Παρασκευή 12 Ιουλίου 2024

Εγώ ειμί η οδός.

 

Ο άνθρωπος είναι σε όλα αχόρταγος. Θέλει να απολαύσει πολλά, χωρίς να μπορεί να τα προφτάσει όλα. Και γι’ αυτό βασανίζεται. Όποιος, όμως, φτάσει σε μια κατάσταση, που να ευχαριστιέται με τα λίγα, και να μη θέλει πολλά έστω και κι αν μπορεί να τα αποκτήσει , εκείνος λοιπόν είναι ευτυχισμένος.

Οι άνθρωποι δεν βρίσκουν πουθενά ευτυχία, γιατί επιχειρούν να ζήσουν χωρίς τον εαυτό τους. Αλλά όποιος χάσει τον εαυτό του, έχει χάσει την ευτυχία. Ευτυχία δεν είναι το ζάλισμα, που δίνουν οι πολυμέριμνες ηδονές και απολαύσεις, αλλά η ειρήνη της ψυχής και η σιωπηλή αγαλλίαση της καρδιάς. Γι’ αυτό είπε ο Χριστός: «Ουκ έρχεται η βασιλεία του Θεού μετά παρατηρήσεως : ουδέ ερούσιν, ιδού ώδε, ή ιδού εκεί. Ιδού γαρ η βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί».

Ξέρω καλά, τι είναι η ζωή που ζούνε οι λεγόμενοι κοσμικοί άνθρωποι. Οι άνθρωποι, δηλαδή, πού διασκεδάζουνε, που ταξιδεύουνε, που ξεγελιούνται με λογής- λογής θεάματα, με ασημαντολογίες, με σκάνδαλα, με τις διάφορες ματαιότητες. Όλα αυτά, από μακριά φαντάζουνε για κάποιο πράγμα σπουδαίο και ζηλευτό! Από κοντά, όμως, απορείς για την φτώχεια που έχουνε, και το πόσο κούφιοι είναι οι άνθρωποι που ξεγελιούνται με αυτά τα γιατροσόφια της ευτυχίας. Βλέπεις δυστυχισμένους ανθρώπους, που κάνουνε τον ευτυχισμένο! Κατάδικους, που κάνουνε τον ελεύθερο! Άδειοι από κάθε ουσία! Τρισδυστυχισμένοι! Πεθαμένη η ψυχή τους! Και γι’ αυτό ανύπαρκτη και η «ευτυχία», τους! Τελείως αποξενωμένοι από την Βασιλεία του Θεού! Αλλά πώς να γίνει ψωμί, σαν δεν υπάρχει προζύμι; Και πώς να μην είναι όλα άνοστα, αφού δεν υπάρχει αλάτι;

 Μη φοβάσαι, αδελφέ μου, να μείνεις μοναχός με τον εαυτό σου! Μη καταγίνεσαι ολοένα με χίλια πράγματα, για να τον ξεχάσεις! Γιατί όποιος έχασε τον εαυτό του, κάθεται με ίσκιους και με φαντάσματα μέσα στην έρημο του θανάτου.

Αγάπησε τον Χριστό και το Ευαγγέλιο, περισσότερο από τις πεθαμένες σοφίες των ανθρώπων. Περισσότερο από κάθε τιμή και δόξα ετούτου του κόσμου.

Και μοναχά ΄τότε, θα χαίρεσαι σε κάθε ώρα της ζωής σου. Κανένας δρόμος δεν βγάζει στην ειρήνη της καρδιάς, παρά μόνο ο Χριστός, που σε καλεί πονετικά και που σου λέγει: «Εγώ ειμί η οδός».

 

Φώτης Κόντογλου Από το βιβλίο «ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΝΘΗ», εκδ. Παπαδημητρίου.

 

 

 

 

Γέροντα Παΐσιε πώς θα σωθώ με τόσα πάθη που έχω;

 

– Γέροντα, πώς θα σωθώ με τόσα πάθη που έχω;

– Με την αγάπη και την ταπείνωση. Μόλις αυξηθούν αυτές οι δύο αρετές, η υπερηφάνεια και η κακία θα μείνουν ατροφικές και τα πάθη θα αρχίσουν να ψυχορραγούν.  Έτσι όλα τα πάθη σιγά-σιγά θα αφανισθούν και όλες οι άλλες αρετές θα έρθουν μόνες τους. Για αυτό στρέψε όλες τις δυνάμεις σου στην αγάπη και στην ταπείνωση.

Η αληθινή αγάπη είναι αγκαλιασμένη με την ταπείνωση σαν δύο αδέλφια δίδυμα, πολύ αγαπημένα. Η αγάπη δεν χωρίζει από την ταπείνωση. Μέσα στην αγάπη βρίσκεις την ταπείνωση και μέσα στην ταπείνωση βρίσκεις την αγάπη.
Για μένα όλη η βάση στην πνευματική ζωή είναι η αγάπη και η ταπείνωση. Όπου υπάρχει αγάπη, κατοικεί ο Χριστός, η Αγάπη, και, όπου υπάρχει ταπείνωση, την Χάρη του Θεού την πιάνει το ενοικιοστάσιο. Τότε παντού βασιλεύει ο Θεός και η γη μεταβάλλεται σε Παράδεισο. Ενώ, όπου λείπει η αγάπη και η ταπείνωση, εκεί κατοικεί το ταγκαλάκι, ο εχθρός, και ζουν από εδώ οι άνθρωποι μαζί του την κόλαση και συνέχεια χειροτερεύουν την θέση τους στην άλλη ζωή.

