Σάββατο 20 Μαρτίου 2021

Κυριακή της Ορθοδοξίας.

 

«Αμήν λέγω Υμίν, απ' άρτι όψεσθε τον ουρανόν ανεωγότα και τους αγγέλους του Θεού αναβαίνοντας και καταβαίνοντας επί τον Υιόν του ανθρώπου».

Με την πανηγυρική αυτή έκφραση καλωσορίζει ο Χριστός, αγαπητοί μου αδελφοί, τον Ναθαναήλ, τον αγαθό Ισραηλίτη «εν ω δόλος ουκ έστι».

Καλωσορίζει τον μαθητή και τον κάθε από τούδε και στο εξής μαθητή Του, που θα τον συναντήσει, θα τον αναγνωρίσει και θα του χαρίσει τον εαυτόν του.

«Προ του σε Φίλιππον φωνήσαι, όν τα υπό την συκήν είδον σε» μας γνωρίζει, μας βλέπει παντού και πάντα.

Δεν μπορεί να χωρέσει ο νους μας πόσο κοντά μας είναι. Πόσο ξεχωριστοί και μοναδικοί είμαστε σαν πρόσωπα για Αυτόν. Και βλέπετε ο Ναθαναήλ, ο αγαθός Ισραηλίτης, πίστεψε αμέσως. Αποκάλυψε μέσα του το πρόσωπο του Χριστού και ομολόγησε αμέσως πίστη.

Και ο Χριστός του λέγει «μείζων τούτων όψει», θα δεις πολύ περισσότερα. Θα δεις «τον ουρανόν ανεωγότα», και τους Αγγέλους του Θεού αναβαίνοντας και καταβαίνοντας επί τον Υιόν του ανθρώπου. Θα δει δηλαδή, αδελφοί μου, τα πάντα. Γιατί αν ο άνθρωπος μπορέσει να δει την ενότητα του ουρανού και της γης, εάν δει τον Υιόν του ανθρώπου, τότε είδε τα πάντα.

Το μείζον τούτων όψει. Στον υπερθετικόν βαθμόν. Γιατί αδελφοί μου, σε αυτό το «όψει» έγκειται η αλλαγή στη ζωή μας. Ο Χριστός βλέπει τον τυφλό και τον τελώνη πάνω στη συκομορέα. Βλέπει την Σαμαρείτιδα. Το βλέμμα του συναντά τον καθένα από εμάς, υποκάτω της συκής, εδώ, στον περιορισμένο υλικό μας κόσμο. Και απορούμε όταν το αισθανόμαστε. Και αν γίνουμε αγαθοί Ισραηλίτες, εάν ανακαλύψουμε αυτό το βλέμμα, τότε μείζονα τούτων θα ιδούμε. Θα ιδούμε την βασιλεία του Θεού.

Εορτάζουμε σήμερα την ανύψωση των Ιερών εικόνων στην Κυριακή της Ορθοδοξίας. Η απεικόνιση του Θείου προσώπου με υλικά μέσα, απασχόλησε πολύ τον Ελληνισμό. Αιώνες η αίρεση της εικονομαχίας ταλάνισε την καθ' ημάς Ανατολή. Ο Θεός ζητούσε οικειότητα με τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι οι Ορθόδοξοι ζωγράφιζαν το Θείο πρόσωπο και τιμούσαν τις Ιερές εικόνες, με πίστη, η δόξα και η λατρεία αναφερόταν στο Θείο πρόσωπο και όχι στην υλική απεικόνιση. Έπρεπε δηλαδή, οι άνθρωποι της περιόδου εκείνης να δουν και να οριοθετήσουν μία πραγματικότητα: Το μείζον τούτων.

Αδελφοί μου, ζούμε σε έναν περιορισμένο κόσμο. Με κάποιες παγιωμένες αντιλήψεις, «εκ Ναζαρέτ δύναται τι αγαθόν είναι;» Ρώτησε ο Ναθαναήλ. Και όμως, από τη Ναζαρέτ ήλθε ο Σωτήρας «και 

Ναζωραίος κληθήσεται». Με χρώματα και ξύλο απεικονίζουμε το πρόσωπο του Θεού, αλλά η πίστη κάνει το «μείζον τούτον όψει».

Κάνει να βλέπουμε τον ουρανό ανεωγότα και τους αγγέλους του Θεού και τον Υιόν του ανθρώπου και όλα αυτά, εάν γίνουμε αγαθοί Ισραηλίτες.

Αυτά εορτάζουμε σήμερα. Αυτά είναι η Ορθοδοξία μας. Αυτά ζητά η περίοδος της νηστείας που ξεκινήσαμε. Να σωθούμε. Να δούμε την ενότητα κτίσης και ουρανού. Και τον Υιόν του ανθρώπου και τους Αγγέλους.

Να δούμε αυτά που απεικονίζονται στις εικόνες.

Και μείζον τούτων, Αμήν.

 

 

Κυριακή της Ορθοδοξίας

 

Ορθοδοξία είναι ο τρόπος που υπάρχουμε.

Που κατανοούμε ποιοι είμαστε, ποιος είναι ο σκοπός μας, γιατί ζούμε.

Ορθοδοξία είναι ο σωστός τρόπος να βλέπουμε. Τα πάντα γύρω μας, αλλά πρωτίστως, μέσα μας.

Όταν κοιτάζουμε μία εικόνα, να στρέφουμε ολόκληρο τον εαυτό μας προς το πρωτότυπο. Όταν βλέπουμε τον κάθε άνθρωπο να αναγνωρίζουμε στο πρόσωπό του, το πρόσωπο του Θεού.

Όταν θαυμάζουμε ένα τοπίο, όμορφο πάντα, να θαυμάζουμε με όλη μας την ύπαρξη και τον Δημιουργό του.

Όταν προσπαθούμε να καταλάβουμε τον εαυτό μας και τους άλλους, να ξέρουμε καλά το τριμερές της ύπαρξης μας. Να γνωρίζουμε ότι είμαστε σώμα, ψυχή και πνεύμα και το ίδιο είναι όλοι γύρω μας,

Όταν παρατηρούμε το περιβάλλον γύρω μας που συνεχώς μεταβάλλεται να ξέρουμε ότι παντού πνέει το Άγιο Πνεύμα.

Στα πάντα να αναγνωρίζουμε την αγάπη του Θεού και τη Χάρη Του και συνεχώς να αναζητούμε το πρόσωπο του Χριστού, διότι, ως Ορθόδοξοι, πιστεύουμε στο διπλούν της φύσεως Του. Και έτσι πιστεύουμε στη Σάρκωση του, στην Ανθρώπινη φύση του και στη Θεϊκή του. Και έτσι κατανοούμε πόσο πλησίον μας είναι, πόσο μέσα μας και πόσο μας περιέχει και Τον περιέχουμε.

Γνωρίζουμε επίσης, ορθά, ότι όλοι μεταξύ μας, είμαστε ομοούσιοι, όλοι, αλλά με διαφορετική υπόσταση ο ένας από τον άλλο, εμείς.

Και έτσι βιώνουμε ορθά την ενότητα μεταξύ μας αλλά και με τον Θεό δια μέσου του Υιού και αντιλαμβανόμαστε, ορθά επίσης, τη μοναδικότητα του προσώπου μας, την μοναδικότητα και του προσώπου του άλλου, όποιος και αν είναι αυτός.

Έτσι γνωρίζουμε τα όρια μας με όποιον έχουμε στη ζωή μας, όπως γνωρίζουμε και την διαφορά μας ως όντα κτιστά, με Τον Άκτιστο.

Η έννοια αυτή του προσώπου, θα μας βοηθήσει να έχουμε ταπείνωση και να συν-χωρούμε.

Αυτό είναι Ορθοδοξία. Σωστή δόξα, σωστή γνώμη, σωστό βίωμα.

Τότε και ακόμα σε αυτό το κομμάτι το ψωμί που αρταινόμαστε αναγνωρίζουμε ουσία και το χαιρόμαστε. Γιατί αποτελεί δωρεά του Θεού.

