Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

"Βλέπε ουν ψυχή μου"

 

Ο Ιησούς Χριστός καταδίκασε κάθε μορφή κακίας και αμαρτίας χρησιμοποιώντας παραβολές ή διάφορους άλλους τρόπους, ποτέ όμως δεν καταδίκασε τον συγκεκριμένο αμαρτωλό που βρισκόταν μπροστά Του έστω και αν δεν έδειχνε διάθεση μετανοίας. Αντίθετα μάλιστα, όταν έχει μπροστά Του ο Χριστός τον συγκεκριμένο αμαρτωλό τον αντιμετωπίζει με συμπάθεια, επιείκεια και πολύ συχνά με τρυφερότητα. Έτσι αντιμετωπίζει το Ζακχαίο, την αμαρτωλή γυναίκα, τη Σαμαρείτιδα που δεν έκανε καμιά δήλωση μετανοίας, αλλά ακόμη και τον πλούσιο νέο που δεν θέλησε να αποχωρισθεί τα πλούτη του, ο Χριστός· «μβλέψας ατ γάπησεν ατόν» (Μαρκ. 10, 21) κατά τον Ευαγγελιστή Μάρκο.

Υπάρχει όμως ένα είδος αμαρτωλού ανθρώπου τον οποίο ο Χριστός κατεδίκασε άμεσα και προσωπικά· τον υποκριτή. Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Μ. Τρίτης (Ματθ. 23, 15-23, 39) ο Χριστός κεραυνοβολεί τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, τους καθώς πρέπει και τους κατεξοχήν ευσεβείς ανθρώπους της εποχής Του, που βρίσκονταν μπροστά Του εκείνη ακριβώς τη στιγμή, για την υποκρισία τους, και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει εναντίον τους πολύ βαρείς χαρακτηρισμούς και να τους προσάψει βαρύτατες κατηγορίες.

Από το ευαγγελικό αυτό απόσπασμα φαίνεται πολύ καθαρά ότι ο Χριστός δεν βλέπει αυτούς τους ανθρώπους να βρίσκονται κοντά Του ή να έχουν οποιαδήποτε σχέση μ’ Αυτόν, γι’ αυτό η Εκκλησία σ’ αυτό το προχωρημένο στάδιο της πορείας για τη συνάντηση με τον αναστημένο Χριστό μας υπενθυμίζει ακόμα μια φορά και με πολλή έμφαση πως σύμφωνα με την ξεκάθαρη δήλωση αυτού του ίδιου του Χριστού, αυτή η συνάντηση μπορεί να είναι δυνατή για τους τελώνες και τις πόρνες αλλά είναι εντελώς αδύνατη για τους υποκριτές.

«Τη Αγί και μεγάλή Τρίτη της των δέκα παρθένων παραβολής της εκ του ιερού Ευαγγελίου μνείαν ποιούμεθα» λέει το συναξάριο της ημέρας. Γιατί όμως αυτή η «μνεία» της παραβολής των δέκα παρθένων; Ήδη από την πρώτη ημέρα της Μ. Εβδομάδος έχει εισαχθεί το θέμα του Χριστού νυμφίου που έρχεται «εν τω μέσω τς νυκτός», όπως και στην παραβολή των δέκα παρθένων, και όποιον βρίσκει «γρηγορούντα» τον συμπεριλαμβάνει στο νυμφώνα, στη βασιλεία Του, ενώ αποκλείει εκείνον που τον βρίσκει «ραθυμούντα».

Ο νυμφίος έρχεται πάντοτε, κάθε ήμερα και κάθε στιγμή της ζωής μας. Κάθε στιγμή της ζωής μας ο Θεός μας προσφέρει μια ανεπανάληπτη και μοναδική ευκαιρία για να Τον πλησιάσουμε. Κάθε ευκαιρία που χάνουμε, τη χάνουμε για πάντα γιατί ποτέ δεν θα ξαναγυρίσει. Θα μας δοθούν άπειρες καινούργιες ευκαιρίες, αλλά ποτέ δεν θα ξανάρθει μια ευκαιρία που χάσαμε.