 Ο ευκολότερος δρόμος για να σωθούμε είναι η αγάπη και η ταπείνωση· για αυτά θα κριθούμε. Αυτές οι δύο αρετές συγκινούν και κάμπτουν τον Θεό και ανεβάζουν το πλάσμα Του στον Ουρανό. Από τα διακριτικά αυτά – την ταπείνωση και την αγάπη – ξεχωρίζουν οι άγιοι Άγγελοι τα παιδιά του Θεού, τα παίρνουν με αγάπη, τα περνούν άφοβα από τα εναέρια τελώνια και τα ανεβάζουν στον φιλόστοργο Πατέρα Θεό.

****

Γέροντα, όταν μια ψυχή αγωνίζεται χρόνια και δεν βλέπει πρόοδο, τί συμβαίνει;

Όταν δεν βλέπουμε πρόοδο στον αγώνα μας, σημαίνει ἠ ότι δεν έχουμε εγρήγορση ἠ ότι ο Θεός δεν επιτρέπει να προχωρήσουμε περισσότερο, για να μην υπερηφανευθούμε και βλαφθούμε.

Γέροντα, όπως βλέπω τον εαυτό μου, κάθε μέρα γίνομαι χειρότερη, τί θα γίνει;

-Κοίταξε, ευλογημένη, υπάρχουν τρία στάδια.

Στο πρώτο στάδιο, ο Θεός δίνει καραμέλες και σοκολάτες, γιατί βλέπει την ανάγκη και την αδυναμία της ψυχής.

Στο δεύτερο, παίρνει λίγο την Χάρη Του για παιδαγωγία, για να καταλάβει ο άνθρωπος ότι χωρίς την βοήθειά Του δεν μπορεί να κάνει το παραμικρό, ώστε να ταπεινωθεί και να αισθανθεί την ανάγκη να καταφύγει σ’ Αυτόν.

Και το τρίτο στάδιο είναι μια μόνιμη και σταθερή καλή πνευματική κατάσταση. Εσύ βρίσκεσαι ανάμεσα στο δεύτερο και τρίτο στάδιο. Προχωράς λίγο, μετά ξεχνάς την αδυναμία σου, παίρνει ο Χριστός την Χάρη Του, απογυμνώνεσαι από την θεία Χάρη, βλέπεις ξανά την αδυναμία σου και συνέρχεσαι. Αν μου έλεγες ότι, όσο προχωράς, είσαι καλύτερα, θα φοβόμουν, γιατί θα έβλεπα ότι έχεις υπερηφάνεια. Τώρα όμως που λες ότι όλο και πιο χάλια βλέπεις τον εαυτό σου, εγώ χαίρομαι, γιατί βλέπω ότι είσαι καλά. Μη φοβάσαι. Όσο προχωράει κανείς, τόσο περισσότερο βλέπει τις ελλείψεις του και τις ατέλειές του και αυτό είναι πρόοδος.


Αγἰου Παϊσἰου του Αγιορεἰτου  Λὀγοι Ε῾. ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ.

Τρίτη 9 Ιουλίου 2024

Η δίψα για το Θεό χρωματίζει τη ζωή μας ολόκληρη.

 

Η δίψα μου για τον Θεόν ήταν περισσότερο ουσιώδης απ’ ότι οι άλλες πτυχές της επίγειας υπάρξεως μου…

Η ψυχή μου ‘’ξηράνθηκε’’ μέσα στη ματαιότητα του κόσμου αυτού και έχω ανάγκη «ύδατος ζώντος» εκπορευομένου από τον Δημιουργό μου και «αλλομένου εις ζωήν αιώνιον».

..Αγωνιζόμουν να ανοίξω στον Θεό όλο μου το εαυτό, μέχρι τέλους. Προσευχόμουν σε Αυτόν, να μη με απορρίψει από το Πρόσωπό Του… Η ανάγκη μου να θεραπευθώ με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος του Αγίου ήταν όμοια με την ανάγκη ενός νεαρού άνδρα που αχόρταγα ελκύεται στην ζωή, αλλά θανατώνεται χωρίς έλεος από κάποια ασθένεια.