Και αφού έχουμε ορθή δόξα για το πώς ενεργεί ο Θεός στην ζωή μας, αναγνωρίζουμε σε όλη τη Κτίση τις ενέργειες Του και σε κάθε τι ζωντανό Την Χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Η ορθή αντίληψη του Μυστηρίου της Αγίας Τριάδος και η επίγνωση του μυστηρίου της ζωής και των άπειρων μυστηρίων που μας περιβάλλουν αποτελούν ορθή δόξα, ορθή αντίληψη και ορθή έξοδο από τον εαυτό μας προς τον Θεοκεντρικό κόσμο που μας περιβάλλει.

Εάν δούμε μέσα μας τι σημαίνει Χριστός, τι θα πει Ανθρώπινη και Θεϊκή φύση στο ένα Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, σε αυτό το πρόσωπο που έρχεται προς εμάς έτσι όπως τον συναντάμε, τότε θα ζούμε μέσα στο Χριστό, εύκολα και φυσικά.

Αυτό είναι Ορθοδοξία.

Ο σωστός τρόπος να διαβάζεις όλα αυτά που συμβαίνουν και ενεργούν γύρω σου και μέσα σου.

Δεν είναι δηλαδή, τύπος ή δόγμα, όσο είναι Αλήθεια. Και η Αλήθεια αποκαλύπτεται και βιώνεται και όταν βιώνεται, γίνεται φανερή.

Αυτό εορτάζουμε σήμερα, την Αλήθεια.

Και αυτή η Αλήθεια αποκαλύπτεται, έτσι όπως αποκαλύπτεται ο Υιός ενώπιον μας.

Εμπρός στα μάτια μας.

Ορατός…….

Μπορεί ο καθ’ ένας μας να δει.  

 

 

Κυριακή 14 Μαρτίου 2021

Μεγάλη Σαρακοστή: Πορεία προς το Πάσχα.

 

Όταν κάποιος ξεκινάει για ένα ταξίδι θα πρέπει να ξέρει που πηγαίνει. Αυτό συμβαίνει και με τη Μεγάλη Σαρακοστή. Πάνω απ’ όλα η Μεγάλη Σαρακοστή είναι ένα πνευματικό ταξίδι, που προορισμός του είναι το Πάσχα, «η Εορτή Εορτών». Είναι η προετοιμασία για την «πλήρωση του Πάσχα, που είναι η πραγματική Αποκάλυψη».

Έτσι το Πάσχα πανηγυρίζουμε την Ανάσταση του Χριστού σαν γεγονός που έγινε και ακόμη γίνεται σε μας. Γιατί ο καθένας από μας έλαβε το δώρο αυτής της νέας ζωής και τη δύναμη να την αποδεχτεί και να ζήσει δια μέσου της. Είναι ένα δώρο που ριζικά αλλάζει τη διάθεσή μας απέναντι σε κάθε κατάσταση αυτού του κόσμου, ακόμη και απέναντι στο θάνατο. Μας δίνει τη δύναμη να επιβεβαιώνουμε θριαμβευτικά το: «νικήθηκε ο θάνατος». Φυσικά υπάρχει ακόμα ο θάνατος, είναι σίγουρος, τον αντιμετωπίζουμε, και κάποια μέρα θα έρθει και για μας. Αλλά όλη η πίστη μας είναι ότι με το δικό Του θάνατο ο Χριστός άλλαξε τη φύση ακριβώς του θανάτου. Τον έκανε πέρασμα -«διάβαση», Πάσχα»- στη Βασιλεία του Θεού μεταμορφώνοντας τη δραματικότερη τραγωδία σε αιώνιο θρίαμβο, σε νίκη. Με το «θανάτω θάνατον πατήσας», μας έκανε μέτοχους της Ανάστασής Του. Ακριβώς γι’ αυτό στο τέλος του όρθρου της Ανάστασης -στον Κατηχητικό Λόγο του Ιωάννου Χρυσοστόμου- λέμε θριαμβευτικά: «Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται. Ανέστη Χριστός, και νεκρός ουδείς εν τω μνήματι».

Η λατρεία της Εκκλησίας ήταν από την αρχή και είναι ακόμα και τώρα η είσοδος και η επικοινωνία μας με τη νέα ζωή της Βασιλείας. Μέσα από τη λειτουργική της ζωή η Εκκλησία μας αποκαλύπτει εκείνα που «οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ὁ Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν» (Κορ. 2, 9). Και στο κέντρο αυτής της λειτουργικής ζωής, σαν καρδιά της και μεσουράνημά της -σαν ήλιος που οι ακτίνες του διαπερνούν καθετί- είναι το Πάσχα. Το Πάσχα είναι η πόρτα, ανοιχτή κάθε χρόνο, που οδηγεί στην υπέρλαμπρη Βασιλεία του Χριστού, είναι η πρόγευση της αιώνιας χαράς που μας περιμένει, είναι η δόξα της νίκης η οποία από τώρα, αν και αόρατη, πλημμυρίζει όλη την κτίση: νικήθηκε ο θάνατος».

Ολόκληρη η λατρεία της Εκκλησίας είναι οργανωμένη γύρω από το Πάσχα, γι’ αυτό και ο λειτουργικός χρόνος, δηλαδή η διαδοχή των εποχών και των εορτών, γίνεται ένα ταξίδι, ένα προσκύνημα στο Πάσχα, που είναι το Τέλος και που ταυτόχρονα είναι η Αρχή. Είναι το τέλος όλων αυτών που αποτελούν τα παλαιά» και η αρχή της «νέας ζωής», μια συνεχής «διάβαση από τον «κόσμο τούτο» στην Βασιλεία που έχει αποκαλυφτεί εν Χριστώ.

Η Μεγάλη Σαρακοστή είναι η «χείρα βοηθείας» που απλώνει σε μας η Εκκλησία. Είναι το σχολείο της μετάνοιας που θα μας δώσει δύναμη να δεχτούμε το Πάσχα όχι σαν μια απλή ευκαιρία να φάμε, να πιούμε, ν’ αναπαυτούμε, αλλά, βασικά, σαν το τέλος των «παλαιών» που είναι μέσα μας και σαν είσοδό μας στο νέο.

Στην αρχαία Εκκλησία ο βασικός σκοπός της Σαρακοστής ήταν να προετοιμαστούν οι «Κατηχούμενοι», δηλαδή οι νέοι υποψήφιοι χριστιανοί, για το βάπτισμα που, εκείνο τον καιρό, γίνονταν στη διάρκεια της αναστάσιμης Θείας Λειτουργίας. Αλλά ακόμα και τώρα που η Εκκλησία δεν βαφτίζει πια τους χριστιανούς σε μεγάλη ηλικία και ο θεσμός της κατήχησης δεν υπάρχει πια, το βασικό νόημα της Σαρακοστής παραμένει το ίδιο. Γιατί, αν και είμαστε βαφτισμένοι, εκείνο που συνεχώς χάνουμε και προδίνουμε είναι ακριβώς αυτό που λάβαμε στο Βάπτισμα. Έτσι το Πάσχα για μας είναι η επιστροφή, που κάθε χρόνο κάνουμε, στο βάπτισμά μας και επομένως η Σαρακοστή είναι η προετοιμασία μας γι’ αυτή την επιστροφή – η αργή αλλά επίμονη προσπάθεια να πραγματοποιήσουμε τελικά τη δική μας «διάβαση», το «Πάσχα» μας στη νέα εν Χριστώ ζωή. Το ότι, καθώς θα δούμε, οι ακολουθίες στη σαρακοστιανή λατρεία διατηρούν ακόμα και σήμερα τον κατηχητικό και βαπτιστικό χαρακτήρα, δεν είναι γιατί διατηρούνται «αρχαιολογικά» απομεινάρια, αλλά είναι κάτι το ζωντανό και ουσιαστικό για μας. Γι’ αυτό κάθε χρόνο η Μεγάλη Σαρακοστή και το Πάσχα είναι, μια ακόμα φορά, η ανακάλυψη και η συνειδητοποίηση του τι γίναμε με τον «δια βαπτίσματός» μας θάνατο και την ανάσταση.