Κάποτε ο νυμφίος μπορεί να έλθει με την ευκαιρία να δείξουμε ευαισθησία στον άνθρωπο που βρίσκεται πλάι μας και περνάει μια δύσκολη στιγμή, κάποτε μπορεί να έλθει με την ευκαιρία να δείξουμε κατανόηση και συγκατάβαση στον άνθρωπο που φέρεται άδικα και άπρεπα, αλλά επειδή τον πιέζει κάποια εσωτερική αγωνία. Κάποτε ο νυμφίος μπορεί να έλθει με την ευκαιρία να πούμε έναν καλό λόγο για κάποιον άνθρωπο ή σε κάποιον άνθρωπο, ή να μην πούμε κακό εναντίον του. Κάποτε ο νυμφίος μπορεί να έλθει με την ευκαιρία να αντιμετωπίσουμε με ανθρωπιά έναν ταλαιπωρημένο πολίτη που ζητάει κάποια εξυπηρέτηση στη δημόσια υπηρεσία που εργαζόμαστε. Κάποτε ο νυμφίος μπορεί να είναι για τους γονείς ο έφηβος γιος ή κόρη τους που ζητάει χώρο για να αναπτύξει την προσωπική του ταυτότητα και κάποτε μπορεί να είναι ένας πατέρας που ζητάει, έστω άστοχα αλλά απεγνωσμένα, την αναγνώριση του παιδιού του.

Ο νυμφίος έρχεται με άπειρες τέτοιες καθημερινές ευκαιρίες σε κάθε στιγμή της ημέρας ή της νύχτας αλλά τις πιο πολλές φορές «εν τω μέσ της νυκτός» σε σχέση με τη δική μας εγρήγορση. Η νύχτα αυτή δεν είναι εκείνη που φέρνει η δύση του ηλίου αλλά εκείνη που δημιουργούν τα τυφλωμένα μας μάτια, που μόνο την καθημερινότητα της ζωής μπορούν να βλέπουν, έτσι, που να περιορίζεται η πραγματικότητα στο τι και πως και πόσο θα πάρουμε από τους άλλους ή σε βάρος των άλλων.

Όταν είδε ο Ησαΐας τη δόξα του Θεού διαπίστωσε, όπως και κάθε άνθρωπος όταν βλέπει τη δόξα του Θεού διαπιστώνει, πόσο τραγική είναι αυτή η τύφλωση των ανθρώπων που ο θείος φωτισμός δεν έχει ανοίξει τα μάτια τους, και είπε «τετύφλωκεν ατν τος φθαλμος και πεπόρωκεν ατν την καρδίαν, ίνα μη δωσιν τος φθαλμος και νοήσωσι τ καρδί και πιστραφσι, και άσομαι ατούς» (Ματθ. 12,40).

Βέβαια ο Χριστός δεν βρίσκεται μέσα σ’ αυτό το ελάχιστο και χυδαίο μέρος της πραγματικότητας, που βλέπουν τα τυφλωμένα μάτια του ανθρώπου. Αυτός πλημμυρίζει ένα άλλο τεράστιο, φωτεινό και υπέροχο μέρος της πραγματικότητας, τη Βασιλεία του Θεού, που μπορεί να είναι προσιτή στον άνθρωπο και που μόνη μπορεί να κάνει τη ζωή του άξια να την ζήσει.

«Βλέπε ουν, ψυχή μου, μη τω ύπνω κατενεχθς, ίνα μη τω θανάτ παραδοθείς, και της βασιλείας έξω κλεισθείς».

π. Φιλόθεος Φάρος, Πριν και μετά το Πάσχα, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 1998

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Ακολουθία του Νυμφίου,

 

«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός…»

μόνος, αθόρυβος και ταπεινός, περνώντας με την απλότητα της αγάπης, τους πολυθόρυβους δρόμους του περιττού, της φιλαυτίας, της αναμονής επί ματαίω.

