον εαυτό του. Και μόνον τον εαυτό του. 
Αδελφοί μου, μέτρο της αγάπης είναι ο Θεός. Κι όταν αυτή η αγάπη ζει μέσα στην ύπαρξη μας, τότε δαπανάμε για τον άλλο. Τότε έχουμε έλεος. Για τον πλησίον. Και για τον ίδιο μας τον εαυτό. Και δίνουμε και δινόμαστε. Αυτό μας διδάσκει σήμερα ο Σαμαρείτης. Δώσε και όταν θα επανέλθω θα σου ανταποδώσω ότι ξόδεψες.
Ας δώσουμε, αδελφοί μου, χωρίς τσιγκουνιά, ας δώσουμε στο συνάνθρωπο, σε εκείνον που περιέπεσε σε ληστές και ο Κύριος θα μας αποδώσει τον κόπο και το έξοδο. Δεν αναγνωρίζουμε τις διαστάσεις της ύπαρξης μας. Δεν ξέρουμε την καρδιά, την ψυχή, την διάνοια και την ισχύ μας, όσο δεν τα εξασκούμε όλα αυτά στην αγάπη. Γιατί μόνον τότε αφυπνίζονται αυτές μας οι δυνάμεις.
Αλλιώς μένουμε στα στενά όρια του νομικού της παραβολής. Δικαιώνουμε εαυτόν. Και έτσι ίσως ποτέ να μην γνωρίσουμε Θεόν, ή τον πλησίον ή και τον ίδιο, τον ολόκληρο μας εαυτό.
Και το χειρότερο από όλα, ίσως δεν ανακαλύψουμε αυτό το έλεος, το έλεος προς τον Άλλο.
Αυτός ο κόσμος έχει και Ιεροσόλυμα και Ιεριχώ. Και ιερείς και λευίτες και νομικούς. Μέσα μας και παντού.
Εκείνο που τα αλλάζει όλα αυτά είναι το έλεος του Θεού. Η προσπάθεια και ο πόνος και  παραπάνω πόνος εκείνου που δίδει τα δύο δηνάρια και το περισσόν. Εκείνου που όταν θα επανέλθει θα μας δώσει και το περισσόν.
Ας μην μείνουμε λοιπόν στο λίγο. Ας ξοδέψουμε τα δύο δηνάρια, αυτά που λάβαμε και ότι περισσότερο χρειασθεί.
Κάποιος τα μετρά.

Κάποιος μας προτρέπει: «Πορεύου και συ ποίει ομοίως».

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2024

Η Κοίμηση και ο Ενταφιασμός του Αγίου Νεκταρίου.

 

Στο απόμακρο για κείνο τον καιρό νοσοκομείο της Αθήνας, το Αρεταίειο, η γραμματεία έπαιρνε απ' έξω εντολή και έδινε μέσα εντολή να κρατήσουν κάποιο κρεββάτι στον μικρό παθολογικό θάλαμο, για έναν γέροντα καλόγερο από την Αίγινα. Τον έφεραν κάποιο μεσημέρι δύο καλόγριες κι ένας μέτριος στο ανάστημα σαραντάρης, που από την πρώτη στιγμή που μπήκαν ανησυχούσε και κρυφόκλαιγε. Έκαναν τις διατυπώσεις της εισόδου και παραμονής του στο θεραπευτήριο και η μία από τις δύο καλόγριες έφυγε. Στον θάλαμο που τον τοποθέτησαν ήταν άλλα τέσσερα κρεββάτια ωστόσο μόνο τα δύο ήταν πιασμένα. Στο διπλανό του γέροντα της Αίγινας αναπαυόταν ένας άντρας περίπου σαραντάρης που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων.

Ήταν επαρχιώτης οικογενειάρχης, είχε πέσει σ' ένα γκρεμό από το ζώο του, χτύπησε κι από τότε τον έσερναν με τα φορεία. Στο παρακάτω, έμενε κάποιος γέροντας συνταξιούχος δάσκαλος, με ουρολογική κι αυτός πάθηση.

