Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2022

Κυριακή τετάρτη εκ του κατά Λουκά.

 

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ.

 

«..Εξήλθεν ο σπείρων τον σπόρον αυτού».

Όμως εμάς μας συνάντησε «παρά την οδόν», να περπατάμε σε δρόμους που επιλέξαμε, να έχουμε στόχους, να φανταζόμαστε κάποιαν αφετηρία απ’ όπου ξεκινήσαμε κι ακόμα περισσότερο να φανταζόμαστε ότι έχουμε κάποιον προορισμό, μορφή και σχήμα της δικής μας επίσης φαντασίας. Πάμε προς τα εκεί που μας οδηγούν οι σκέψεις μας….. Αυτές οι σκέψεις μας είναι τα πετεινά του ουρανού που μας κατατρώγουν, που κατατρώγουν, δηλαδή, την ουσία μας, Τον σπόρο, το Λόγο του Θεού που είναι μέσα μας, εκεί όπου Τον έσπερε ο Σπορέας από καταβολής κόσμου.

Αυτές μας οι σκέψεις, οι λογισμοί, όσο βαδίζουμε στο δρόμο που χαράξαμε, μας γεμίζουν…… παράπονα, κρίσεις και κατακρίσεις, μας σκληραίνουν και ο Λόγος Του Θεού ξηραίνεται, από την πέτρα που επιτρέψαμε να σχηματιστεί μέσα μας. Και αφήσαμε, να φυτρώσουν άκανθες, σαν άκανθες, όλες αυτές οι αρνητικές εμπειρίες και τα βιώματα, είναι άκανθες που υπερισχύουν του αγαθού που είμαστε.

Και όλα αυτά, γιατί αντί να είμαστε αγρός, χωράφι εύφορο, πρόσφορο, ορισμένο σταθερά στο σκοπό του, επιλέξαμε εντελώς επιπόλαια, τον δρόμο. Όλο κάπου πάμε, από κάπου ερχόμαστε και συνεχώς προς τα κάπου πάμε, αλλά δεν φθάνουμε. Δρόμος πετρώδης, ακανθώδης δοσμένος σε μια μάταιη κίνηση, ενώ, η γη η ακίνητη, δέχεται, μόνο δέχεται και τον Σπόρο και Τον Σπορέα και εύκολα, ποιεί εκαντοταπλασίονα.

Ας δούμε πού έχουμε σκληρύνει σαν την πέτρα, ας δούμε ποιά αγκάθια μας συμπνίγουν, τι και ποιοί μας πνίγουν, εμείς ποιούς συμπνίγουμε, πού;

για να βλαστήσει ο σπόρος- Λόγος Του Θεού, μέσα και από μέσα από αυτό που όντως είμαστε: Η γη η αγαθή…..όμως, ας βγούμε έστω και για λίγο από το δρόμο μας,…..των ψευδαισθήσεων των μάταιων σχεδίων……

Αυτό που μας έχει δοθεί, αυτό που έσπειρε ο Σπείρων τον σπόρον Αυτού, είναι σίγουρα…….καλλίτερο.

Καλή Μετά-νοια

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Εκ του κατά Λουκά 

«..Εξήλθεν ο σπείρων του σπείραι τον σπόρον αυτού».

«Ο σπείρων του σπείραι..», μια τόσο στενή σχέση ανάμεσα στο σπορέα και «στο σπόρον αυτού». Εκείνος που εξήλθε για να σπείρει, Εκείνος που έχει τον σπόρο, το δικό Του σπόρο.

Όλα τα άλλα θα ακολουθήσουν με έναν απόλυτα μυστικό τρόπο, με την ελευθερία και την βεβαιότητα που κρύβει ο σπόρος. Σκορπίζεται παντού από τον Σπορέα. Στους δρόμους, στις πέτρες, ανάμεσα στα αγκάθια. Σε καρδιές αγαθές και πονηρές. Ο σπορέας «εξήλθε» και σπέρνει τον σπόρο του, παντού. Ο σπόρος είναι μικρός. Κρύβει όμως μέσα του ολόκληρη την ζωή. Αφήνεται να πέσει στη γη. Σαν προσφορά. Χωρίς καμιά δυνατότητα επιλογής. Κατέχει την ζωή και μόνον την ζωή. Και αναζητά. Τι; Το πρόσφορο έδαφος. Την αγαθή καρδιά. Θα καρπίσει οπουδήποτε. Αρκεί να μην τον καταφάγουν τα πετεινά, αρκεί να μην ξεραθεί από τις πέτρες.