Ένα ταξίδι, ένα προσκύνημα! Καθώς το αρχίζουμε, καθώς κάνουμε το πρώτο βήμα στη «χαρμολύπη» της Μεγάλης Σαρακοστής βλέπουμε -μακριά, πολύ μακριά- τον προορισμό. Είναι η χαρά της Λαμπρής, είναι η είσοδος στη δόξα της Βασιλείας. Είναι αυτό το όραμα, η πρόγευση του Πάσχα, που κάνει τη λύπη της Μεγάλης Σαρακοστής χαρά, φως, και τη δική μας προσπάθεια μια «πνευματική άνοιξη». Η νύχτα μπορεί να είναι σκοτεινή και μεγάλη, αλλά σε όλο το μήκος του δρόμου μια μυστική και ακτινοβόλα αυγή φαίνεται να λάμπει στον ορίζοντα. «Μη καταισχύνεις ημάς από τής προσδοκίας ημών, Φιλάνθρωπε!»

π. Αλέξανδρος Σμέμαν, Μεγάλη Σαρακοστή – Πορεία προς το Πάσχα, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 2006

 

Σάββατο 13 Μαρτίου 2021

Κυριακή της Τυροφάγου.

 

Μας αγαπά ο Θεός, μ ένα τρόπο, μοναδικό. Γι αυτό συνέχεια μας αναζητά και συνεχώς μας προτρέπει ελεύθερα, να κινηθούμε προς Την Αγάπη Του.

Κι Εκείνος γνωρίζει τον τρόπο. Εμείς, όχι. Γι αυτό μας λέγει να αφήσουμε «τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών» ώστε κι Εκείνος, έτσι εύκολα θα αφήσει και τα δικά μας.

Γιατί ο Θεός μας αγαπά όλους μαζί. Δεν μπορεί έναν από εμάς να αγαπά και τον άλλον όχι. Μας έπλασε όλους, μας γνωρίζει όλους και μας θέλει όλους. Γιατί, ο Θεός είναι το Όλον, το Πάν, και δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα έξω του Θεού ,και ο Θεός δεν μπορεί να παραδεχθεί κανένα δημιούργημα Του έξω τής αγάπης Του.

Όμως ο άνθρωπος μπορεί. Ο άνθρωπος διασπά το Όλον, με την αμαρτία, με το Εγώ του. Και κτίζει το κτίσμα, ένα κόσμο δικό Του « έξω» του Θεού, ένα κόσμο αυθύπαρκτο και για αυτό ανύπαρκτο.

Ο κόσμος του Εγώ, είναι, ένας ανύπαρκτος  κόσμος, όπως και το Εγώ είναι αυθύπαρκτο, ζει και τρέφεται μόνον από τον εαυτό του και για τον εαυτό του και για αυτό είναι ανύπαρκτο.

Είναι αυτό πού γνωρίσαμε μέσα από το μονόλογο του Φαρισαίου «ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων». Είναι το εγώ πού γεννιέται μέσα στο νου του άσώτου υιού και ζητεί «δώς μοι την εμοί ουσίαν» και με αυτό το εγώ φεύγουμε μακράν Του Θεού.

Όμως τίποτα δεν υπάρχει μακράν Του Θεού, γιατί ο Θεός είναι παντού και εντός μας.

Εμείς νηστεύουμε και γινόμαστε σκυθρωποί, θησαυρίζουμε θησαυρούς επί της γης « ίνα φανώμεν τοις ανθρώποις νηστεύοντες», και όχι τω Θεώ . Και οι θησαυροί μας θα προσελκύσουν, κλέφτες και σκώληκες και θα αφανιστούν.

Όλα αυτά είναι οι ψευδαισθήσεις πού γεννά το εγώ, είναι το εγώ αυτό το ίδιο το εγώ πού μας χωρίζει απ τους άλλους και δεν θέλει να συγχωρήσουμε και να συν-χωρέσουμε και έτσι να βρούμε τον Πατέρα μας.

Μόνο ένα βήμα προς τα μέσα, να κάνουμε και θα συναντηθούμε με τον Πατέρα. Τόσο εγγύς στέκει. Και μας δίνει όλη την πρωτοβουλία εν τη προθέση. Τι ζητά; Αυτήν την εύκολη, μεγάλη μεταμόρφωση, όλα να γίνουν προς δόξα Θεού.

Από σήμερα πού αρχίζουμε το στάδιο τής Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Τι μάς ζητά; Να αναγνωρίσουμε ότι είμαστε όλοι, Ένα. Εμείς, οι άλλοι και ο Θεός. Η επιτυχία τής ύπαρξης μας, δεν ξεκινά από κανέναν άλλο, ούτε από τον Θεό, άλλά από εμάς τους ίδιους.

Να συν-χωρέσουμε, να νίψουμε τα πρόσωπα μας, και χαρούμενοι, όχι σκυθρωποί, να διαχωρίσουμε τους θησαυρούς πού κλέπτουν, οι κλέπτες από εκείνους τους θησαυρούς πού θησαυρίζουμε εν ουρανώ, να δούμε δηλαδή πόσο ,ποιοτικώς και ποσοτικώς, από εμάς είναι εν ουρανώ, πόσο αναγνωρίζουμε στον άλλο την οδό τής σωτηρίας μας, προς τον Θεό, και πόσο από ότι έχουμε και νομίζουμε ότι κατέχουμε, έχουμε αφιερώσει στον Θεό.

Σε αυτά όλα, θα καταλάβουμε την ποσότητα και την ποιότητα αντίστοιχα του εγώ πού έχουμε κτίσει- θησαυρίσει, και του όποιου εγώ ζει και τρέφεται από την ενοχοποίηση όλων των άλλων, την θησαύριση των παραπτωμάτων, πάντοτε των άλλων.

Το εγώ είναι η καρδιά της αμαρτίας μας .Και είναι ο μοναδικός «θησαυρός» μας επί της γης, πού με τόσο κόπο θησαυρίζουμε. Και είναι ανύπαρκτο αυτό το εγώ, όπως ανύπαρκτο στη πραγματικότητα είναι, ότι δεν προέρχεται από τον Θεό, και μένει έξω του Θεού, όπου σης και βρώσις αφανίζει, και όπου κλέπται διορίσουσει και κλέπτουσει.

Με αυτό το εγώ μας να αγωνισθούμε και αυτήν την Τεσσαρακοστή. Με αυτό τον ψευδή εαυτό μας πού τρέφεται από τα παραπτώματα των άλλων, πού μας ωθεί να είμαστε υποκριταί και σκυθρωποί. Γιατί το εγώ χρειάζεται, συνέχεια, ένα ψευδές προσωπείο, και αναζητεί συνεχώς θησαυρούς για να υπάρξει επί της γης, εκτός του Θεού.

Η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι μια, ακόμα, πραγματική ευκαιρία. Να συνυπάρξουμε με τον Θεό εκεί, στο εν κρυπτώ.

 Μέσα μας στον ενδότερο, εσωτερικό μας κόσμο, εκεί πού βλέπει ο Θεός.

Αμήν.


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ


Είμαστε αυτό που αποφασίζουμε εμείς να είμαστε.

Εμείς οι ίδιοι σχηματίζουμε την εικόνα του εαυτού μας και των άλλων. Δημιουργούμε κόλαση ή παράδεισο. Γύρω μας ή μέσα μας.

Κανέναν παράδεισο δεν φτιάχνει ο Θεός και οπωσδήποτε καμία κόλαση. Γιατί αυτά τα δύο δεν είναι κάποιοι τόποι συγκεκριμένοι, οριοθετημένοι…..είναι κατάσταση. Εσωτερική, του ίδιου του ανθρώπου, για τον εαυτό του και για τους άλλους.

Ο άνθρωπος που αγαπά, συγχωρεί και έτσι ο χώρος της ύπαρξης του διευρύνεται και «βλέπει» Το Θεό, γιατί βλέπει τους άλλους μέσα στην πραγματική τους ύπαρξη. Ο άνθρωπος που αφήνει τα παραπτώματα όλων των άλλων, γνωρίζεται με το Θεό και έτσι αφέονται και τα δικά του παραπτώματα.

Διώχνοντας τους λογισμούς (διότι όλα λογισμοί είναι) αφήνει χώρο μέσα του για τον Θεό, συν-χωρεί δηλαδή, δηλαδή εκτός από τους λογισμούς του, αρχίζει να χωρά και κάτι άλλο….