Διασχίζει δρόμους ευθείς και σκολιούς, κρατώντας κάλαμο, ενδεδειμένος πορφύραν και βύσσον των ψεύτικων πάντα προσδοκιών μας. Να είναι ένας Θεός της αρεσκείας μας. Να εμπαίζεται από την φαντασία μας και να πεθαίνει γιατί κανείς μας δεν συσταυρώνεται. Στέκεται μπροστά μας, και δέχεται εμπτυσμούς και κολαφισμούς και ραπίσματα γιατί εμείς επιμένουμε να αγαπάμε τον κόσμο. Και η Πόλις μας αγκομαχεί και βουίζει σε καταστήματα και αγορές, αγωνιά να προλάβει βρώση και πόση, διαφημίζει συναισθήματα και επιθυμίες και ο καθένας αγοράζει και πουλά ότι δεν του ανήκει.

Δραπετεύει όμως πάντοτε στις καρδιές το Φως, ανοίγει μια σχισμή στο σκοτάδι, εν τω μέσω της νυκτός και αναζητά «ον ευρήσει γρηγορούντα», εκείνον τον δούλο που δεν ξεγέλασε ο κόσμος, που δεν αποκοίμισε ο ύπνος, που δεν παραδόθηκε στον θάνατο. Ζητά τον δούλο τον ελεύθερο, τον αγαπά και προσφέρεται και Πρώτος Αυτός σταυρώνεται για να συσταυρωθώμεν και εμείς.

Μας ακολουθεί μέσα στον δαίδαλο της προσωπικής μας περιπέτειας, Νυμφίος που δεν αναγνωρίζουμε, μυστική τροφή που μας τρέφει και ζούμε δίχως να ξέρουμε γιατί ζούμε. Μόνο κάποιες στιγμές, ίσως και απόψε Τον αισθανόμαστε να περνά από δίπλα μας, μας αγγίζει φευγαλέα η αύρα της πνοής Του, δρόσος απερίγραπτη, διεγείρει ανεκλάλητη χαρά στην καρδιά μας. Δεν ξέρουμε τι είναι. Μόνο ξέρουμε πως υπάρχει. Πως πάντα υπήρχε.

Αύριο θα αγαπήσουμε λάθος, θα φοβηθούμε λάθος, θα οδεύσουμε λάθος δρόμους. Και πάντα θα Τον συναντάμε εις την επίγειο Ιερουσαλήμ να θέλει να βαδίσουμε μαζί, να θέλει να μας πάει προς τον Πατέρα Του και Πατέρα μας, προς τον Θεό Του και Θεό μας. Θα αρνούμαστε το Πάθος; Θα μετράμε τον αιώνιο χρόνο του Θεού με γραμμάτια; Στην σιωπή θα παραθέτουμε θόρυβο; Για να μην ακούσουμε;

Ποιοι είμαστε αδελφοί;

Πού είναι ο θησαυρός μας;

Τα μάτια μας τι βλέπουν;

Τι αγαπά η καρδιά μας;



ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΝΥΜΦΙΟΥ

«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός...»

και είναι ο Νυμφίος της κάθε ψυχής αδελφοί μου, ένας Γαμβρός που περιπλανιέται πάντα μόνος, αναζητώντας τον κάθε μόνο. Για να μας συναντήσει. Παντού όπου ο πόνος, ο κόπος και ο πόθος μπορούν να μας οδηγήσουν.

Και πλάνητες ο καθένας από εμάς, σε τόπους γυμνούς, συχνά άγνωστους, δίχως ελπίδα, αναζητούμε στο φως το ιλαρό του γνωστού μας Νυμφίου, το κομμάτι της ψυχής μας που αδικήσαμε. Εκείνο το κομμάτι που ζητά να ερωτευτεί.

Το Αθάνατο.

Πού θέλει να ζήσει.

Να ξεφύγει από την καθημερινή μέριμνα και την τύρβη της σάρκας, της επιθυμίας και της φθοράς. Να μην λησμονηθεί.

Για εκείνη, την ψυχή, ξεκίνησε σήμερα αδελφοί μου, την γαμήλια πομπή Του, Ο Νυμφίος.