Κι εδώ ο Ευαγγελιστής, μας λέγει:

«Ο σπόρος εστίν ο λόγος του Θεού»

Γίνεται ξεκάθαρο αυτό το τόσο πλούσιο νόημα. Ο λόγος του Θεού, σπείρετε παντού. Με την δύναμη του σπορέα.

Και τότε έρχεται ο διάβολος και παίρνει από τις καρδιές αυτόν το λόγο. Έρχονται οι πειρασμοί και ξεραίνουν τα βλαστάρια. Έρχονται οι δυσκολίες και οι βιοτικές μέριμνες και καταπνίγουν την ικμάδα των Θείων μηνυμάτων. Ο σπόρος λοιπόν έρχεται μέσα σε όλες αυτές τις αντίξοες καταστάσεις.

Έρχεται σε έδαφος απροετοίμαστο.

Ο λόγος του Θεού απευθύνεται σε όλους μας.

Ελεύθερα με την ευθύτητα που έχει η αλήθεια.

Ο σπορέας εξέρχεται για να σπείρει. Όποιος έχει αυτιά για να ακούει θα ακούσει. Και θα μετρήσει. Πόσα αγκάθια έχει επιτρέψει να φυτρώνουν στο έδαφος της καρδιάς του; Ο καθένας μας θα σκεφτεί. Πόση πέτρα κουβαλά και αυτή η πέτρα πόσο σκληρή είναι; Πόσο σκληρό τον κάνει.

Ο καθένας έχει και πέτρες και αγκάθια και αυτιά και μάτια. Και καρδιά αγαθή. Και μέριμνες βιοτικές. Μα ο σπορέας εξέρχεται για να μετρήσει ακριβώς αυτό. Πόσο όλα αυτά πνίγουν τον σπόρο του. Αν ο δρόμος μας είναι δρόμος που δέχεται αυτόν τον σπόρο ή είναι ένας δρόμος εκτεθειμένος στα πετεινά του ουρανού.

Ο σπόρος λοιπόν είναι ο Λόγος του Θεού. Και εμείς όλα αυτά που ακούσαμε. Χαιρόμαστε στο άκουσμα αυτού του Λόγου, αλλά εύκολα

πνίγουμε τα βλαστάρια τα αγαθά. Γιατί; Γιατί δεν αφήνουν οι πέτρες που αφήσαμε στην καρδιά μας. Και τα αγκάθια.

Ας σκεφθούμε ποιοι είμαστε. Πόσο πολύπλοκος είναι ο κόσμος μας. Ας κοιτάξουμε γύρω μας. Πόσο λίγο χώμα έχουμε αφήσει ελεύθερο. Πόσο έχουμε πνίξει τη ζωή μας.

Ο σπόρος χρειάζεται υπομονή. Χρειάζεται έδαφος μαλακό για να κρυφτεί και στον καιρό του να καρπίσει.

Ο λόγος του Θεού θέλει αγαθή καρδιά. Μπορούμε να κάνουμε χώρο; Μπορούμε να κάνουμε τα αυτιά μας να ακούν και τα μάτια μας να βλέπουν; Και να καταλαβαίνουμε; Έχουμε άραγε την δύναμη της υπομονής; Γιατί αυτοί που έχουν τελικά καλή και αγαθή καρδιά καρποφορούν εν υπομονή και με την υπομονή φέρνουν καρπούς εκατονταπλασίονας. Έχουμε τελικά την δύναμη να δούμε πίσω από τις παραβολές το κρυμμένο νόημα, το πλούτο των εννοιών;

Να δούμε δηλαδή τον εαυτό μας και να τον νιώσουμε. Να δούμε την σχέση μας με τον κόσμο που μας περιβάλλει και την ευθύνη μας μέσα σε αυτόν. Πόσο ασήμαντα είναι τα αγκάθια κι όμως μας καταπνίγουν. Πόσο άγονες είναι οι πέτρες που κάθονται πάνω στην καρδιά μας. Και να κάνουμε τον δρόμο μας δρόμο προς σωτηρία. Και όχι ένα δρόμο ξέσκεπο σε κάθε πετούμενο, σε κάθε δηλαδή επιθυμία.