"Τι νομίζεις γερόντισσα Ευφημία, έκανε κάπου στον προθάλαμο σιγανασαίνοντας και σκουπίζοντας τα δάκρυά του ο άντρας, θα κάνει την εγχείρηση, θ' αντέξει στο μαχαίρι;"

Εκείνη απόμεινε συλλογισμένη.

"Τι θ' απογίνουμε δίχως την ευλογημένη του καθοδήγηση, πώς θα ζήσουμε χωρίς την προσευχή του;" συνέχισε ο άντρας.

"Ελπίζω, κύριε Σακκόπουλε, αποκρίθηκε τέλος η καλόγρια μισοταραγμένη. Ο καλός Θεός θα λυπηθεί την αδελφότητα, δεν θα επιτρέψει ν' απομείνουμε είκοσι οκτώ ψυχές ορφανές."

"Ω αδελφή Ευφημία, σ' αυτόν οφείλω τα πάντα. Και κυρίως τον θησαυρό της ψυχής μου. Αυτός με εισήγαγε εις το εύρος, το ύψος και το κάλλος που έχει ο Κύριος. Από νωρίς έχασα την μητέρα μου και το ξεπέρασα, πρόπερσι αναπαύθηκε κι ο πατέρας μου, άνθρωπος όλο αυταπάρνηση κι ευγένεια και το κατάπια. Αν μας εγκαταλείψει κι ο άγιος γέροντας, ο πνευματικός πατέρας και οδηγός και μεσίτης εις τον Θεόν, θα καταντήσω δυστυχής, θα παραμείνω δεντρί στην έρημο..."

Η καλόγρια τον ανακοίταξε με κάποια στοργή και κούνησε το κεφάλι.

Πέρασε ο πρώτος μήνας, πέρασε κι ο δεύτερος.

Δεν πρόλαβε να κάνει εγχείρηση, δεν πρόλαβε να περάσει από μαχαίρι.

Η Αθήνα συγκλονιζόταν από ιαχές και αλλαλαγμούς για την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, για τις αλλαγές στην Κυβέρνηση, για την επαναφορά του εξόριστου Βασιλιά Κωνσταντίνου, οι εκκλησιαστικοί κύκλοι συζητούσαν, σχολίαζαν την έκπτωση του Μελετίου και την επανανθρόνιση του Θεοκλήτου, όταν ο χλωμός ασκητικός εκείνος γέροντας, ο καλόγερος της Αίγινας, έβλεπε ξαφνικά καταμπροστά του ανοιγμένους τους ουρανούς και τους Αγγέλους κατά χιλιάδες να τον υποδέχονται.

Στάθηκε λίγο προτού ξεψυχήσει κι αφουγκράστηκε. Από ψηλά κάποια γνώριμη φωνή, κάποια ολόγλυκια φωνή σε ξένη χώρα τον καλούσε.

"Είσελθε τέκνον, είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου. Σε αναμένει ο της δικαιοσύνης στέφανος."

"Εις εμέ, εις εμέ το λέγεις Κύριε;" πρόλαβαν να ψιθυρίσουν για στερνή φορά τα χείλη του.

Κι ανοίγοντας το στόμα να πάρει ανασεμιά, είδε πως μεταφέρεται. Παρέδωσε την άγια του υπομονετική ψυχή στον αγαπημένο του Αφέντη. Στον Αφέντη των ουρανίων, των επιγείων και καταχθονίων.

Η γερόντισσα Ευφημία αναστατώθηκε.

"Σεβασμιότατε, Σεβασμιότατε, ανάκραξε με λυγμούς. Κύριε Σακκόπουλε, πού είναι ο κύριος Σακκόπουλος;... Το τηλέφωνο παρακαλώ, το τηλέφωνο...