Τότε ο άνθρωπος αγαπά. Δεν εμποδίζεται πλέον να αγαπά. Δεν φοβάται να στερηθεί την αγωνιώδη ευχαρίστηση των φαγητών, των διασκεδάσεων, των σαρκικών του πειραμάτων….δεν φοβάται δηλαδή να μείνει χωρίς αυτά. Και όσο δεν φοβάται, τόσο ελευθερώνεται. Και όσο ελευθερώνεται τόσο δοκιμάζει και ακόμα λίγο περισσότερη σχέση με το Θεό, και ακόμα λιγότερη δέσμευση με τον κόσμο. Και όσο γνωρίζει τι είναι ο μέσα του κόσμος και ποια η ποιοτική διαφορά με τον έξω, τόσο περισσότερο ζει «εν κρυπτώ»….

Και όσο μετατίθεται η ύπαρξή μας προς τα μέσα και προς τα επάνω τόσο πιο πολύ, «αιώνια» γίνεται….

Όσο όμως βαραίνει με λογισμούς, με την μη συγχώρεση, με τροφές και σχέσεις σαρκικές και ατελέσφορες, με δήθεν αποταμιεύσεις και δανεισμούς, αντί να θησαυρίζουμε θησαυρούς επί της γης, θησαυρίζουμε αλυσίδες, δεσμεύσεις, βάρη, ασθένειες, πόνο….

Γιατί όταν θα μας ζητηθεί αυτό που μας δόθηκε, πρέπει να το αποδώσομε Καθαρό όπως το προσλάβαμε, στον Δημιουργό Του. Δίχως κατάκριση, κατάχρηση, φιλαυτία.

Ξεκινάμε μιαν Νηστεία, σαν άθληση και με το σθένος ενός αθλητή. Για να δούμε τι είμαστε, με λιγότερο φαγητό, με λιγότερη οργή μέσα μας, με λιγότερη εξάρτηση από χρήματα και πρόσωπα.

Θα προχωρήσουμε λίγο αυτές τις ημέρες από το έξω το θορυβώδες, προς το έσω, το κρυπτό, για να δούμε, εάν δούμε, τι είναι αυτό το έσω και πόσο χαρά θα μας δώσει;

Για να γνωριστούμε με όλους αυτούς τους θησαυρούς που ούτε σκόρος και σκουριά τους καταστρέφει, ούτε και οι κλέφτες σκάβουν τους τοίχους και τους κλέβουν.

Γιατί η περίοδος Της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι περίοδος ανοιχτή στον ουρανό, της καρδιάς μας και του Νου μας.

Γιατί όπου είναι ο θησαυρός μας, εκεί είναι η καρδιά μας.

Που είναι αδελφοί μου οι θησαυροί μας;

Που είναι η καρδιά μας;


Καλό Στάδιο!

 


 

Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

Κυριακή της Απόκρεω.

 

Η ιστορία του κόσμου μας, έχει αρχή και τέλος, συγκεκριμένο.

Η ιστορία υπάρχει για να φθάσει στην σημερινή ευαγγελική περικοπή, στην ημέρα που θα έλθει ο Υιός του Ανθρώπου εν τη δόξη Αυτού.

Είναι η ιστορία ενός κόσμου που θα τελειώσει και θα ολοκληρωθεί και θα κριθεί. Και θα αντικατασταθεί από «την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου».

Και η δική μας, προσωπική ιστορία επίσης. Εμείς που ζούμε μέσα από σχέσεις, αναζητώντας το πρόσωπό μας μέσα από τα πρόσωπα των άλλων και το πρόσωπο του Χριστού, εδώ κι εκεί, σαν άγνωστοι πολλές φορές, ανάμεσα σε αγνώστους.

Ζούμε χωρίς να μπορούμε να γνωρισθούμε, ούτε και να αναγνωρισθούμε.  Μεταξύ μας. Φίλοι, συγγενείς, γείτονες, συνάδελφοι, αλλότριοι και ξένοι, παράλληλοι κόσμοι, σκέψεις που συνεχώς μας χωρίζουν και δεν αναγνωρίζουμε το πρόσωπό μας ή το πρόσωπο του άλλου ή το Πρόσωπο Του Θεανθρώπου στο πρόσωπο του Συνανθρώπου, έτσι όπως μας έχει δοθεί εντολή. Και λέμε σ’ εκείνον που μας ρωτά: «πότε σε είδομεν;»

Ζούμε μέσα στον κόσμο σε μια συνεχή αναζήτηση. Ψάχνουμε συνέχεια κάτι, ή κάποιον ή τον Χριστό και κινδυνεύουμε μέχρι το τέλος, μέχρι την Κρίση να μην έχουμε απάντηση στο ερώτημα: «πότε σε είδομεν». Σε αυτό το ερώτημα θα ‘χουμε απάντηση νομίζετε έστω για εκείνους με τους οποίους μοιραζόμαστε την ζωή μας;

Πότε τα είδαμε τα παιδιά μας, τους συζύγους, τους γονείς, τους άλλους ανθρώπους γύρω μας;

Πότε τους είδαμε διψώντες, πεινώντες να νιώθουν ξένοι;

Πότε επισκεφθήκαμε την φυλακήν ο ένας του άλλου φέροντες πνοή ελευθερίας;

Πότε επισκεφθήκαμε τις ασθένειες ο ένας του άλλου με συμπόνια;

Αν κάτι ή όλα αυτά μας έχουν συμβεί, πραγματικά, αν πλησιάσαμε πραγματικά, έναν των αδελφών μας των ελαχίστων, εάν βγήκαμε από τον περιορισμένο, εγωκεντρικό μας εαυτό προς τον άλλον, εκεί συναντήσαμε Χριστό.

Εάν δεν βγήκαμε, εάν δεν υπήρξαμε έξω από τον εαυτό μας, τότε θα ΄ναι «δίκαια» η απορία μας: «πότε σε είδομεν»;

Γιατί στην πραγματικότητα κανέναν ποτέ δεν είδομεν.

Ούτε έναν των ελαχίστων αδελφών μας, ούτε τον Κύριο.  

Μένουμε την απορία μιας ζωής μέσα στην φτώχεια του εγώ, βγάζοντας έξω από εμάς την πείνα, την δίψα, την γυμνότητα του άλλου και την φυλακή του. Γιατί;

Μα γατί ούτε την δική μας προσωπική φτώχεια, γυμνότητα, πείνα, δίψα και φυλακή καταλάβαμε.

Δεν επιτρέψαμε στον εαυτό μας να επισκεφθεί τον εαυτό μας.

Και βέβαια, έτσι παραμείναμε έως τέλους πεινώντες, διψώντες και εν φυλακή.

Διότι, αδελφοί μου, η γνωριμία με τον Θεό, πριν περάσει από τον ένα, τον ελάχιστο αδελφό μας, περνά από εμάς τους ίδιους.

Αυτό διδαχθήκαμε στην Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου και κατόπιν στην Κυριακή του Ασώτου: Την επιστροφή στον εαυτό μας και έτσι στον Θεό. Γιατί η εκτός Θεού έξοδος από τον εαυτό μας αποτελεί ξενιτία και από εμάς και από τον άλλο και από τον Θεό.

Για αυτό, όταν στο τέλος της διαδρομής θα ερωτηθούμε, θα αποκριθούμε: «Πότε σε είδομεν»;

Γιατί τίποτα δεν θα έχουμε δει. Και το κρίμα θα ‘ναι ότι ΟΛΑ ήταν δίπλα μας και οι πεινώντες και οι διψώντες και οι εν φυλακή και σε όλες αυτές τις υποστάσεις ο Δυσ-υπόστατος Χριστός ως Υιός του Ανθρώπου. Δηλαδή ως ο Θεάνθρωπος, ο Δικός μας, που ενοικούσε και ενοικεί σε όλους εμάς τους ελαχίστους. Αρκεί να πεινάμε, να διψάμε, να παραμένουμε γυμνοί και ασθενείς, ελάχιστοι απέναντι στους άλλους, ώστε έτσι σαν ελάχιστους να μας δουν οι άλλοι και να έλθουν προς ημάς.