Η συνείδησις της πτωχείας μου ήταν βαθιά,…

Γενικά τίποτε δεν επεδίωκα εκείνο τον καιρό σε αυτό το κόσμο, διότι όλη η ύπαρξη μου στρεφόταν προς τον Θεό, ενώπιον του Οποίου τόσο βαριά αμάρτησα. Αυτοκατάκριτος, ζούσα νοερά στον Άδη. Μόνον κάποιες στιγμές θλιβόμουν από την αντιπάθεια μερικών από τους πατέρες και αδελφούς της Μονής, ή για τη συμπεριφορά κάποιων πρεσβυτέρων και νεότερων μοναχών απέναντί μου, γενικά όμως ήμουν βαθιά αδιάφορος για την θέση μου στον αιώνα αυτό. Ζήλια δεν γνώριζα. Δεν υπήρχε για μένα κάποια κοινωνική ή ακόμη και ιεραρχική θέση, που θα μπορούσε να σβήσει το πυρ, που έκαιγε την ψυχή μου. Ήταν δυνατόν η παρουσία του πυρός αυτού μέσα μου να προκαλούσε τον ερεθισμό κάποιων εναντίον μου. Μήπως εξαιτίας του πυρός αυτού μέσα μου η συμπεριφορά μου δεν ήταν τελείως συνηθισμένη για τους ανθρώπους; Ποιος ξέρει; Είχα μόνο την ανάγκη να λάβω με όλη μου τη δύναμη συγχώρηση από τον Θεό, και δεν πρόσεχα τίποτε άλλο.

Αρκετές φορές αξιώθηκα της θεωρίας του Θείου Φωτός. Με τύλιγε τρυφερά και γέμιζα υπερκόσμια αγάπη. Η όραση του Φωτός είναι οπωσδήποτε ενωμένη με τη χάρη που μας ανασταίνει, και η εγκατάλειψη της γης σε τέτοια κατάσταση είναι ευλογία. Γνωρίζουμε από τον βίο του Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ ότι ο όσιος απεβίωσε σε καιρό προσευχής: Η ψυχή του εγκατέλειψε το σώμα, πριν ακόμη αυτό νεκρωθεί – κρατούσε στο χέρι ένα αναμμένο κερί. «Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος των Οσίων Αυτού» (Ψαλμ. 115,6). Δεν έπρεπε άραγε να εγκαταλείπουμε όλοι μας με τέτοιο θάνατο την παρούσα ζωή;

 Ώ, η θαυμαστή αυτή δωρεά της προσευχής!

Πάτερ Αγαθέ, ίασαι με …· ανακαίνισον με …

Πάτερ Άγιε, όλον με αγίασον: και νουν και καρδίαν και αυτό το σώμα μου

Ήμαρτον ενώπιον Σου, και νυν αποθνήσκω μακράν Σου

Δέξαι με κατά το πλήθος της ευσπλαγχνίας και του ελέους Σου.

Στον χριστιανό είναι φυσική η δίψα να ομοιωθεί προς τον Κύριον: να περιβάλει τον κόσμο με αγάπη, όπως Εκείνος τον αγκαλιάζει όμοια με τον Χριστόν, να μην έχει εχθρούς, δηλαδή να είναι ελεύθερος από τον Άδη του μίσους προς οιονδήποτε, σύμφωνα με την εντολή Του: «Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς, όπως γένησθε υιοί του Πατρός υμών του εν ουρανοίς» (Ματθ. 5,44-45).

Το περιεχόμενο της ζωής του ανθρώπου που προσεύχεται με ένταση μοιάζει με απέραντο ωκεανό «ζώντος ύδατος».

Ελκυόμαστε προς Αυτόν ταλαιπωρούμενοι από τη δίψα να ενωθούμε με Αυτόν αιωνίως. Αυτός δε ο Ίδιος μας περιμένει με αγάπη. Η δίψα του Θεού χαρακτηρίζει ακατάπαυστα την επίγεια ύπαρξη μας· με αυτή σκεπτόμαστε και να πεθάνουμε. Ο Ίδιος ο Χριστός πεθαίνοντας πάνω στον σταυρού φώναξε: «Διψώ» (Ιωάν. 19,28). Αυτός και «πεινούσε» (Ματθ. 21,18) και διψούσε και «συνείχετο» (πρβλ. Λουκ. 12,50), για να γνωρίσουμε τον Πατέρα. Και εμείς ταλαιπωρούμαστε πάνω στη γη και θλιβόμαστε από το εφιαλτικό και αδιάλειπτο θέαμα των βιαιοτήτων, των φόνων, του μίσους· διψούμε να έλθουμε προς τον Πατέρα και επικαλούμαστε το Όνομα του Μονογενούς Υιού Του: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον ημάς».

 

 Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ ο Αθωνίτης, Περί Προσευχής.

Σάββατο 29 Ιουνίου 2024

Η παρουσία των Αγίων είναι πολύτιμη!

 

Στην πρώτη Κυριακή μετά την Πεντηκο­στή οι Πατέρες της Εκκλησίας θέσπι­σαν να επικαλούμαστε τη μνήμη όλων των αγίων: προφητών, αποστόλων, μαρτύ­ρων και ομολογητών, οσίων και δικαίων. Και αυτό γιατί οι Άγιοι Πάντες αποτελούν την έμπρακτη μαρτυρία της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στη ζωή της Εκκλησίας. Με την εορτή αυτή τιμάται και το πλήθος των πολλών ανώνυμων και άγνωστων αγίων. Η εορτή των Αγίων Πάντων αποτελεί και αφορμή για την παρακίνηση των πιστών σε μίμηση τους.