Ήρθε μια σαβανώτρα από το προσωπικό του νοσοκομείου να βοηθήσει τη γερόντισσα. Το νεκρό σώμα, μοσκομύριζε... Θεέ και Κύριε!... Κάτι πήγε να πει η γερόντισσα δεν το μπόρεσε. Για μια στιγμή έβγαλαν τη μάλλινη φανέλλα και την πέταξαν πρόχειρα στο διπλανό κρεββάτι. Κι ώσπου να προχωρήσουν να τελειώσουν με τα σάβανα, ο διπλανός άρρωστος, ο άνθρωπος που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων κινήθηκε, ξεπετάχθηκε όρθιος, αμφιταλαντεύθηκε, στάθηκε στα πόδια του κι έκανε το σταυρό του.

"Σηκώθηκα, περπατάω! ανάκραξε δυνατά, Θεέ μου, έγινα καλά! Τι έχει αυτή η φανέλλα;"

Για δες, ήταν στ' αλήθεια όρθιος, περπατούσε!

Δεν καλοκατάλαβαν, απόμειναν να χάσκουν. Το νεκρό σώμα μοσκομύριζε... Η γερόντισσα πήρε τη φανέλλα, την έβαλε ένα κουβάρι στο ράσο της. Τα χέρια της έτρεμαν.

Απόρησαν οι γιατροί, απόρησε και το προσωπικό του νοσοκομείου όταν έμαθαν πως ο φτωχός ρασοφόρος από την Aίγινα, ήταν άλλοτε γενικός διευθυντής στη Ριζάρειο και ήταν λέει... Δεσπότης!

Μια νύχτα θρήνου πέρασε η γερόντισσα Ευφημία.

Αργά το πρωί έφθασε ένας φίλος Αρχιμανδρίτης, ιεροκήρυκας, ο Παντελεήμων Φωστίνης και λίγο πιο έπειτα ο Πρωτοπρεσβύτερος Άγγελος Νησιώτης, διαλεκτός μαθητής του στη Ριζάρειο και δημιουργός αργότερα κατηχητικών σχολείων. Έφθασε σωστό ανθρώπινο ράκος κι ο Κωστής Σακκόπουλος. Παράγγειλαν το φέρετρο, παράγγειλαν τη νεκροφόρα και λίγo αργότερα ξεκίνησαν για τον Πειραιά.

Το βαποράκι της γραμμής η "Πτερωτή", θα σήκωνε άγκυρα για την Αίγινα ακριβώς στις δύο το μεσημέρι. Η νεκροφόρα με λογής - λογής διατυπώσεις που έπρεπε να γίνουν, έφθασε εμπρός στον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Τριάδος στον Πειραιά, λίγo μετά τις δώδεκα. Ο Ναός βρέθηκε κλειστός, όλοι οι αρμόδιοι κι ο νεωκόρος, έλειπαν για μεσημεριάτικη διακοπή.

Αυθόρμητα μαζεύτηκε ολόγυρα στο πεζοδρόμιο κόσμος. Από λαλιά σε λαλιά, ακούστηκε, μαθεύτηκε στην εργατική πόλη, η Κοίμηση του γέροντα της Ριζαρείου. Κι ένας λαός περικύκλωσε το φέρετρο.

Καθώς το έφεραν σιμά στα σκαλοπάτια του Ναού για να πάρουν τουλάχιστον μια φωτογραφία στην πόλη και στο χώρο που τόσο είχε κηρύξει κι αγαπήσει, κι άνοιξαν το καπάκι, μούδιασαν, τάχασαν... Παρατήρησαν κάτι το ασυνήθιστο, το καταπληκτικό. Από την ήρεμη και γαλήνια μορφή έσταζε κάτι σαν ιδρώτας που μοσκομύριζε... Θεέ και Κύριε!

Ο Κώστας ο Σακκόπουλος σαστισμένος έτρεξε κι αγόρασε από το περίπτερο ένα πακέτο μπαμπάκι και σκούπισε σιγά - σιγά και απαλά από το πρόσωπο τον μοσκομύριστο ιδρώτα. Μερικοί τότε έπεσαν επάνω του, του άρπαξαν τις τούφες το μπαμπάκι, το έφερναν ευλαβικά στο μέτωπό τους, άλλοι το έκρυβαν στις τσέπες τους, άλλοι το παράχωναν στο στήθος.

"Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι ελαφρύς σαν πούπουλο", φώναξαν και oι άνδρες που σήκωναν το φέρετρο, έτοιμοι να το ξαναφέρουν στη νεκροφόρα.

Το βαποράκι της γραμμής η "Πτερωτή" έφθασε στις τέσσερις παρά κάτι, απόγευμα στην Αίγινα με τη σημαία "μετζάστρα" (μεσίστια) στο πλωριό κατάρτι.

Προτού αράξει στο μώλο, ο καπετάνιος σφύριξε τρεις φορές πένθιμα και συνθηματικά.

Στα γαλανά νερά του Σαρωνικού ταξίδευε το Ιερό Λείψανο ενός ανθρώπου του Θεού. Ενός Κληρικού που δεν καυχήθηκε ποτέ για κάτι δικό του. Ενός Ιερομόναχου που ευαρέστησε τον Άγιο Θρόνο με την υπακοή, το ταπεινό φρόνημα, την υπομονή, την πίστη, την αγάπη.

Αμέτρητος λαός πλημμύρισε κάτω την παραλία. Όλος σχεδόν ο Κλήρος, όλοι οι Ιερομόναχοι, όλες οι καλόγριες από τα ντόπια Μοναστήρια.

Οι γυναίκες έκλαιγαν σιωπηλά, μερικές στέναζαν, μερικές μοιρολογούσαν.

"Παππούλη μας, προστάτη της φτωχολογιάς, τι θ' απογίνουμε τώρα που μας άφησες ορφανές και μόνες;"

Διακόσιοι τόσοι άντρες τσακώθηκαν ποιος θα σηκώσει το φέρετρο. Ήταν οι φίλοι του, οι ψαράδες του γιαλού, οι σφουγγαράδες που ταξίδευαν και βουτούσαν πέρα στην Τζιμπεράλτα και στο Τούνεζι κι έφερναν σφουγγάρια της ευλογίας με χαραγμένο στη μέση τον Τίμιο Σταυρό, εργάτες που δούλεψαν στη Μονή κι έφαγαν ψωμί από τα χέρια του, οικοδόμοι, αγρότες, αμπελουργοί, επαγγελματίες και πλανόδιοι.

Ο δήμαρχος με τον αστυνόμο για να τους φέρουν σε λογαριασμό, τους χώρισαν σε τετράδες και υπολόγισαν το δρόμο κάπου δυο ώρες και κάτι, ώσαμε το Μοναστήρι. Σε λίγο τα πάντα τακτοποιήθηκαν και η πομπή ξεκίνησε.

Ήταν κάτι το ριγηλό και συγκινητικό. Ποτέ η Αίγινα δε θυμόταν ένα τέτοιο ξόδι. Αυθόρμητα η λαϊκή ψυχή αγκάλιασε το Λείψανο - Θησαυρό του διαλεκτού παιδιού της και το έφερνε με σφιχτή ανασεμιά στη θέση Ξάντος.

Πένθιμη διακόσμηση γυρόφερνε την πόλη και την παραλία. Οι καμπάνες στους Ναούς σιγοχτυπούσαν όπως τη Μεγάλη Παρασκευή. Θυμίαμα καιγόταν σ' όλες τις πόρτες και δροσερά λουλούδια έπεφταν από γριές και νιες και δροσερές παρθένες.

Ένα πλήθος νέοι ρασοφόροι Ριζαρείτες ακολουθούσαν σιωπηλοί.

"Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι ελαφρύς σαν πούπουλο", φώναζαν κατάπληκτοι κάθε τόσο οι άνδρες από τα σταυροδρόμια και τις λαγκαδιές, καθώς σήκωναν το φέρετρο κι ετοιμάζονταν ν' αλλάξουν βάρδια.