Αν αφήσουμε αυτήν μας την ύπαρξη, με ταπείνωση να υπάρχει, θα μας αναγνωρίσουν κι εμείς θα αναγνωρίσουμε άλλους και μέσα από αυτήν την έξοδο, θα πλησιάζουμε Χριστό, σχεδόν πάντα εν αγνοία μας.

Αν κοιτάξουμε μέσα μας τον Τελώνη, αν αναβλέψουμε στο τέλος της πορείας ως ο άσωτος Υιός, τότε θα ακούσουμε εκείνο το, Αμήν λέγω υμίν, αυτό το τόσο τελικό:

Ότι κάνατε στον ελάχιστο εαυτό σας και στον ελάχιστο αδελφό σας

Εμοί εποιήσατε.

 

Κυριακή της Απόκρεω

Εκ του κατά Ματθαίου.

Κύριε,

«Πότε σε είδομεν……»

Ολόκληρη την ζωή μας, αναζητούμε τον εαυτό μας, ψάχνουμε το πρόσωπό μας, σε καθρέπτες, φωτογραφίες, ρόλους, ενδυμασίες και μεταμφιέσεις…..

Ολόκληρη την ζωή μας, λέμε πως ψάχνουμε τον Κύριο, πολλοί από εμάς είμαστε σίγουροι πως Τον γνωρίζουμε και αυτήν μας την βεβαιότητα, συχνά, την αποκαλούμε, πίστη.

Και δεν ξέρουμε τίποτα, και αυτή η πίστη, συχνά είναι μια μίμηση, μια μίμηση πίστης άλλων, που δεν γνωρίσαμε, ούτε έχουμε μερίδα από την πίστη τους.

Αναζητήσαμε στους αγίους πολλές φορές να μοιάσουμε και τους τιμήσαμε με εικόνες και τελετές και γονυκλισίες και βέβαια μείναμε απ’ έξω. Το εγώ μας τράφηκε και αυξήθηκε και μας απομάκρυνε όλο και πιο πολύ από το απλό, το τόσο απλό:

«Κύριε, πότε σε είδομεν…..»

Μα ο Κύριος μπορούσε να γίνει ορατός μέσα από κάθε συν-άνθρωπο μας. Αλλά από ποιόν συνάνθρωπο; Εκείνον που η πτωχεία του τον άφηνε τόσο κενόν που να βρίσκει χώρο ο Θεός. Γιατί για να έρθει ο Θεός πρέπει να φύγουν όλα τ’ άλλα. Να αδειάσεις……..

Και πότε γίνεται αυτό;

Όταν διψάς, πεινάς και αφανίζεσαι, όταν είσαι ξένος, δηλαδή μόνος και μέσα σ’ αυτήν την μοναξιά ενοικεί ο Θεός. Όταν είσαι ασθενής και η αδυναμία της αρρώστιας σε κάνει δοχείο κατάλληλο να ενοικήσει ο Θεός. Όταν είσαι στη φυλακή και σου λείπουν τα πάντα τότε, στρέφεσαι προς τον Θεό. Και ο Θεός έρχεται!!! 

Μ’ όλα αυτά, αδειάζεις από το εγώ, αδελφοί μου, μένεις μόνος, φτωχός, γυμνός, διψών και πεινών και τότε έρχεται το Όλον, το απόλυτο τίποτε συναντά το απόλυτο Όλον.

Ο άνθρωπος πρέπει να φθάσει να δεχθεί, να γίνει απόλυτα παθητικός, ήσυχος, αφημένος από όλα, και ο Θεός είναι Αυτός που έρχεται.

Ο Θεός δίνει και ο άνθρωπος δέχεται.

Είναι πιο εύκολο να προσευχηθεί ο ασθενής, απ’ ότι ο υγιής, εκείνος που πεινά, από τον χορτασμένο.

Αυτός που στερείται, που χάνει τα πάντα, αφανίζει το εγώ και εκεί που θα λείψει το εγώ, αυτόματα, εύκολα, θα έλθει ο Θεός.

Και θα ενωθεί μαζί του.

Κι εμείς, όσοι επιστεφθήκαμε ασθενείς, πεινώντες, ή διψώντες, ή φυλακισμένους, πήραμε γεύση Θεού, γιατί, μπορεί για άλλο λόγο να πήγαμε, ούτε που καταλάβαμε που πηγαίναμε και αντί για φυλακισμένους βρήκαμε ελεύθερους, πιο ελεύθερους από εμάς, αντί για ασθενείς, βρήκαμε υγιέστερους από εμάς. Γιατί μέσα σε αυτήν τους  την πτωχεία, βρήκε χώρο ελεύθερο και ενοίκοισε ο Κύριος.

Κι εμείς, συχνά χωρίς καν να το καταλάβουμε εποτίσαμε τον Κύριο, Του εδώκαμε φαγείν και Τον εθρέψαμε.

Και είναι αυτή η συνάντηση τόσο απλή, που ούτε το καταλάβαμε.

Γιατί ούτε που καταλάβαμε πόσο εγγύς είναι ο Κύριος, πόσο πλησίον. Και με την ίδια ευκολία, με την ίδια ανοησία, χάσαμε το ραντεβού μαζί Του πάλιν γιατί δεν υποψιασθήκαμε πόσο δίπλα μας ήταν, σε ποιόν δίπλα μας ήταν.

Επειδή ο Θεός βρήκε χώρο στους ελάχιστους αδελφούς μας, γιατί μέσα σε αυτό το ελάχιστο έμεινε χώρος για τον Θεό.

Τους υπόλοιπους χώρους τους γέμισε η αλαζονεία μας, η απληστία, η φιλαυτία μας.

Η απάντηση στο «Κύριε, πότε σε είδομεν…» είναι απλή. Είναι γύρω μας και μέσα μας. Όμως πρέπει να πεινάσουμε, να διψάσουμε, να γυμνητεύσουμε, να μπούμε σε φυλακή. Ή να ανακαλύψουμε τους αδελφούς μας που είναι γυμνοί, πεινώντες, διψώντες ή εν φυλακή.

Πάντα ο μέσα εαυτός αναγνωρίζει τον έξω εαυτό.

Για να είδομε τον Κύριο στον συνάνθρωπο που πεινά, πρέπει οι ίδιοι εμείς να πεινάσουμε, να αφήσουμε να πεινάσουμε, να γυμνωθούμε, να διψάσουμε πολύ.

Να αναγκάσουμε τον εαυτό μας σε φυλακή.

Τότε θα αναγνωρίσουμε τον πλησίον, ως οικείον, ως εαυτόν.

Και ως τον ίδιον τον Θεόν.




Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2021

Κυριακή του Ασώτου.

  

Ζούμε την κάθε μέρα με την επιθυμία της επιστροφής μας, στον παράδεισο. Αυτόν τον παράδεισο ψάχνουμε, με κάθε μας πράξη. Αίφνης, βλέπουμε ένα ωραίο πρόσωπο και χαιρόμαστε γιατί μας θυμίζει τον παράδεισο που αναζητούμε, ένα ωραίο τοπίο, μας αρέσει ιδιαίτερα γιατί είναι ένα τοπίο όχι μόνο του κόσμου ετούτου, αλλά και του δικού μας παραδείσου πού απωλέσαμε. Ακούμε μια ωραία μουσική και ευφραίνεται η καρδιά μας γιατί αυτή η μουσική έχει κάτι από την αρμονία του παραδείσου μας.

Το μάτι μας αναπαύεται στη θέα ενός μικρού παιδιού, και η πιο σκληρή και κουρασμένη καρδιά γλυκαίνει στη θέα ενός μικρού παιδιού που γελά ή που κοιμάται γιατί τα παιδιά είναι γεμάτα από την ευωδία του παραδείσου, από τον όποιο μόλις ήλθαν, και τον όποιον ακόμα δεν απώλεσαν εντελώς.

Ονειρευόμαστε, έντονα και συνεχώς, ένα ταξίδι, γιατί δεν είμαστε από εδώ, δεν είμαστε για εδώ και το ξέρουμε. Η καρδιά μας, μας το πληροφορεί και θέλουμε να φύγουμε. Στην πραγματικότητα ο παράδεισος είναι ο σκοπός μας, αλλά σαν να μη το ξέρουμε... Θέλουμε για πολλοστή φορά να επισκεφθούμε άγιους τόπους, να προσκυνήσουμε κάτι από τα σημεία του Θεού στη Γη και εξερχόμαστε γι' αυτό του εαυτού μας.