Αγαπητοί αναγνώστες και αναγνώστριες, η ύπαρξη των αγίων είναι μια ζωντανή από­δειξη ότι το Ευαγγέλιο μπορεί να εφαρμο­σθεί. Ήταν άνθρωποι σαν κι εμάς, «ομοιοπαθείς ημίν». Ορισμένοι μάλιστα, σε κάποια φάση της ζωής τους ήταν μεγάλοι αμαρτω­λοί. Δεν αναπαύθηκαν όμως στην αμαρτία, δεν τη δικαιολόγησαν. Κι όταν ο Θεός με τους δικούς Του ανεξιχνίαστους τρόπους τους επισκέφθηκε, δεν αμέλησαν να ευτρεπίσουν τον τόπο της κατοικίας Του μέσα τους. Αγάπησαν τις εντολές Του, κι ας ήταν αντί­θετες με τις συνήθειες της ψυχής τους. Στην αρχή με πολύ κόπο, στη συνέχεια με μεγάλη χαρά, ρύθμισαν τη συμπεριφορά τους προς τους ανθρώπους και την άλογη κτίση με τη διδασκαλία του Χριστού. Δεν έμειναν όμως μόνο στη συμπεριφορά. Από αυτήν πέρασαν στις εσωτερικές προϋποθέσεις της. Ομαλο­ποίησαν λοιπόν τη ροή των λογισμών τους. Ξεχώρισαν στο νου τους τα νοήματα των πραγμάτων από τα πάθη, που συννέφιαζαν τον εσωτερικό ουρανό της καρδιάς τους. Απόκτησαν έτσι απλό οφθαλμό και καθαρή καρδιά. στην οποία αποκαλύφθηκε ο Θεός

και χάρισε σ αυτούς την εμπειρική γνώση Του. Γι' αυτό οι άγιοι της Εκκλησίας μας είναι «πηγές θεολογίας» είτε μπορούν να τη διατυπώσουν με λόγο είτε όχι.

Αδέλφια μου, η χριστιανική ζωή είναι ζωή αγιότητας. Και η μίμηση των αγίων είναι μίμηση και κοινωνία της αγιότητάς τους. Άγιος από τη φύση του είναι μόνον ο Θεός. Άγιοι όμως γίνονται και οι άνθρωποι, όταν μετέχουν στην αγιότητα του Θεού με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Και η μετοχή του ανθρώπου στην αγιότητα του Θεού φα­νερώνεται στον κόσμο με την ηθική προκοπή και τελειότητα του.

Η παρουσία των αγίων είναι πολύτιμη για όλη την ανθρωπότητα. Η κοινωνία των πιστών με τον Χριστό πραγματοποιείται στην Εκκλησία «πρεσβείαις των αγίων». Οι άγιοι είναι οι ταπεινοί δούλοι του Θεού, είναι τα μέλη του σώματος του Χριστού, οι εικόνες Του μέσα στην Ιστορία. Ο άγιος δεν προβάλλει την ατομικότητά του, αλλά την αφανίζει για τη δόξα του Θεού. Ο άγιος γί­νεται ναός του Θεού. Ο Θεός αναπαύεται στους αγίους, όπως και οι άγιοι στον Θεό. Οι άγιοι αντανακλούν τη δόξα του Θεού στον κόσμο και ο Θεός γίνεται «θαυμαστός εν τοις αγίοις αυτού». Το ήθος των αγίων είναι ήθος του Χριστού και της Εκκλησίας Του και η αναφορά στην αρετή των αγίων είναι αναφορά στην αρετή του Χριστού. Έτσι η μίμησή τους είναι μίμηση του Χριστού, είναι συμμόρφωση προς τη ζωή Του.

0ι Πατέρες της Εκκλησίας ανάγουν συ­χνά τις πράξεις των πιστών στους αγίους της Γραφής ή στον ίδιο τον Χριστό. Αντίθετα τις πράξεις των απίστων τις ανάγουν στους πονηρούς ή στον ίδιο τον διάβολο. Έτσι υποδηλώνεται ότι τελικά προσφέρονται στον άνθρωπο δύο δυνατότητες. Ή η σύνταξη με τον Χριστό και τους αγίους Του, που συνε­πάγεται αποστροφή από τον διάβολο, ή σύ­νταξη με τον διάβολο και τους οπαδούς του, που συνεπάγεται αποστροφή από τον Χριστό και τους αγίους.

Αδέλφια μου, ο πνευματικός αγώνας του Χριστιανού δεν είναι χωρίς νόημα και σκο­πό. Κι αυτό γιατί ο αγώνας είναι το αντί­δοτο για να μην απομακρυνθεί ο άνθρωπος από τον Θεό, το φάρμακο για την επούλω­ση των τραυμάτων που επιφέρει η αμαρτία. Ο αγώνας μάλι­στα δεν εκφράζει αρνητι­κή στάση απέναντι στη ζωή. Αποτελεί στοιχείο αναφοράς για μια βαθύτερη και ουσι­αστικότερη συμμε­τοχή στο πνεύμα των εντολών του Θεού. Τον αγώνα, αυτό ο Απόστολος Παύλος τον ζητά από τον καθένα μας. Και έχει το δικαίω­μα αυτό, γιατί ο ίδιος σ' όλη του τη ζωή έζησε αγωνιζόμενος, παλεύοντας συνεχώς τις ποικίλες μεθοδεύ­σεις του πονηρού. Ο Μέγας Βασίλει­ος υπογραμμίζει ότι αυτόν τον πνευματικό μας αγώνα πρέπει να τον θεωρούμε «πά­ντων αγώνων μέγιστον».