Μέσα από βάια και κλάδους, τα σύμβολα της νίκης, έρχεται απόψε δίπλα μας, πιο πλήρης από ποτέ, πιο φανερός και από ήλιος, μέσα στην δόξα μίας Άκρας Ταπείνωσης, της όντως ταπείνωσης, και μας καλεί:

«μακάριος ο δούλος ον ευρίσκει γρηγορούντα…», και αγγίζει τρυφερά με την παρειά Του στον κάλαμο της δικής μας σκληρότητας. Και γέρνει την κεφαλή παραδίδοντας τον εαυτό του στην ανθρώπινη εμπειρία του πόνου.

«ανάξιος δε πάλιν, ον ευρίσκει ραθυμούντα».

 Ανάξιος εκείνος που δεν κατάλαβε, που δεν άκουσε. Που αγνόησε. Πού επέτρεψε η νύχτα του να είναι ασέληνος. Να μην αφήσει χώρο στο φως. Μα μην αφεθεί στο μεγάλο γεγονός. Αυτό που ζούμε σήμερα. Το «ιδού». Το «ιδού» σαν αποτέλεσμα όλων των άλλων.

Οι δρόμοι της Πόλης μας, αγαπητοί μου αδελφοί, υποψιάζονται την παρουσία του Νυμφίου. Αλλοιώνονται στο πέρασμα Του. Θέλουν να σταματήσουν την ατέρμονη κίνηση τους. Να πανηγυρίσουν.

Και εμείς, κάτοικοι αυτής της ξενιτιάς ακούμε αυτό το γλυκύτατο τροπάριο, αιώνες τώρα, και αγλαιζόμεθα, παρηγορούμεθα, στο βαθμό και στην ένταση που βαστά η καρδιά του καθενός μας. Στο βαθμό που μπορούμε ν αγαπήσουμε ή ν αγαπηθούμε. Στο βαθμό που αντέχουμε να καταλάβουμε το πόσο μας αγαπά ο Θεός. Και σ αυτό το βαθμό, ολόκληρη η ύπαρξη μας σκιρτά. Ο Νυμφίος. Ο Νυμφίος της Καρδιάς. Αθόρυβος και Κάλλη Ωραίος.

Για τον καθένα.

Για τον Γρηγορούντα. 

Πάντα, «εν τω μέσω της νυκτός». Στην σιγή και στο σκοτάδι ενός κόσμου αφιλόξενου, την στιγμή που ο ύπνος ξεγελά την λογική μας. Τη στιγμή που η πραγματικότητα του καθενός από εμάς, μπερδεύεται με το όνειρο και με τον θάνατο.

Εν τω μέσω της νυκτός. Κάνοντας την συνάντηση απόλυτα προσωπική.

Θα βγούμε σε λίγο έξω, αγαπητοί μου αδελφοί. Θα αρχίσουμε την Μεγάλη Εβδομάδα. Θα ψάξουμε μέσα στην καθημερινότητα μας, να ζήσουμε το θείο Πάθος. Θα ψάξουμε τον εαυτό μας. Το βαθμό της εγρήγορσης, το τόσο αγαπάμε. Τον Χριστό. Και Νυμφίο. Το πόσο αγαπάμε ότι αγαπάμε. Ζώντες και κεκοιμημένους. Από απόψε, με τον Νυμφίο μέσα στην καρδιά, παντρεμένοι από αγάπη, ίσως διασχίσουμε το λιθόστρωτο της πορείας προς το Γολγοθά. Ίσως αναγνωρίσουμε Σίμωνα τον Κυρηναίο, να μοιράζεται απρόσκλητος μαζί μας ένα Φορτίο. Ίσως αναγνωρίσουμε τον γείτονα, κάποιον στην δουλειά μας, που ζούσε δίπλα μας αλλά δεν τον ξέραμε. Τον «πλησίον» που δεν τον είχαμε αγαπήσει. Ίσως ο Νυμφίος που περπατά από σήμερα ανάμεσα μας, μας κάνει αναγνωρίσιμους. Για τους άλλους. Διαθέσιμους.

Για όλους.