Που μας διασπά και μας αποπροσανατολίζει.

Αυτό είναι και σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, το ευαγγελικό ανάγνωσμα. Ο σπόρος ο καλός του Καλού Σπορέα.

Αν έχουμε αυτιά για να ακούμε θα ακούσουμε.

Αν έχουμε χώρο στην καρδιά μας θα κρατήσουμε αυτό τον Λόγο και θα τον καρποφορήσουμε.

Με υπομονή.

 

 

 

 

 

 

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2022

Εις το Γεννέσιον της Θεοτόκου.

 

Κάτι μας σπρώχνει συνεχώς προς τα έξω, έξω από τον εαυτό μας και αυτό το κάτι μας κρατά αιχμάλωτους, απαιτεί συνεχώς την δικαίωση του, την ικανοποίησή του, όμως…. ποτέ δεν την κατορθώνει, μένουμε συνεχώς……ανικανοποίητοι.

Και οι άλλοι, μα  και ο ίδιος μας ο εαυτός, δεν ανταποκρίνονται τελικά στις προσδοκίες μας, όλοι, ο εαυτός μας, η Μαρία, όλοι…..μόνους μας κατέλειπαν διακονείν….. έτσι νιώθουμε…. Και θα φθάσουμε να προβάλλουμε αυτό τον θυμό και στον ίδιο τον Θεό….. όν μέλει σοι…..θα πούμε, στον ίδιο τον Θεό, ότι δεν μας νοιάζεται! Αυτός που μας έπλασε.

Όμως ο Κύριος γνωρίζει…. μένει έξω από τις δικές μας συγκρούσεις, επειδή μας γνωρίζει. Όλο αυτό το δικό μας το κατασκεύασμα της ζωής μας, είναι απλά….. δικό μας κατασκεύασμα.  

Μεριμνάμε και τυρβάζουμε περί πολλών απλά και μόνο για να μην ησυχάσουμε….. ποτέ!

Και η ψυχή μας δεν μπορεί να μας ακολουθήσει. Μένουμε χωρισμένοι από τον ίδιο μας τον εαυτό, από την ψυχή μας, η οποία από καταβολής της, «την αγαθή μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ΄αυτής…..»

Η ψυχή μας είναι «φυσικά» προσηλωμένη προς τον Θεό, παρακάθεται παρά τους πόδας του Ιησού και ακούει τον λόγον Αυτού……σταθερά….,ενώ εμείς αγωνιούμε να την παρασύρουμε στην τύρβη της εξωστρέφειας μας,…..ίνα μη συναντιλάβηται.

Η παράνοια της ζωής μας είναι ότι αυτό ΔΕΝ μπορεί να συμβεί στην αθάνατη ψυχή μας. Και μένουμε συνεχώς….άδειοι…..κάτι μας λείπει…… Κάποιος μας λείπει… .Μας λείπει….ο εαυτός μας…..Αυτός ο εαυτός που από της Δημιουργίας του, την αγαθή μερίδα επελέξατο, γιατί έτσι δημιουργεί ο Θεός.

Αυτό ενσάρκωσε η άλλη Μαρία, της οποίας το Γενέθλιο εορτάζουμε σήμερα. Παρέμεινε ασάλευτη μέσα στον εαυτό της, σταθερά στον χώρο όπου τα Άγια των Αγίων, στον χώρο της Αγιότητας, της παρθενίας, στον χώρο όπου άκουγε συνεχώς τον Λόγο του Θεού. Και ζούσε με αυτόν.

Σήμερα Γεννάται η Κυρία που θα γεννήσει τον Ιησούν, θα γίνει Θεοτόκος.