Και ερωτευόμαστε πρόσωπα που κάτι μας θυμίζουν, που μας θυμίζουν κάτι από τον προσωπικό μας παράδεισο και δεν το ξέρουμε. Και επιθυμούμε τοπία, και χαραυγές και ηλιοβασιλέματα του κόσμου τούτου, γιατί όλα αυτά είναι γράμματα που σκόρπισε ο Θεός παντού για να Τον βρούμε. Όμως όλα αυτά αν και είναι πολύ όμορφα. Είναι όμως κτιστά.

Για αυτό όσο και αν τα φτάσουμε, όσο και αν τα ιδούμε, τα κρατήσουμε στην αγκαλιά μας, όσο κι αν νομίσουμε ότι τα κατέχουμε, θυμίζουν τον παράδεισο, αλλά δεν είναι ο παράδεισος. Κι αυτό μας γεμίζει θλίψη. Για αυτό οι περισσότεροι άνθρωποι γύρω μας, είναι θλιμμένοι. Είμαστε θλιμμένοι. Γιατί όλη αυτή η έξοδος από τον εαυτό μας, όλη αυτή η διεκδίκηση του επιβάλλοντος μέρους της ουσίας είναι έξωση από τον παράδεισο.

Κι αυτό συμβαίνει όταν χάνουμε- εκούσια -την συνείδηση του « πάντα τα εμά σα εστίν» Όταν κατακερματίζουμε τον κτιστό κόσμο του Θεού σε οικόπεδα της δικής μας ματαιοδοξίας και όταν από την αγάπη του προσώπου ως εικόνα Θεού του κάθε συνανθρώπου μας, πέφτουμε στον έρωτα-αίρεση ενός μέρους αυτού: του εγωκεντρικού μας ειδώλου-

καθρέπτη. Στον άλλο αγαπάμε μια προέκταση του εγώ μας και έτσι αποδημούμε εις χώραν μακράν της πραγματικής μας ύπαρξης.

Όσο ταυτιζόμαστε με όλους και όλα αυτά, τόσο κολλώμεθα επί των πολιτών της χώρας εκείνης, τη μακράν του παραδείσου. Κι αυτή η διάζευξης μας με τον Θεό θα μας κάνει να υποδουλωθούμε στα πάντα, να βοσκήσουμε χοίρους των σαρκικών μας πια επιθυμιών και να τρεφόμαστε με αυτές τις επιθυμίες, τα  ξυλοκέρατα.

Όμως, όλες αυτές οι επιθυμίες μας, αδελφοί μου, αργά ή γρήγορα θα αποδειχθούν ψευδαισθήσεις. Γι' αυτό και πάντα θα πεινάμε. Ποτέ δεν χορταίνουμε. Και θα προσπαθούμε να γνωρίσουμε κι άλλους ανθρώπους, να αγαπήσουμε άλλους που ίσως μας φέρουν την ευτυχία, να αποκτήσουμε καινούργιο σπίτι, να αυξήσουμε τις καταθέσεις μας στην Τράπεζα, να επεκτείνουμε την επιρροή μας στους γύρω μας. Και με όλα αυτά θα επιθυμούμε να γεμίσουμε την κοιλία μας, αλλά όλα αυτά τίποτα δεν θα μας δίδουν. Πάντα θα πεινάμε! πάντα ο φόβος τού «εγώ δε λιμώ απόλλυμαι!» θα μας τυραννά.

Αντί για αυτή τη συνεχή μας έξοδο από τον εαυτό μας, φθάνει η τόσο απλή συνειδητοποίηση ότι αυτό που μας λείπει είναι αυτό πού έχουμε, το μόνο που πραγματικά έχουμε και αναστάντες θα πορευθούμε προς τον Πατέρα, όχι έξω, όχι κάπου, σίγουρα όχι σε κάποιους, αλλά μέσα μας, τόσο κοντά, γιατί ο παράδεισος που αναζητήσαμε είναι εντός ημών, γι' αυτό και πουθενά δεν τον βρήκαμε…

Τον χώρο του παραδείσου εντός μας το έφτιαξε ο Θεός όταν από πάντα μας αγάπησε τόσο πολύ που με τίποτα άλλο να μην μπορούμε να ευτυχήσουμε. Όλα θυμίζουν αυτήν την αγάπη, αλλά δεν είναι αυτή η αγάπη.

Ο Θεός μας γνωρίζει προσωπικά τον καθ' ένα από εμάς.

Η πορεία μας είναι μια πορεία εντός, προσωπική προς Αυτόν. Και γίνεται όχι με την δική μας ενέργεια αλλά με την ενέργεια του Θεού.

Εμείς αναστάντες πορευόμεθα προς Αυτόν, αλλά πάντα Αυτός εξέρχεται, δραμών και πέφτει εις τον τράχηλο μας και καταφιλεί ημάς. Για τέτοια αγάπη μιλάμε, αδελφοί μου.

Για να ευφρανθούμε όμως και να χαρούμε, θα πρέπει να καταλάβουμε ότι, πάντοτε είμαστε με τον Θεό, και πάντα τα τού Θεού, ημών εστί. Μακριά από τον Θεό νεκροί είμαστε και απολωλότες.

Κοντά Του αναζούμε και για πρώτη φορά, υπάρχουμε, ευρισκόμεθα.

Αμήν.



Κυριακή του Ασώτου
(Εκ του κατά Λουκά)

 «…Πάτερ, δος  μοι το επιβάλλον μέρος της ουσίας»

 Το επιβάλλον μέρος, λοιπόν. Ο άνθρωπος πάντοτε από εκεί θα ξεκινάει την ξενιτιά του και το μακρύ του ταξίδι. Από το επιβάλλον μέρος…..Από το να μην κατανοεί το όλον, την απόλυτη ενότητα του με τον Κτίστη. Με αυτό που τον ενώνει με τον Πατέρα.

Είμαστε κτιστά όντα, ομοούσιοι με τη κτίση με διαφορετική όμως υπόσταση. Προερχόμαστε όλοι από την ίδια φύση, από εκείνον τον ίδιο «χουν» που έλαβε ο Δημιουργός και μας έφτιαξε, όλους, και ενεφύσησε την δημιουργική του Πνοή με ελεύθερη θέληση. Από το μηδέν προς το είναι. Από την εικόνα, λοιπόν, στο καθ’ ομοίωσιν. Και αυτή είναι η ουσία και όχι το επιβάλλον μέρος της ουσίας.

Από αυτήν και με αυτήν την υπέροχη αγάπη φτιαχθήκαμε, γεννημένοι από την εκρηκτική θέληση του Θεού για Ζωή και για όντως Ζωή.

Έτσι γεννιόμαστε όλοι, εκ του μη όντως εις το είναι, πάντα, νυν και αεί, μέσα στις αγκάλες του Πατρός.

Και όμως, πόσο εύκολα αποδημούμε –ή νομίζουμε ότι αποδημούμε- εις χώραν μακράν, αναζητώντες εκείνο που έχουμε και ποτέ δεν χάσαμε, ψάχνοντας, αυτό που είμαστε. Δαπανώμεθα ζώντες ασώτως, και αφού δαπανήσουμε τα πάντα από το μέρος της ουσίας που « κατέχουμε», προσκολλούμεθα σε κάποιον από τους πολίτες της χώρας της ξενιτίας μας, γιατί αδυνατούμε πλέον να υπάρξουμε μόνοι μας. Υποδουλωνόμεθα στον άλλο. Και βόσκουμε πια τους χοίρους των επιθυμιών μας στους αγρούς, της ερημιάς μας.

Μια πορεία μονόδρομος από το όλον στο κατά μέρος και συχνά, στο τίποτα, σε λιμών ισχυρόν.

Από την ελευθερία της ευλογίας του Πατέρα εις την υποδούλωσιν μας σε ξένες προς εμάς, καταστάσεις.

Μα εκείνη η Πρώτη Αγάπη, η Ακέραια, η Ολοκληρωτική, δεν σβήνεται από μέσα μας. Η αγάπη, όταν είναι τέτοια σαν εκείνη του  Πατέρα της παραβολής αλλοιώνει για πάντα τον άνθρωπο.