Το Μοναστήρι γέμισε κόσμο. Ατελείωτη μυρμηγκιά, κάθε λογής άνθρωποι, γνωστοί, άγνωστοι, καταλαχάρηδες του βουνού, του λόγγου, της ακρογιαλιάς. Όλοι τους είχαν διάθεση να παρασταθούν, να προσευχηθούν, να ξενυχτήσουν, να κλάψουν.

Σ' όλο τούτο το πλήθος και στις καλόγριες της αδελφότητας που έκλαιγαν σαν μικρές νεαρές κοπέλες, ξεχώριζε η φυσιογνωμία της Ηγουμένης, της Οσίας Ξένης, της τυφλής.

Στάθηκε κάποια στιγμή καταμπροστά στο φέρετρο, πάνω στη γαλήνια κι ευγενική μορφή, που θαρρούσες ότι λαφροκοιμόταν, τη μορφή του πνευματικού πατέρα και οδηγού, του ευεργέτη και προστάτη της και μη μπορώντας με τα τυφλά μάτια να δει, να προσέξει τον ιδρώτα - Μύρο που κυλούσε από το μέτωπο, το ένιωσε σαν όσφρηση, σαν ευωδιά και μένοντας ακίνητη και κάνοντας τρεις φορές το σημείο του σταυρού, είπε:

"Ο πατέρας μας δεν πέθανε. Ζει, μας βλέπει και προσεύχεται απόψε για μας. Το Μοναστήρι μας θα προκόψει, δεν θα το αφήσει ο Κύριος. Όταν ζούσε και τον απολαμβάναμε δίπλα μας, κοντά μας, φάρο και οδηγό, αυτό πάντα μας έλεγε, αυτή την Προφητεία: Από εδώ, μας έλεγε, κόρες μου, απ' αυτές τις ερημιές, σε μερικά χρόνια θα διαβαίνουν άμαξες, θα περνά πλήθος ο κόσμος με αφιερώματα, χρυσάφια και λαμπάδες. Και εμείς οι άπραγες στεκόμασταν δίβουλες, ξαφνιασμένες. Μήπως τάχα παραλογίζεται ο Σεβασμιότατος, αναρωτιόμασταν με ανησυχία. Αδελφές μου, μη κλαίτε, αδέλφια μου μη θρηνείτε. Η Αίγινα και η Ελλάδα απόκτησε έναν Όσιο, ένα σημερινό ικέτη εμπρός εις τον Εσταυρωμένο".

Τα λόγια της σκέπαζαν τους κρυφούς λυγμούς της από μια Θεϊκή Δύναμη και Χάρη. Τα λόγια της έπεσαν στο πλήθος με τέτοια αρμονία που γλύκαναν ευθύς όλες τις καρδιές και για κάμποσο χρονικό διάστημα της νύχτας, απόδιωξαν τις μελαγχολικές σκέψεις του θανάτου.

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κράτησε το λαϊκό τούτο προσκύνημα. Και το Λείψανο αδιάκοπα έσταζε ιδρώτα - Μύρο και σκορπούσε ολοτρόγυρα Ευωδία!

Μια από τις τρόφιμες της αδελφότητας ανησύχησε.

"Θα πρέπει να επισπεύσουμε τον ενταφιασμό, πέταξε με σπουδή στην Οσία Ξένη. Δεν μπορεί, γερόντισσά μου, σώμα είναι, θα βρωμίσει".

Το βράδυ που κοιμήθηκε, είδε ολοζώντανο σιμά της τον γέροντα ντυμένο στα αρχιερατικά του άμφια.

"Σεβασμιότατε", ανάκραξε. Και γονάτισε να του ασπασθεί το χέρι.

"Βρωμά παιδί μου, το χέρι μου;" τη ρώτησε επιτιμητικά.

"Μοσκομυρίζει Σεβασμιότατε", ψιθύρισε.

"Τι μυρίζει;"

"Λιβάνι και αλόη."

"Τότε μη φοβείσαι και διά το Λείψανον."

Ξύπνησε καταφοβισμένη. Έτρεξε στο φέρετρο, ασπάσθηκε τρεις φορές τα κρινοδάχτυλα των χεριών. Kαι ξαναπρόσεξε που έτρεχε συνέχεια στη μορφή ιδρώτας - Μύρο.