Τους γρηγορούντας

Πλαταίνει την καρδιά μας. Όπως Εκείνος. Στην εικόνα Του, στην Άκρα Ταπείνωση. Παραδίδεται. Και αποκαλεί τον εαυτό Του Νυμφίο.

Και μας αναζητά.

Αυτή την νύχτα ας επιστρέψουμε στα ίδια, αλλιώτικοι.

Ας γυρίσουμε ο καθ ένας μας εκεί που ανήκει, ή που νομίζει ότι ανήκει με την εικόνα Εκείνου που μας προσκαλεί, στην καρδιά μας. Με λιγότερη μοναξιά. Με περισσότερη ελπίδα.

«εν τω μέσω της νυκτός», θα αναγνωρίσουμε το Φως Του Προσώπου Του. Και ίσως γίνουμε πιο εύκολοι στην αγάπη.

Πιο απλοί. Για να μην παραδοθούμε στον θάνατο. Για να μην κλειστούμε έξω της βασιλείας. Για να ανανήψομε, να αναστηθούμε.

 

Καλή Ανάσταση

 

Κυριακή των Βαΐων

 

Υπάρχει ένας νεκρός, τετραήμερος, μέσα μας…δίπλα μας, αδελφός μας, ένα κομμάτι του εαυτού μας. Ξέρουμε ότι είναι εκεί. Έχουμε τοποθετήσει βαριά πέτρα και έχουμε φράξει το μνημείο και την είσοδο του μνημείου και συνεχίζουμε να είμαστε οι ίδιοι. Παρά την αίσθηση του θανάτου, που είναι εγγύς, που «όζοι», μυρίζει, εμείς παραμένουμε οι ίδιοι….

Άλλος μεριμνά και τυρβάζει περί πολλών, άλλος αυτό, άλλος το άλλο.

Ο θάνατος πάντα παραμένει στο περιθώριο, των άλλων και ο δικός μας, του εαυτού μας ή και μέρους του εαυτού μας όταν το επιτρέψουμε.

Για αυτό βλέπετε την Μάρθα με τι ταχύτητα βιάζεται να διακονήσει, πόσο επίμονα, αυτό που ζητεί δεν είναι κάτι για τον νεκρό αδελφό της, αλλά ίνα η αδελφή της, η ζωντανή, συναντιλάβηται αυτής. Ζητά βοήθεια μέσα στην έντασή της.

Να «παρασύρει» δηλαδή και το άλλο κομμάτι του εαυτού της, το εσωτερικό, την Μαρία, προς τα έξω. Θέλει να ζήσει…και θέλει να ζήσει με τις αισθήσεις της, εξωτερικά.

Για αυτό βιάζεται να δείξει και να αποδείξει στους γύρω της, ότι αυτή τουλάχιστον παραμένει ζωντανή..

Ο Κύριος έρχεται σε Βηθανία και Ιεροσόλυμα, πράος και ελεύθερος. Προσεγγίζει τον τάφο μας με δύναμη. Όμως η δύναμή Του είναι εσωτερική…είναι η αγαθή μερίδα που επέλεξε η Μαρία και ελάχιστοι στην ιστορία του κόσμου.

Οι υπόλοιποι όμως δεν συμμετέχουν…βλέπουν τη δύναμη αυτή σαν εξωτερική δύναμη.. και δοξάζουν και επεφυμούν και κόπτουν βάια και στρώνουν χαλιά να περάσει, μέσα στη ζωή τους, ένας βασιλεύς, κάποιος που νομίζουν ότι ήλθε για σώσει, με δύναμη εξωτερική.

Και ζητούν να τους αλλάξει….εξωτερικά.

Ο Λάζαρος ανέστη, αλλά ποτέ δεν επανήλθε πραγματικά στη ζωή…σε αυτήν την ζωή. Έμεινε προσηλωμένος στην Άλλη, γιατί δεν γίνεται αλλιώς .

Η Μαρία δεν συμμερίστηκε την αδελφή της, έμεινε παρά τους πόδας του Κυρίου της, έτσι όπως ένιωθε.