Ό χριστιανικός αγώνας δεν είναι μια θε­ωρία, ένας κενός λόγος και ένα συνηθισμέ­νο παράγγελμα. Είναι έκφραση και παλμός ζωής. Είναι μια αδιάκοπη προσπάθεια, μια γυμνασία και άσκηση με κακοπάθεια και θυσία για την καταπολέμηση της αμαρτωλής καταστάσεως και την απελευθέρωση από τη δουλεία των παθών. Ο αγώνας είναι ισόβι­ος και απαιτεί διαρκή απάρνηση και συνεχή υπέρβαση. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης τιτλοφόρησε ένα από

τα κυριότερα έργα του «Αόρατος Πόλεμος», θέλοντας να δείξει την αγωνιστική πλευρά της χριστιανικής ζωής.

Αδέλφια μου. στη νοησιαρχική υλόφρονα νοοτροπία των καιρών φαίνεται εκ πρώτης όψεως εξωπραγματικός ο λόγος περί αγίων και περί αγιότητας.

Και όμως, σ' αύτη την τόσο δύσκολη εποχή αναζητείται ο άγιος. Και δόξα τω Θεώ έχουμε αγίους, ζούμε με τους αγίους. Η παρουσία των αγίων είναι έντονη. Ο λαός μας, ο ορθόδοξος ελληνικός λαός είναι ζυ­μωμένος με τους αγίους. Αγαπάμε τους αγίους και τους σεβόμεθα και τους τιμούμε. Γι' αυτό και προστρέχουμε σ' αυτούς. Και αυτό γιατί ξέρουμε ότι ο άγιος ελέγχει, αλλά και εμπνέει. Όταν κοιτάμε μια εικό­να ενός αγίου ή όταν διαβάζουμε το συναξάρι του ή τον βίο ενός αγίου, ελεγχόμαστε. Ελεγ­χόμαστε για τον δικό μας βίο και για τη δική μας καθημερινή ζωή. Η παρουσία των αγίων ελέγ­χει τη ζωή μας αλλά συγχρόνως μυσταγωγεί τη ζωή μας. Μας εμπνέει ο άγιος, γιατί μας παρηγορεί, μας ενισχύει, γίνεται οδοδείκτης προς την πνευματική μας ζωή και γαληνεύει την ύπαρξή μας.

Αδέλφια μου, στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, όπου επικρατούν τα μεθυστικά συνθήματα της υλοφροσύνης, της σαρκολατρίας και της βουλιμίας των αισθήσεων, το χρέος του αγώνα προβάλλει επιτακτικό για το κατόρθωμα του αγιασμού και της τελεί­ωσης.

Γι' αυτό η παρουσία των αγίων είναι πολύτιμη!


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΣΑΚΙΡΗ, Θεολόγος.

Τρίτη 25 Ιουνίου 2024

Το δώρο της Πεντηκοστής.

 

Σχετικά με το δώρο του Παρακλήτου την ημέρα της Πεντηκοστής τρία πράγματα είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακά:

Πρώτο, είναι ένα δώρο σ’ όλους τους ανθρώπους του Θεού: «και επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου» (Πραξ.2,4). Το δώρο ή χάρισμα του Πνεύματος δεν απονέμεται μόνο στους επισκόπους και τον κλήρο, αλλά σε κάθε βαπτισμένο. Όλοι είναι Πνευματοφόροι, όλοι είναι με την κατάλληλη έννοια της λέξης -«χαρισματικοί».

Δεύτερο, είναι ένα δώρο ενότητας: «ήσαν άπαντες ομοθυμαδόν επί το αυτό» (Πραξ. 2,1). Το Άγιο Πνεύμα κάνει τους πολλούς να είναι ένα Σώμα εν Χριστώ. Η κάθοδος του Πνεύματος την Πεντηκοστή αντιστρέφει το αποτέλεσμα του πύργου της Βαβέλ (Γεν. 11,7). Όπως λέμε στο Κοντάκιο της Γιορτής της Πεντηκοστής: « Ὅτε καταβὰς τας γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν  ἔθνη ὁ Ύψιστος· ὅτε τού πυρός τας γλώσσας διένειμεν, εις ενότητα πάντας εκάλεσε, και συμφώνως δοξάζομε το Πανάγιο Πνεύμα.»

Το Πνεύμα φέρνει ενότητα και αμοιβαία κατανόηση, ικανώνοντάς μας να μιλάμε «εν μια φωνή». Μεταμορφώνει τα άτομα σε πρόσωπα. Για την πρώτη Χριστιανική κοινότητα στα Ιεροσόλυμα, στην περίοδο αμέσως μετά την Πεντηκοστή, λέγεται ότι «είχον άπαντα κοινά» και ότι «του πλήθους των πιστευσάντων ην η καρδία και η ψυχή μία» (Πραξ. 2,44· 4,32)· κι αυτό θάπρεπε  νάναι το σημάδι της κοινότητας του Χριστού της Πεντηκοστής σε κάθε εποχή.