Σε απόλυτη υπακοή με τον Πλάστη της αυτή είναι η Αρχή Της Ζωής και της Ζωής μας. Ενώ είναι μια Γέννηση με φυσικό θέλημα, θα υπερβεί τη φύση και στο τοκετό και στη Κοίμηση, γιατί είναι εν Πνεύματι ενωμένη με το Αδιαίρετο, αδιαίρετη και Εκείνη, με τον Άφθαρτο, δεν γνωρίζει ούτε κι΄ Εκείνη.

Εμείς ζητούμε την αυτοδικαίωσή μας από τους άλλους, πρόσωπα ή γεγονότα και μπορούμε να απαιτήσουμε και από τον ίδιο το Θεό τη δικαίωση-  αυτοδικαίωσή μας….

Έτσι από μόνοι μας…..μένουμε μόνοι….διακονείν….κανείς δεν φταίει…..

Ένα βήμα είναι η σιωπή…κι΄ αν κάποια στιγμή….επάρασα τις γυνή φωνήν εκ του όχλου…..εις μάτην…..

Ο Χριστός πάντα θα μας απαντά ότι όσοι μακάριοι ακούν το Λόγο του Θεού……τον φυλάσσουν….

Εσωτερικά, μέσα τους, φυλάσσουν τον λόγο του Θεού και τον εαυτό τους.

Σε νήψη, σε ησυχία, γεννιέται το αθάνατο.

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2022

Πάτερ ημών.

 

Ο Κύριός μας δεν μας έμαθε να λέμε απλώς «Πατέρα!», θέλει να λέμε: «Πατέρα μας». Αν αναγνωρίζω τον Θεό ως Πατέρα μου, τότε οφείλω να αναγνωρίζω ότι έχει και άλλα παιδιά· άρα αυτά τα παιδιά είναι οι αδελφοί μου· μπορώ λοιπόν να θεωρήσω τον Θεό ως κοινό «μας» Πατέρα, τον Πατέρα μιας και της αυτής Οικογένειας.

Αυτή η ιδιότητα των παιδιών του ίδιου Πατέρα, αυτή η αδελφοσύνη μεταξύ όλων των ανθρώπων αποτελεί ένα σύνδεσμο πολύ πιο ισχυρό απ’ όλες τις διαφορές. Καταργεί όλα τα τείχη που μας χωρίζουν.

Δεν μπορώ να λέω «Πάτερ ημών» εν πνεύματι και αληθεία, αν ξεχνώ ότι η ανθρώπινη αδελφοσύνη δεν αποκλείει κανέναν. Εδώ ο Χριστιανός αναγκαστικά θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον κόσμο, γιατί ο κόσμος δεν θα θέλει να θεωρούμε αδελφό μας και παιδί του ίδιου πατέρα τον ξένο, τον πολίτη ενός εχθρικού κράτους, τον πολιτικό αντίπαλο, αυτόν που ανήκει σε μια άλλη φυλή, το μέλος μιας άλλης κοινωνικής τάξης, κάποιον που μας είναι αδιάφορος ή αντιπαθητικός, τον εγκληματία. Συμβαίνει μάλιστα να υπάρχουν Χριστιανοί, που ως άτομα είναι δίκαιοι και ειρηνικοί, οι οποίοι όμως δεν βλέπουν καμμιά αντίφαση στο ότι το κράτος τους ή η κοινωνική τους τάξη μπορεί να εκμεταλλεύεται -είτε πολιτικά είτε οικονομικά- άλλους ανθρώπους. Αυτοί δεν έχουν το δικαίωμα να λένε «Πατέρα μας». Δεν μπορούμε να προφέρουμε τα ιερά αυτά λόγια, παρά μόνο αν έχει εξαφανιστεί από την ψυχή μας κάθε απομεινάρι μίσους, εγωισμού ή βίας.