Η ψυχή μας, παρά τις προσπάθειές μας, θα παραμένει πάντα προσηλωμένη, εκεί που ανήκει, σε Εκείνον από τον οποίο προήλθε.

Και εμείς, στραμμένοι σταθερά στον έξω κόσμο, θα κρατούμε βάια και θα χαιρόμαστε πρόσκαιρα.

Ενώ, όλο το νόημα του κόσμου θα συμπυκνωθεί στο επερχόμενο Πάθος. Γιατί; Γιατί στην σταυρική πορεία, στη πορεία προς Γεσθημανή προς Γολγοθά, θα αποκαλύπτεται πάντα η έσω δύναμη των πραγμάτων.

Όταν χάνονται τα πάντα ή απειλούνται, τότε φαίνεται ότι τίποτα δεν χάνεται και τίποτα δεν απειλείται .

Γιατί όλα υπάρχουν αιώνια. Είναι αιώνια, γιατί προήλθαν από τον Αιώνιο που δεν αλλοιούται.

Η Πορεία από σήμερα προς το Πάθος και την Ανάσταση είναι μια αποκάλυψη της πραγματικότητάς μας. Τόσα πρόσωπα θα δούμε να συμμετέχουν και να περιγράφουν το δικό μας πρόσωπο.

Από τις φρόνιμες, στις μωρές παρθένες, από τον Ιωσήφ στους αδελφούς του, έως Πόντιο Πιλάτο, Αρχιερείς, όχλος, στρατιώτες, Σίμων ο Κυρηναίος.

Εμείς προσηλωμένοι στο εφήμερο, σ’ αυτό που δεν θέλουμε να αλλάξει ή να αλλάξουμε. Αλλά αυτό θα αλλάξει. Η αγωνία μπορεί να είναι μόνο εσωτερική, όπως εκείνη στο κήπο της Γεσθημανή. Η αγωνία μας θα πρέπει να είναι εάν θα ενωθούμε με τον Πατέρα. Αγωνία προσευχής.

Εάν θα αντέξουμε το πάθος της πορείας της ζωής μας από τον Σταυρό στην Ανάσταση, με επίγνωση, δηλαδή, εκούσια.

Σήμερα στην Βηθανία, στα Ιεροσόλυμα, γιορτάζουμε την ανάσταση του άλλου, γιορτάζουμε, γιατί κάτι ακούσαμε και βγήκαμε για να δούμε…..

Από αύριο, θα πρέπει να μπούμε μέσα μας, όλο και πιο μέσα, από Μ. Δευτέρα σε Μ. Τρίτη από συναίσθημα εξωτερικό σε επίγνωση και σε Μετάνοια.

Έτσι αυτό το εξωτερικό γεγονός που ακούσαμε, η Ανάσταση ενός Λαζάρου, να γίνει ανάσταση δική μας, η πορεία προς το πάθος, δική μας πορεία, ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΙΑ, πάντα με Χριστό, που  συνσταυρώνεται με τον καθ’ έναν από εμάς για να συναναντήσει ολόκληρη την ύπαρξή μας.

Καλή Ανάσταση.


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

Εκ του κατά Ιωάννη

«Άφες αυτήν, εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τετήρηκεν αυτό».

Ο Λάζαρος είχε αναστηθεί από τους νεκρούς και ο Χριστός μιλά για τον δικό Του ενταφιασμό. Ο Λάζαρος είχε γυρίσει στη ζωή αλλά θα πέθαινε, αργότερα , πάλιν.

Το «μύρον νάρδου πιστικής πολυτίμου» πλήρωσε με την οσμή του την οικία, άγγιξε τις καρδιές όλων, στον καθένα με διαφορετικό τρόπο. Εκείνο το μύρο, θα ήθελε ο Ιούδας ο Ισκαριώτης να πωλήσει, και εκείνο το ίδιο μύρο «εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τετήρηκεν αυτό» λέει ο Κύριος για την Μαρία...