Μα και όσοι γνωρίσαμε μιαν τέτοια αγάπη, ή όσοι προσφέραμε μιαν τέτοια αγάπη, το ξέρουμε, ότι πλέον κι αν τρώμε, κάποτε, από των κερατίων ών ήσθιον οι χοίροι λιμώ απολλύμεθα..

Ποτέ δεν θα χορτάσουμε με κάτι λιγότερο. Γιατί αυτό που αλλοιώνει τον άνθρωπο  οριστικά, είναι η αγάπη. Και αυτό είναι που θα τον οδηγεί πάντοτε προς το Θεό. Είναι ένας φυσικός δεσμός, χωρίς βία, χωρίς ανάγκη, χωρίς χρονικό προσδιορισμό. Θα έλεγα είναι μια αγάπη υποστατική.

Ελεύθερα δίδεται, ελεύθερα επιστρέφει.

Υπάρχει και όταν αποδημούμε εις χώραν μακράν, υπάρχει όταν διασκορπίσουμε την ουσίαν μας ζώντες ασώτως, υπάρχει και όταν αναστώμεθα και πορευόμεθα πίσω, στον εαυτό μας. Και επειδή αυτή η αγάπη που ζητεί τα εαυτοίς, μας αγκαλιάζει εύκολα, και εύκολα και εμείς δεχόμαστε αυτήν αγκαλιά.

Εύκολα τότε και εμείς, επιτέλους, θα εκδηθούμε τα ράκη της έως τώρα ξενιτίας μας και θα ενδυθούμε την στολήν την πρώτην.

Εύκολα, αβίαστα και ελεύθερα και εντελώς δωρεάν θα φορέσουμε το δακτύλιον της ευγενικής μας καταγωγής και στα πόδια υποδήματα και τότε θα αρχίσουμε να ευφραινόμαστε.

Γιατί μέσα σε αυτή τη κατάσταση θα είμαστε, ξανά, ο εαυτός μας. Αυτό που από πριν ήμασταν αλλά δεν καταλαβαίναμε. Και τότε σε ολόκληρο τον κόσμο μας, θα υπάρχει Γιορτή. Έτσι θα νιώθουμε εμείς.  Τον κόσμο σε γιορτή. Επειδή θα έχουμε επιστρέψει στον Πατέρα.

Μπορεί, αδελφοί μου, όταν θα αξιωθούμε να νιώθουμε αυτήν την χαρά, να υπάρχει κάποιος από εμάς, ομοούσιος αδελφός, που να μην συμμετέχει. Ίσως γιατί δεν πόνεσε τόσο και δεν καταλαβαίνει τον πόνο μας, ή ίσως δεν έφυγε ποτέ και δεν ξέρει τη χαρά της επιστροφής. ‘Η ίσως κι εκείνος ακόμα να πεινά και να νομίζει ότι δεν έλαβε και δεν έφαγε ποτέ ούτε ερίφιον με τους φίλους του, για να ευφρανθεί. Κι αυτός, ίσως μέχρι τώρα δεν χάρηκε τη περιουσία του…..

Αν γύρω μας υπάρχει αδελφός που δεν συμμετέχει στην ζωή μας, στην χαρά μας, υπάρχει γιατί δεν κατάλαβε τον πόνο μας.

Κι εκείνος από κάποιον δρόμο έρχεται προς το Πατέρα, διαφορετικό από δικό μας, σίγουρα, αλλά κι εκείνος πεινά. Σε άλλους αγρούς περιπλανήθη αυτός, σε άλλους εμείς.

Ο καθ’ ένας με τη πείνα του και τη δίψα του, την δική του, τη προσωπική.

Αλλά για όλους «ευφρανθήναι δε και χαρείναι έδει».

Τα πάντα προσφέρονται σε όλους μας, από όποιον δρόμο κι αν επιστρέφουμε. Για αυτό ας μην οργισθούμε ο ένας για τον άλλο ποτέ και ας εισέλθουμε στην χαρά του Πατρός και του Άλλου. Γιατί όσο κι αν μοιάζουμε διαφορετικοί είμαστε ίδιοι στο κατ’ εικόνα κι αν ταξιδεύουμε προς το καθ’ ομοίωσιν, κατά Θεόν, δηλαδή, Θα ενωθούμε στην χαρά του Πατρός και τότε νεκροί θα ήμασταν και θα ζήσουμε, απολωλοκότες και θα ευρεθώμεν.

 

   Εν Χριστώ.


Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2021

Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ: Πνευματικά κεφάλαια.

 

33. Πώς να περάσουμε μια μέρα χωρίς αμαρτία, δηλαδή άγια; Να το καθημερινό πρόβλημα μας. Πώς να μεταμορφώσουμε το είναι μας, το φρόνημα, τα αισθήματα, τις ίδιες τις φυσικές αντιδράσεις μας, ώστε να μην αμαρτήσουμε ενάντια στον Ουράνιο Πατέρα μας, στον Χριστό, στο Άγιο Πνεύμα, στην ανθρώπινη υπόσταση, στον αδελφό μας και σε κάθε πράγμα σ’ αυτή τη ζωή;

34. «Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς». Πολλές φορές επανέλαβα αυτή την προσευχή της Εκκλησίας. Η επί γης αναμάρτητη ζωή μας ανοίγει τις πύλες του Ουρανού. Δεν είναι ο πλούτος των γνώσεων που σώζει τον άνθρωπο. Είναι η αναμάρτητη ζωή που μας προετοιμάζει για τη ζωή με τον Θεό στο μέλλοντα αιώνα. Η χάρη του Αγίου Πνεύματος μας διδάσκει τις αιώνιες αλήθειες κατά το μέτρο που ζούμε σύμφωνα με τις εντολές: «Αγαπήσεις τον Θεό σου, τον Δημιουργό σου, με όλο το είναι σου και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Ναι, κρατείτε πάντοτε αυτές τις εντολές.

35. Μείνετε στην προσευχή, μείνετε στον αγώνα, να περάσετε τη μέρα σας χωρίς αμαρτία. Όλα τα υπόλοιπα θα δοθούν από τον Ίδιο τον Θεό.

36. Για να φυλάξουμε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, οφείλουμε ν’ απέχουμε από κάθε λογισμό που δεν αρέσει στον Θεό, μας λέει ο Γέροντας Σιλουανός. Ιδού το έργο μας. Ιδού η πνευματική μας καλλιέργεια. Εφόσον πρόκειται για την αιώνια σωτηρία, αυτό δεν τελειώνει ποτέ. Αρχίζουμε και ξαναρχίζουμε χωρίς τέλος.

37. Δεν μπορούμε να πραγματοποιήσουμε μέσα μας την εικόνα του Χριστού, εκτός αν είμαστε πραγματικά ενωμένοι, όπως ο Χριστός το ζητούσε από τους μαθητές Του: «Αγαπάτε αλλήλους», για να γνωρίζει ο κόσμος ότι είστε του Χριστού.

38. «Η ζωή των άλλων έχει για μένα μεγαλύτερη αξία από τον ίδιο τον εαυτό μου, από την ίδια τη ζωή μου». Όταν καταλάβετε αυτό, δεν θα υπάρχουν πια προστριβές μεταξύ σας. Η λύση ενός προβλήματος ή μιας διαμάχης δεν εξαρτάται από τις τυπικές διαδικασίες, ούτε από τον τρόπο συμπεριφοράς, αλλά από την απόφαση να υπομείνουμε το παν. Ο καθένας μας οφείλει να έχει για τους άλλους την αγάπη της μητέρας.

39. Οφείλουμε να είμαστε άκρως ευαίσθητοι στις ανάγκες των άλλων. Τότε θα είμαστε ένα και η ευλογία του Θεού θα μένει πάντοτε μαζί μας. Άφθονη!

40. Πρέπει να έχουμε τη συνείδηση του Χριστού, που φέρει μέσα Του ολόκληρο τον κόσμο· σ’ αυτό έγκειται η καθολικότητα της ανθρωπίνης υποστάσεως. Ο λόγος του Χριστού «ου δέδεται», δεν έχει όρια.