Τρίτο, το δώρο του Πνεύματος είναι ένα δώρο διαφοροποίησης οι γλώσσες της φωτιάς «διαμερίζονται» ή «χωρίζονται» (Πραξ. 2,3) και κατανέμονται άμεσα στον καθένα. Το Άγιο Πνεύμα δε μας κάνει μόνο όλους ένα, αλλά κάνει και τον καθένα μας διαφορετικό. Στην Πεντηκοστή η πολλαπλότητα των γλωσσών δεν καταργήθηκε αλλά έπαψε να είναι η αιτία του χωρισμού· όπως προηγουμένως, ο καθένας μιλούσε στη δική του γλώσσα, αλλά με τη δύναμη του Πνεύματος ο καθένας μπορούσε να καταλάβει τους άλλους. Για μένα το να είμαι Πνευματοφόρος σημαίνει ν’ αντιλαμβάνομαι όλα τα διακριτικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς μου· σημαίνει να γίνω αληθινά ελεύθερος, αληθινά ο εαυτός μου μέσα στη μοναδικότητά μου. Η ζωή μέσα στο Πνεύμα έχει μια ανεξάντλητη ποικιλία· είναι σφάλμα και όχι αγιότητα, ότι είναι ανιαρή και μονότονη. Όπως συνήθιζε να παρατηρεί με ανία ένας φίλος μου ιερέας, που αφιέρωνε πολλές ώρες κάθε μέρα ακούγοντας εξομολογήσεις: «τι κρίμα που δεν υπάρχουν καινούργια  αμαρτήματα!» Υπάρχουν, όμως, πάντα νέες μορφές αγιότητας.

 

Κάλλιστου Γουέαρ, Επισκόπου Διοκλείας. «Ο Ορθόδοξος δρόμος», Ο ΘΕΟΣ ΩΣ ΠΝΕΥΜΑ. Εκδ. «Επτάλοφος»

Κυριακή 23 Ιουνίου 2024

Νους και καρδιά ανοιχτά στη Χάρη του Αγίου Πνεύματος.

 

Η γιορτή της Σκηνοπηγίας ήταν μία από τις μεγαλύτερες ιουδαϊκές γιορτές. Οι Ιουδαίοι δόξαζαν τον Θεό για την θαυμαστή διάσωση τους. Κάθε πρωί γινόταν στον Ναό μια σπον­δή σε ανάμνηση της θαυματουργικής αναβλύσεως ύδατος από την πέτρα, δια της ράβδου του Μωϋσέως.

Επίσης, κάθε απόγευμα άναβαν στον πρόναο δύο πολύφωτες λυχνίες, σε ανάμνηση της φωτεινής νεφέλης που φώτιζε τους πατέρες τους, κατά την δι­άρκεια της νυκτερινής πορείας.

Ο Κύριος την τελευταία ημέρα αυτής της χαρμόσυνης Ιουδαϊκής εορτής, συ­γκεκριμένα την έβδομη ημέρα, βλέ­ποντας τον Αρχιερέα να χύνει το αγιασμένο νερό στο θυσιαστήριο, φώ­ναξε δυνατά στα πλήθη των εορταστών «Όποιος διψά ας έρθει σε μένα να πιεί, διότι όπως είπε η Γραφή, ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος».

Από τα λόγια αυτά, φαίνεται ότι ο Κύριος αποκάλυψε την μεγάλη αλή­θεια ότι το θαύμα της αναβλύσεως του ύδατος από την πέτρα στην έρημο για να ξεδιψάσει ο λαός, δεν προερχόταν από την φύση της πέτρας, ούτε από την δύναμη του Μωϋσέως, αλλά ήταν ενέργεια της πνευματικής Πέτρας, που διαρκώς ακολουθούσε τον Ισραηλιτικό λαό. Και αυτή η πνευματική Πέτρα ήταν ο Χριστός.

Ο Χριστός πάντα ξεδιψά τον άνθρω­πο που φλέγεται για αληθινή ζωή και για αληθινή χαρά. Ο Χριστός ικανο­ποιεί τελείως την πνευματική δίψα του ανθρώπου. Δεν ήρθε στον κόσμο για να φέρει μερικές ιδέες και αφηρημένες θε­ωρίες, αλλά για να φέρει την ζωή στους ανθρώπους. Η ευτυχία του ανθρώπου συνδέεται με την ανακαίνιση και τη με­ταμόρφωση της φύσεως του. Και αυτή η μεταμόρφωση γίνεται εν Χριστώ.