Η ανάσταση του Λαζάρου είναι προσωρινή. Αυτό το μύρο όμως προεικονίζει έναν θάνατο που θα νικούσε για πάντα τον θάνατο. Έναν ενταφιασμό εκούσιο που θα ελευθέρωνε για πάντα τον άνθρωπο από την φθορά.

Στο σημερινό ευαγγέλιο, αδελφοί, τα πάντα ετοιμάζουν μιαν γιορτή. Τα πάντα προαναγγέλλουν αυτό που έρχεται:

Το Πάσχα.

Ένας νεκρός έχει αναστηθεί, μία λίτρα μύρου έχει χυθεί, κάποιος έχει εκτιμήσει την αξία του «τριακόσια δηνάρια»...

Σήμερον, ο Κύριος της Δόξης θα καθίσει επί πόλου όνου, και θα πορευτεί μέσα από τους ανθρώπους, προς την Ιερουσαλήμ, «δια το παθείν». Και θα τον δεχθούν με τα βάια των φοινίκων με «ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου» θα περάσει τις πύλες Σιών, «επί πόλου όνου καθήμενος». Τα παιδιά θα Τον αναγνωρίσουν. Και οι αρχιερείς της εποχής θα θελήσουν τον θάνατο Του.

Σήμερα αγαπητοί μου αδελφοί, Κυριακή των Βαΐων ο Χριστός έρχεται ανάμεσα μας. Διέρχεται ανάμεσα μας και πορεύεται προς το πάθος.

Καθένας από εμάς κρατά ένα βάϊον, της νίκης σύμβολο. Καθένας μας θέλει να γνωρίσει Εκείνον που ανάστησε τον νεκρό.

Μα, στο βάθος είναι η πόλις που μας κρατά, είναι οι λογισμοί, το κόστος, οι αμφιβολίες. Ο τρόπος που σκέφθηκε ο Ιούδας ίσως είναι και δικός μας τρόπος. Πόσο κοστίζει η προσφορά; Ποιο είναι το αντίτιμο της παραμονής μας δίπλα στο Χριστό; Πόσοι πτωχοί μπορούν να πάψουν να είναι πτωχοί; Πόσα μπορούν να αλλάξουν τελικά στον κόσμο μας; Και ποιος είναι Αυτός ο επί πόλου όνου καθήμενος;

Σήμερα αδελφοί μου, βγήκαμε για λίγο έξω από τα Ιεροσόλυμα της ζωής μας. Η ανάσταση του Λαζάρου, και οι φωνές των νηπίων και θηλαζόντων μας σπρώχνουν να ακούσουμε το «μη φοβού θύγατερ Σιών», μας παρασύρουν να ακούσουμε τα «ωσαννά», με την καρδιά μας. 

Έξω από τα Ιεροσόλυμα.

Πάντα, «ο βασιλεύς έρχεται καθήμενος επί πόλου όνου» και είναι δύσκολο να τον αναγνωρίσεις.

Σήμερα έρχεται ενώπιον μας, σήμερα πάλιν, κι εμείς κρατάμε τα βάια των φοινίκων. Η ελευθερία μας είναι πέρα από τους πτωχούς και την πτωχεία μας. Τους πτωχούς και την πτωχεία μας ως φαίνεται πάντοτε θα έχουμε «μεθ εαυτών». Τον Χριστό δεν θα τον έχουμε πάντοτε.

Αλλά σήμερα περνά ανάμεσα μας. Προς τα δικά μας Ιεροσόλυμα. «δια το παθείν».

Και πρέπει να γιορτάσουμε. Να χαρούμε.

Κάπου στο βάθος, στον εκκλησιαστικό χρόνο, φωτίζεται μία άλλη μορφή. Απέναντι από τον βασιλέα, ένας Νυμφίος, με στεφάνι ακάνθινο, ένα κεφάλι που γέρνει στο πλάι. Κάποιος παραδίνεται, κάποιος εκούσια δίνει τα πάντα για εμάς.

Εκείνη η Μαρία, «την αγαθή μερίδα ετήρησε» και εκείνος ο Ιούδας διατίμησε την αγάπη «τριακόσια δηνάρια».

Κι εμείς;

Καλή Ανάσταση.