41. Αν όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της πίστεως ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός, ο Σωτήρας του κόσμου, ο Δημιουργός του σύμπαντος –«δι’ Ου τα πάντα εγένετο»–, πώς μπορούμε να συμβιβάσουμε αυτή τη θεωρία μας με την ιδέα της εθνικότητας, του τόπου, της εποχής …;

42. Δε γνωρίζω Χριστό Έλληνα, Ρώσο, Άγγλο, Άραβα … Ο Χριστός είναι για μένα το παν, το υπερκόσμιο Είναι.

43. Στην Γραφή αναφέρεται συχνά ότι ο Χριστός πέθανε για όλο τον κόσμο, για τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων. Μόλις περιορίσουμε το πρόσωπο του Χριστού, μόλις το κατεβάσουμε στο επίπεδο των εθνοτήτων, χάνουμε το παν και βυθιζόμαστε στο σκοτάδι. Τότε ανοίγει ο δρόμος προς το μίσος ανάμεσα στα έθνη, προς την έχθρα μεταξύ των κοινωνικών ομάδων.

44. Διαβάστε τον Άγιο Σιλουανό. Γι’ αυτόν ο καθένας στον κόσμο έχει το έργο του: Ο ένας είναι βασιλιάς, ο άλλος πατριάρχης, καθηγητής ή ακόμη εργάτης. Αυτό δεν έχει σημασία. Για τον Σιλουανό δεν είχε καμιά διαφορά αν κάποιος είναι βασιλιάς ή εργάτης. Όποιος αγαπά τον Χριστό, αφομοιώνει και φέρει μέσα του τα αισθήματα που είχε ο Ιησούς Χριστός, ζει την ανθρωπότητα ως ένα Αδάμ, προσεύχεται για τον «Αδάμ παγγενή». Ιδού ο αληθινός Χριστιανισμός.

45. Ο Χριστός είναι ο άπειρος Θεός. Δε σταυρώθηκε μόνο για τους πιστούς, αλλά για όλους τους ανθρώπους, από τον Αδάμ ως τον τελευταίο που θα γεννηθεί από γυναίκα. Να ακολουθεί κάποιος τον Χριστό, σημαίνει να πάσχει, για να θεραπευθεί και να σωθεί ολόκληρη η ανθρωπότητα. Δεν μπορεί να είναι διαφορετικά.

46. Εκείνο που θα μας οδηγήσει στον κήπο της Γεθσημανή, όπου ο Χριστός προσευχόταν για ολόκληρο τον κόσμο, είναι το να αγαπάμε τον πλησίον μας όπως τον εαυτό μας, να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού.

47. «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Μου δόθηκε να κατανοήσω την εντολή αυτή με τη μορφή ενός δένδρου κοσμικών διαστάσεων, γιγάντιου, του οποίου η ρίζα είναι ο Αδάμ. Εγώ δεν είμαι παρά ένα μικρό φύλλο σε κάποιο κλαδί αυτού του δένδρου. Αλλά το δένδρο αυτό δε μου είναι ξένο. Είναι η ρίζα μου. Του ανήκω. Να προσεύχεσαι για τον κόσμο ολόκληρο είναι να προσεύχεσαι για το δένδρο αυτό στο σύνολό του, με τις μυριάδες των φύλλων του.

48. Ν’ ακολουθήσουμε τον Χριστό σημαίνει ν’ ανοιχτούμε στη συνείδηση του Ίδιου του Χριστού, που φέρει μέσα Του ολόκληρη την ανθρωπότητα· ολόκληρο το δένδρο χωρίς εξαίρεση κανενός φύλλου. Αν αποκτήσουμε τη συνείδηση αυτή, θα προσευχόμαστε για όλους, όπως και για τον εαυτό μας.

49. Αν γίνουμε κατ’ εικόνα του Χριστού, φορείς της ανθρωπότητας και του Θεού, το «εγώ» μας θα είναι η εικόνα του Απολύτου: σε μικροσκοπικές ίσως διαστάσεις, αλλά όντως η εικόνα του Απολύτου.

50. Μετανοούμε προσωπικά, αλλά τα πάθη μας είναι εκείνα που καταδυναστεύουν τον κόσμο. Κατά συνέπεια, αυτό που ζούμε δεν είναι ξέχωρο από τη ζωή του κόσμου. Σιγά-σιγά, φυσικά, αρχίζουμε να ζούμε την κατάστασή μας ως αντανάκλαση της καταστάσεως όλης της ανθρωπότητας. Αρχίζουμε να ζούμε τη ζωή μας όπως τη βλέπει ο Θεός, με τρόπο σφαιρικό. Με τη μετάνοιά μας, δε ζούμε μόνο το ατομικό μας δράμα ζούμε μέσα στον ίδιο τον εαυτό μας την τραγωδία όλου του κόσμου, το δράμα της ιστορίας του από την αρχή του χρόνου.

51. Εν Χριστώ η συνείδησή μας πλαταίνει, η ζωή μας δε γνωρίζει όρια. Στην εντολή «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν», πρέπει να εννοήσουμε το «ως σεαυτόν» με τον εξής τρόπο: Κάθε άνθρωπος, ο «Αδάμ όλος», είναι το είναι μου.

52. Η Βασιλεία του Χριστού, γράφει ο Άγιος Σιλουανός, είναι να φέρουμε στην καρδιά μας όλο το Σύμπαν, και τον Θεό, τον Ίδιο τον Δημιουργό.

53.Όταν προσεύχεστε, να προσεύχεσθε για όλους και για τον καθένα. Και να προσθέτετε: «Δι’ ευχών αυτών, δι’ ευχών αυτού ελέησόν με». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, σταδιακά η συνείδησή σας θα πλατύνει.

 

Πηγή: Βιβλίο Αρχιμ. Σωφρονίου, Περί Πνεύματος και Ζωής, Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου  Έσσεξ Αγγλίας 1995,

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2021

Άγιος Γέροντας Παϊσιος: Συνεργείο προσευχής.

 

Μην ξεχνάτε ότι περνούμε δύσκολους καιρούς και χρειάζεται πολλή προσευχή.

Να θυμάστε την μεγάλη ανάγκη που έχει ο κόσμος σήμερα και την μεγάλη απαίτηση που έχει ο Θεός από μας για προσευχή.

Να εύχεστε για την γενική εξωφρενική κατάσταση όλου του κόσμου, να λυπηθεί ο Χριστός τα πλάσματά Του, γιατί βαδίζουν στην καταστροφή. Να επέμβει θεϊκά στην εξωφρενική εποχή που ζούμε, γιατί ο κόσμος οδηγείται στην σύγχυση, στην τρέλα και στο αδιέξοδο.

Πρέπει να βοηθήσουμε με την προσευχή τον κόσμο, όλο, να μην κάνει ο διάβολος ό,τι θέλει. Έχει αποκτήσει δικαιώματα ο διάβολος. Όχι ότι τον αφήνει ο Θεός, αλλά δεν θέλει να παραβιάσει το αυτεξούσιο.

Γι’ αυτό εμείς να βοηθήσουμε με την προσευχή. Όταν πονάει κανείς για την σημερινή κατάσταση που επικρατεί στον κόσμο και προσεύχεται, τότε βοηθιούνται οι άνθρωποι, χωρίς να παραβιάζεται το αυτεξούσιο. ….να γίνετε ραντάρ, γιατί και τα πράγματα ζορίζουν.

Θα διοργανώσουμε ένα συνεργείο προσευχής. Να κάνετε πόλεμο με το κομποσχοίνι. Με πόνο να γίνεται η προσευχή. Ξέρετε τι δύναμη έχει τότε η προσευχή; Ο Θεός μπορεί όλα να τα τακτοποίησει.

Πολλοί ούτε καν καταλαβαίνουν από τι μπόρες μας γλιτώνει ο Θεός και ούτε καν το σκέφτονται, για να δοξολογήσουν τον Θεό… Όλη η βάση είναι η ποιότητα της προσευχής.

Η προσευχή πρέπει να είναι καρδιακή, να γίνεται από πόνο. Για τον Θεό δεν μετράει τόσο η ποσότητα της προσευχής όσο η ποιότητα.

 

Από το βιβλίο «Λόγοι Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Β΄»