Εάν όμως ο Χριστός είναι η Πέτρα της ζωής, το Άγιο Πνεύμα είναι το ύδωρ το ζών. Την μεγάλη αυτή αλήθεια αποκάλυ­ψε ο Κύριος στην Σαμαρείτιδα γυναίκα. Εάν ήξερες, της είπε, ποιος είναι αυτός που σου λέει «δός μοι ποιεΐν, συ αν ήτησας αυτόν, και έδωκεν αν σοι ϋδωρ ζων»

Το ύδωρ το ζών που υπάρχει στον Χριστό είναι το Άγιο Πνεύμα. Όπως το νερό δροσίζει και καθαρίζει, έτσι και το Πανάγιο Πνεύμα δροσίζει τον άνθρω­πο και καθαρίζει όλες τις εσωτερικές πληγές της αμαρτίας. Ο Χριστός και το Άγιο Πνεύμα είναι οι δύο Παράκλητοι του Θεού στον κόσμο, που κατεργάζο­νται την θέωση του ανθρώπου και την μεταμόρφωση όλου του κόσμου.

Αν κανείς δεν έχει τον Παράκλητο στην καρδιά του, δεν είναι μέλος του Σώματος του Χριστού. Αυτή την μεγάλη αλήθεια βλέπουμε κατά την ήμερα της Πεντηκοστής. ΟΙ Απόστολοι αφού έλαβαν το Άγιο Πνεύμα, έδωσαν μαρτυρία περί του Χριστού. Το «έπλήσθησαν άπα­ντες Πνεύματος Αγίου» σημαίνει, ότι οι Απόστολοι και όλοι όσοι ήταν μαζί τους εκεί δεν έλαβαν μόνο το χάρισμα των γλωσσών, αλλά το πλήρωμα όλων των χαρισμάτων του Παναγίου Πνεύματος.

Έκπληκτοι οι Εβραίοι της Ιερουσαλήμ, που συγκεντρώθηκαν έξω από το υπερώο εξ αιτίας της περίεργης βοής, είδαν τους αγράμματους και απλούς Μαθητές του Χριστού να μιλούν ξένες γλώσσες, να λά­μπουν από ουράνια λαμπρότητα και να κηρύττουν τα μεγαλεία του Θεού.

Εκείνος που συνδέεται με την αλη­θινή Πέτρα, τον Χριστό, και δέχεται το ύδωρ του Παναγίου Πνεύματος, αυτός γίνεται και πηγή θεολογίας.  Όταν έρχεται η Χάρη του Παρακλήτου στην καρδιά του ανθρώπου, τότε ο άνθρω­πος αλλοιώνεται εσωτερικά και αυτή η αλλοίωση φαίνεται και εξωτερικά.  

Μυστήριο είναι η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος και η πλήρωση των καρδιών μας από τα χαρίσματα Του.

Μας μοιράζει και σήμερα χαρίσματα το Άγιο Πνεύμα. Δεν σταμάτησε ο Κύ­ριος να μας ευεργετεί, αφού μας υπο­σχέθηκε ότι θα παραμείνει κοντά μας για πάντα. Αν μερικοί χριστιανοί δεν το νιώθουν, είναι γιατί τους λείπει η συναίσθηση και η προθυμία. Αν ραθυμούμε στην πνευματική ζωή δεν υπάρχει τίπο­τε σ’ εμάς, παρ’ όλο που δεχτήκαμε το δώρο. Χρειάζεται αγώνας και κόπος γιο όσους θέλουν να έχουν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος στην ψυχή τους.

Η εμπειρία του Αγίου Πνεύματος αποκτάται μόνο μέσα στην Εκκλησία. Η κοινωνία μας με τα Μυστήρια της Εκκλησίας φέρνει τα χαρίσματα. Έξω από αυτήν, μακριά από το Σώμα του Χριστού, δεν λειτουργούν χαρίσματα: Σέ κάθε θεία Λειτουργία παρακαλούμε «κατάπεμψον τον Πνεύμα Σον το Άγιον έφ' ημάς...»

Ζώντας σ' έναν κόσμο που προσφέρει προγράμματα βελτιώσεως του ανθρώπινου βίου και καταγίνεται με την διαφήμιση μόνον των υλικών πραγμάτων, πρέπει να εκτιμήσουμε τη μεγάλη προσφορά της Εκκλησίας. Η Εκκλησία, δια του Αγίου Πνεύματος μεταμορφώνει την ανθρώπινη ύπαρξη και η μεταμορφωμένη ύπαρξη αλλάζει πραγματικά και ουσιαστικά τον κόσμο.

Ας είναι λοιπόν, διαρκές το άνοιγμα του νου και της καρδιάς μας στη Χάρη του Αγίου Πνεύματος.

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΣΑΚΙΡΗ

Θεολόγος

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2024

Η ουσία της προσευχής.

 

Τι σημαίνει να προσευχόμαστε αδιάκοπα;

Δεν έχουμε και εμείς τις δικές μας βιοτικές φροντίδες, είναι δυνατόν να ασχολούμαστε μόνο με προσευχή; Η εντολή αυτή φαίνεται απραγματοποίητη. Και όμως είναι εφικτή και εφαρμόσιμη, διότι, τίποτα το ανέφικτο δεν ζητά από μας ο Κύριος Ιησούς Χριστός.