Φυσικά φρόντισαν και για τον ενταφιασμό. Θα τον τοποθετούσαν εκεί πλάγια στο Ναό, χαμηλά στο πεύκο. Στο καταπράσινο και φουντωτό βελονόφυλλο δεντρί που τόσο αυτός καμάρωνε κι αγαπούσε. Εκεί, που κάποτε η πρώτη εκείνη γερόντισσα κάτοικος, σαν έσκαβε για να το φυτέψει, τοσοδούλι και μικράκι, άκουσε την παράδοξη φωνή : "Άφησε τόπο για ένα τάφο". Ναι, τώρα όλα ξεκαθάριζαν. Ο καλός Θεός είχε προδιαλέξει τόπο για το σκήνωμα του διαλεκτού παιδιού Του.

Προτού σκεπάσουν το φέρετρο για τον ενταφιασμό, όλες σχεδόν oι μαθήτριες και υποτακτικές έφεραν κι έριξαν λεμονανθούς από τις λεμονίτσες που είχε φυτέψει ο ίδιος ο γέροντας με το χέρι του, σε διάφορες πρασιές ολόγυρα από το Ναό και παράπλευρα έξω.

 

 Από το βιβλίο του Σώτου Χονδρόπουλου  Ο Άγος του αιώνα μας- ο Όσιος Νεκτάριος Κεφαλάς.

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2024

Αγαπώ σημαίνει θυσιάζομαι...

 

Θυμάμαι όταν ήμουν πρωτοετής φοιτητής: Ήμουν στο χειρουργικό τμήμα και είχαμε ένα νεαρό παιδί που πέθαινε από ένα τεράστιο απόστημα στο πόδι. Τον είχαν βάλει σε ξεχωριστό δωμάτιο λόγω της φριχτής μυρωδιάς. Τον επισκέφτηκα μαζί με την προϊσταμένη. Ο νέος, ήταν κάπου 16-17 ετών, γύρισε προς την μεσόκοπη γυναίκα και της είπε:

– Προϊσταμένη, θα πεθάνω πριν από το επισκεπτήριο. Δεν θα προλάβω να αποχαιρετήσω τη μητέρα μου και να με φιλήσει πριν πεθάνω. Φίλησέ με εσύ αντί γι’ αυτήν.

Η προϊσταμένη έκανε βήματα πίσω και είπε:

– Δεν μας επιτρέπεται να φιλάμε τους ασθενείς» και βγήκε από το δωμάτιο…

Εγώ τον πλησίασα και του είπα:

Δεν είμαι μητέρα, αλλά μπορώ να είμαι αδελφός σου και τον φίλησα. Τον αποχαιρέτησα και βγήκα από το δωμάτιο. Εκεί στεκόταν η προϊσταμένη και έκλαιγε.

– Ήταν λάθος μου είπε, λάθος μου, αλλά η μυρωδιά ήταν τέτοια που μου ήρθε εμετός, δεν μπορούσα να τον φιλήσω, όπως μου το ζήτησε για να πεθάνει εν ειρήνη.

 Καταλαβαίνετε πού βρίσκεται η αγάπη; Αν η γυναίκα αυτή είχε μπορέσει εκείνη τη στιγμή να υπερβεί το συναίσθημα της αηδίας και να πει:

«Ό,τι και να μου συμβεί, αυτό το παιδί χρειάζεται ένα φιλί από μια μητέρα και θα του το δώσω. Ό,τι και να συμβεί σε μένα δεν έχει σημασία καμία, σημασία έχει αυτό το παιδί».

