Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Κυριακή δεκάτη τετάρτη εκ του κατά Ματθαίον.


«Ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών...»

Με γιορτή γάμου με τον γάμο πού κάνει ένας βασιλιάς για τον υιό του. Και καλεί όλους τους άξιους του.

Τους «κεκλιμένους». Μα δεν έρχονται. Και τους παρακαλεί.

Με το «ιδού», «το άριστο μου ητοίμασα», «και πάντα έτοιμα». Τα πάντα έτοιμα. Έτοιμο το άριστο του βασιλιά. Έτοιμος ο γάμος του υιού του. Έτοιμα όλα.

Και οι κεκλιμένοι, αρνούνται. Αμελούν. Διασκορπίζονται ο καθένας σε κάτι δικό του. Αγρούς, εμπορία. Άλλοι αποκτείνουν όποιον τους καλεί στο γάμο. Οι κεκλιμένοι φτιάχνουν μία δική τους πραγματικότητα. Δεν πείθονται από την ·πρόσκληση και την ωραία περιγραφή:

«οι ταύροι μου και τα σιτιστά τεθυμένα».

Τόσα υπέροχα πράγματα η Βασιλεία των ουρανών.

Τόσο όμορφα πράγματα και όμως ξεχνιόμαστε με αγρούς και εμπορία.

Τα πάντα έτοιμα, φωνάζει ο Θεός κι όμως αποκτείνουμε τις φωνές που μέσα από την ύπαρξη μας μας καλούν στους γάμους. Ώσπου οι φωνές αυτές θεριεύουν, η συνείδηση μας επαναστατεί και μας κατακλύζει η αποτυχία της εκπλήρωσης του σκοπού μας. Είμαστε κεκλιμένοι. Είμαστε οι εκλεκτοί. Η περιπλάνηση μας σε αγρούς και εμπορία μας οδηγεί στην ανυπαρξία.

«απώλεσε τους φονείς εκείνους και την πόλιν αυτών ενέπρησε».

Χανόμαστε αδελφοί μου αν δεν ανταποκριθούμε στην κλίση μας.

Και ο «γάμος έτοιμος εστί». Ο γάμος δεν μπορεί να περιμένει. Ο γάμος δεν ανακαλείται, δεν φονεύεται, δεν καταργείται. Θα κλιθούν άλλοι. Πονηροί και αγαθοί. Πάντες όσοι βρεθούν.

Κι εκεί ο Βασιλεύς θα δει. Θα κοιτάξει γύρω του. Τους ανακείμενους. Θα αναζητήσει τον καθένα από εμάς. Με το «εταίρε» θα απευθυνθεί στο πρόσωπο μας.

«εταίρε πως εισήλθες ώδε μη έχων ένδυμα γάμου;».

Προσέξτε αδελφοί μου. Τα πάντα έτοιμα. Ταύροι και σιτιστά. Τα πάντα και για πονηρούς και αγαθούς. Και τι ζητά μόνο ο βασιλεύς; Ένδυμα γάμου. Μόνον αυτή την τόσο εύκολη συμμετοχή. Να ντυθούμε κατάλληλα. Για γάμο. Για χαρά. Για την χαρά του Άλλου. Του Υιού.

Το ένδυμα γάμου, αγαπητοί μου αδελφοί νομίζω δεν είναι παρά η Ευχαριστία. Το μόνο πού έμεινε για όλους αυτούς που ενώ δεν ήταν κεκλιμένοι, εκλύθηκαν, το μόνο που έμεινε το κατάλληλο ένδυμα.

Όλα μας δίδονται, αγαπητοί μου αδελφοί. Όλα είναι έτοιμα και εκλεκτά.

Χανόμαστε σε μέριμνες και στα ίδια για να διαγράψουμε εαυτούς από τα κατάστιχα των κεκλιμένων. Και αν τελικά η απέραντη αγάπη του Βασιλέα μας καλεί, εάν τελικά χωρίς να το αξίζουμε βρεθήκαμε στην χαρά του Πατέρα, στην χαρά που έχει για τον Υιό, και χάριν αυτής της αγάπης και δια του Υιού κερδίσαμε μια θέση στην βασιλεία.

Πονηροί και αγαθοί καθίσαμε στην θέση των κεκλιμένων που αρνήθηκαν και χάθηκαν.

Το μόνο που μας ζητήθηκε: η Ευχαριστία.

Να ντυθούμε την χαρά, την χαρά του γλεντιού. Να μοιραστούμε όλο αυτό το όμορφο το έτοιμο, το έργο του Θεού. Να αλλάξουμε ένδυμα. Να μετανοήσουμε. Και από τα ίδια να μπούμε στο «εταίρε». Και από την λύπη να χαρούμε.

Για εκείνο που χαίρεται και ο Βασιλέας. Τον γάμο του Υιού.

Του Εταίρου.

Κάθε γιορτή, αδελφοί μου, είναι μία πρόσκληση σε χαρά. Κάθε γιορτή είναι έτοιμη προσφορά από κάποιον που αγαπά. Και που μας αγαπά. Πόσο δύσκολο είναι όμως, να αλλάζουμε ένδυμα. Και να πάμε όπως πρέπει. Όπως αξίζει εκείνου που μας καλεί. Να αφήσουμε την μιζέρια μας και τους αγρούς και το πάρε δώσε μίας άκαρπης μοναχικής εμπορίας, για την συμμετοχή. Μεγάλη αλλαγή.

Κάποιος παρέμεινε μίζερος. Κι αν βρέθηκε στον γάμο, δεν άλλαξε. Κάποιος στο «εταίρε» του βασιλέα, εφιμώθη.

Και έχασε τα πάντα. Κέρδισε σκότος και απελπισία.

Ας ανταποκριθούμε αδελφοί μου, στη χαρά. Ας μην αφήσουμε τίποτα να μας δέσει χεριά και πόδια και να μας βγάλει έξω από την Βασιλεία των ουρανών.

Την Βασιλεία την έτοιμη. Εκείνη που δίδεται σε αγαθούς και πονηρούς. Αλλά όχι σε αχάριστους.