Να προσευχόμαστε αδιάκοπα μπορούμε πάντα και όπου και να βρισκόμαστε. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι να έχει η καρδιά μας διάθεση για προσευχή. Να είναι ταπεινή και να θρηνεί αδιάκοπα την αναξιότητα και την αμαρτωλότητά της. 

;

Σε κάθε μας έργο μπορούμε να προσευχόμαστε, μόνο να υπάρχει διάθεση για προσευχή, να ποθεί η καρδιά μας τον Κύριο και τότε η εντολή που μας έδωσε ο απόστολος μπορεί εύκολα να πραγματοποιηθεί.

Εμεί δεν είμαστε και τόσο πολύ απασχολημένοι σε σύγκριση με τον προφήτη Δαβίδ. Αυτός ήταν βασιλιάς του Ισραήλ και από το πρωί έως το βράδυ ασχολιόταν με κρατικές υποθέσεις φροντίζοντας τον δικό του λαό. Άραγε είχε χρόνο για προσευχή; Θα ρωτούσε κανείς με απορία. Και όμως κοιτάξτε πώς προσευχόταν: «Εγενήθη τα δάκρυά μου εμοί άρτος ημέρας και νυκτός» (ψαλ. 41, 4). Ο προφήτης πάντα έχυνε δάκρυα, τα οποία ήταν γι’ αυτόν σαν το ψωμί. Μέρα νύχτα ικέτευε τον Θεό με προσευχές και δεήσεις, έγραψε πλήθος ψαλμών που όλοι τους είναι προσευχές στον Θεό. «Εκοπίασα εν τω στεναγμώ μου, λούσω καθ’ εκάστην νύκτα την κλίνην μου» (ψαλ. 6, 7). Τέτοια ήταν η προσευχή του, ακόμα και ξαπλωμένος στο κρεβάτι έβρεχε το προσκέφαλο με ποτάμια δακρύων…

Είναι δυνατόν εμείς που είμαστε λιγότερο απασχολημένοι να μην βρίσκουμε χρόνο να φέρουμε με την προσευχή τις θλίψεις μας στον Θεό και να χύσουμε ενώπιόν Του τα δάκρυά μας; Δεν πρέπει να προσευχόμαστε μόνο με προκαθορισμένες ευχές, αλλά από το περίσσευμα της καρδιάς πρέπει να μιλάει το στόμα. Πρέπει σιωπηλά, μέσα από την καρδιά να απευθύνουμε στον Θεό τις ευχές μας, όπως το έκανε η Άννα η μητέρα του προφήτη Σαμουήλ. Αυτή ήταν στείρα και το πράγμα αυτό της προκαλούσε μεγάλη θλίψη και πόνο, ήθελε πάρα πολύ να έχει παιδί. Και πήγε μια μέρα στην Ιερουσαλήμ να προσευχηθεί στον ναό. Στεκόταν γονατισμένη και παρακαλούσε τον Θεό να της χαρίσει παιδί. Και έδωσε όρκο να το αφιερώσει στον Κύριο. Προσευχόταν χωρίς να ανοίγει το στόμα, μόνο ελαφρά κουνούσε τα χείλη. Η καρδιά της βοούσε στον Θεό και Τον παρακαλούσε με πόνο. Δεν προσευχόταν με λέξεις αλλά με στεναγμούς της καρδιάς.

Έτσι προσευχόταν και ο προφήτης του Θεού Μωυσής όταν παρακαλούσε τον Κύριο να μην τιμωρεί τον λαό του. Το στόμα του ήταν κλειστό και αυτός προσευχόταν με την καρδιά στον Θεό. Αλλά και τα χείλη του ακόμα ήταν ακίνητα, και όμως ο Θεός του είπε: «Τι βοάς προς με;» (Εξοδ. 14, 15). Ο Μωυσής δεν μιλούσε, αλλά η προσευχή του ανέβαινε στον Θεό και ήταν σαν μια κραυγή γεμάτη θλίψη και πόνο που έβγαινε από τα βάθη της δικής του καρδιάς.

Βλέπετε πώς μπορεί ο άνθρωπος να προσεύχεται; Η ουσία της προσευχής είναι, να παραδιδόμαστε ολοκληρωτικά, με όλη την καρδιά μας, να ικετεύουμε τον Θεό, και η προσευχή να είναι γεμάτη πίστη και ακράδαντη ελπίδα.

Πρέπει να προσευχόμαστε πάντα και να παρακαλούμε ακούραστα, έχοντας στο νου μας τα λόγια αυτά του Κυρίου: «Αιτείτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε, και ευρήσετε, κρούετε, και ανοιγήσετε υμίν• πας γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται» (Ματθ. 7, 7-8).
Λοιπόν, να προσευχόμαστε αδιάκοπα και να χτυπάμε ακούραστα την θύρα της θείας ευσπλαχνίας. Να τον ικετεύουμε, όχι μόνο για μας, αλλά και γι’ αυτούς που δεν προσεύχονται σ΄ Αυτόν. Θα ακουστούν οι ευχές μας και θα μας αποδώσει ο Κύριος κατά το μέγα Του έλεος.

 

Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας «ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΜΟΣ Γ’». Εκδόσεις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»