Κανείς δεν μπορεί ν’ αγαπά έναν αόρατο Θεό αν πρώτα δε μάθει ν’ αγαπά το συγκεκριμένο, ζωντανό, πραγματικό πρόσωπο το οποίο έχει απέναντί του. Πριν λοιπόν θέσουμε το ερώτημά του πως θα φτάσουμε στο Θεό, ας ρωτήσουμε τους εαυτούς μας ποια είναι η στάση μας απέναντι στον πλησίον μας αν η καρδιά μας είναι κρύα, επιφυλακτική και κλεισμένη, αν μας τρομοκρατεί ακόμη και η ιδέα ότι ο πλησίον μας μπορεί να απαιτήσει την καρδιά και τη ζωή μας δεν υπάρχει κανένας λόγος να επιζητούμε συνάφεια με το Θεό. Θα πρέπει πρώτα να μάθουμε το πως ν’ αποκτήσουμε μια καρδιά ζεστή, μια καρδιά ζωντανή, μια καρδιά που να ανταποκρίνεται στον πλησίον μας και η καρδιά εκείνη τότε, ανοιγμένη, με την καθαρότητά της θα δει το Θεό.

Η αγάπη του Θεού είναι απέραντη και βαθιά και αγκαλιάζει τους πάντες… Πρέπει να πάρουμε φωτιά με ολόκληρο το είναι μας, με μυαλό και καρδιά και θέληση και σώμα και να γίνουμε η καιόμενη βάτος την οποία είδε ο Μωυσής να καίγεται ολόκληρη χωρίς να αναλίσκεται… Η θεϊκή αγάπη καίει, κάνει το κάθε τι μια ζωντανή φλόγα, δεν τρέφεται όμως με το υλικό της: καταστρέφει αυτό που δεν μπορεί να ζήσει στην αιωνιότητα αυτό που μένει είναι μία καθαρή φλόγα η οποία μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε Θεό.

Το νόημα της αγάπης είναι το νόημα της ζωής, επειδή αγάπη, παρότι πολύ συχνά πιστεύουμε ή φανταζόμαστε, δεν είναι ένα απλό συναίσθημα. Όταν μιλάμε για τον Θεό, και λέμε ότι ο Θεός είναι αγάπη, δεν εννοούμε ότι Αυτός είναι ένα συναίσθημα δίχως τέλος. Εννοούμε κάτι βαθύτερο απ’ αυτό: ότι ο Θεός είναι πλούτος ζωής και ύπαρξης. Και αυτό βρίσκει εφαρμογή στην δική μας ανθρώπινη αγάπη. Κάποιος που κατέχεται από την αγάπη είναι ένας άνθρωπος που έχει μέσα του πλούτο ζωής, στον οποίο η αίσθηση της ζωής, η δύναμη της ζωής είναι τόσο πλήρης, τόσο σπουδαία, ώστε αυτή η αγάπη είναι σίγουρη για τον εαυτό της. Και αυτό γεννάει χαρά, κουράγιο, ενθουσιασμό, και πηγαίνει τόσο βαθιά ώστε φτάνει πέρα από τον ίδιο το θάνατο. Η Αγία Γραφή λέει ότι η αγάπη είναι πιο δυνατή από τον θάνατο.

Και πρέπει να μάθουμε ν’ αγαπάμε ο ένας τον άλλον σύμφωνα με το πνεύμα του Ευαγγελίου: όχι απλώς να κάνουμε το καλό σε κάποιους ανθρώπους, αλλά να σκεφτόμαστε ποιο είναι αληθινά καλό για ένα πρόσωπο. .

Προϋπόθεση για μια ζωή προσευχής είναι μια ζωή σύμφωνη με το Ευαγγέλιο. Μια ζωή που καθιστά τις εντολές και τις νουθεσίες του Ευαγγελίου δεύτερη φύση μας.
Δεν αρκεί να τις υπακούμε όπως ο δούλος υπακούει τις επιθυμίες του κυρίου του. Πρέπει να θέλουμε να υπακούουμε μ’ όλη μας την καρδιά, όπως ένα παιδί, σαν τέκνα της Βασιλείας τα οποία ζητούν ειλικρινά αυτό για το οποίο προσεύχονται, όταν προφέρουν το 
«αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου, γενηθήτω το θέλημά σου».


Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ « Ο Εαυτός μας και ο Άλλος.»