Ο Χριστιανός ευφραίνεται να λέει «Πάτερ ημών» μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας μαζί με την Εκκλησία. Θα ήταν όμως βλασφημία προς τα λόγια αυτά εάν -με το πρόσχημα ότι δεν ανήκουν στη δική του συγκεκριμένη θρησκευτική κοινότητα- απέκλειε από τη θεϊκή πατρότητα και την ανθρώπινη αδελφοσύνη αυτούς που δεν ανήκουν στην ίδια ομάδα ή αυτούς που δεν είναι Χριστιανοί, και αν νομιμοποιούσε τον εαυτό του να τους διώκει, όπως συμβαίνει τόσο συχνά.

«Πάτερ ημών»: αυτές οι δύο λέξεις είναι η ρίζα δύο μεγάλων εντολών. Επειδή ο Θεός είναι Πατέρας, οφείλουμε να τον αγαπούμε με όλη μας την καρδιά, την ψυχή και τη διάνοια, αυτόν που πρώτος μας αγάπησε με όλο Του το είναι. Επειδή ο Θεός είναι Πατέρας μας, οφείλουμε να αγαπούμε τα άλλα του παιδιά, τον διπλανό μας, όπως τον εαυτό μας. Η λυδία λίθος λοιπόν κάθε πράξης σύμφωνης με το θέλημα του Θεού είναι: αγαπώ μ’ αυτή μου την πράξη τον διπλανό μου όσο αγαπώ και τον εαυτό μου;

Λέγοντας «Πάτερ ημών», ρίχνω την καρδιά μου μέσα στην καρδιά του Θεού, αφού πρώτα έχω κλείσει μέσα μου όλους τους ανθρώπους.

Κι ακόμη, κάθε φορά που προφέρω αυτές τις λέξεις, πρέπει να αναγνωρίζω βαθιά μέσα μου, ότι τις προφέρω μαζί με τον Μονογενή Υιό, τον Ιησού Χριστό. Ο Θεός είναι ο «Πατήρ» μας, ο Πατήρ του Ιησού και ο δικός μας, με διαφορετική βέβαια έννοια. Πόσο αγαθός είναι όμως ο Θεός, που μας επέτρεψε –μέσα από τη χάρη της Υιοθεσίας- να μπορούμε να συναντούμε κατά κάποιο τρόπο τον Υιό του τον Αγαπητό και να τον ονομάζουμε Αδελφό μας!

Lev Gillet, Πάτερ Ημών… Κύριε Ιησού Χριστέ: Οι δύο θεμελιώδεις προσευχές που στηρίζουν την πίστη των χριστιανών, Ενός μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας, μετάφραση Πολυξένη Τσαλίκη – Κιοσόγλου, 1η έκδ., Αθήνα, Ακρίτας, 2007.

 

 

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2022

Αυγή ημέρας μυστικής - Η Κοίμηση της Θεοτόκου.

 

 Τον Αύγουστο η Εκκλησία εορτάζει το τέλος της επίγειας ζωής της Παναγίας, το θάνατό της, γνωστό ως Κοίμηση, μια λέξη όπου το όνειρο, η μακαριότητα, η ειρήνη, η ηρεμία και η χαρά ενώνονται.

Τίποτε δεν γνωρίζουμε για τις συνθήκες που περιβάλλουν το θάνατο της Παναγίας, της μητέρας του Χριστού. Διάφορες ιστορίες, διανθισμένες με παιδική τρυφεράδα, έχουν φθάσει ως εμάς από τον πρώιμο Χριστιανισμό, αλλά, ακριβώς λόγω της ποικιλίας τους, δεν νιώθουμε υποχρέωση να υπερασπιστούμε την «ιστορικότητα» καμιάς απ’ αυτές.

Στην Κοίμηση, η αγάπη και η μνημόνευση της Εκκλησίας δεν επικεντρώνονται στο ιστορικό και πραγματικό πλαίσιο, ούτε στην ημερομηνία και στον τόπο όπου αυτή η μοναδική γυναίκα, αυτή η Μητέρα όλων των μητέρων, ολοκλήρωσε την επίγεια ζωή της. Οποτεδήποτε και οπουδήποτε κι αν αυτό συνέβη, η Εκκλησία, αντ’ αυτού, παρατηρεί την ουσία και το νόημα του θανάτου της, μνημονεύοντας το θάνατο αυτής που ο Υιός της, σύμφωνα με την πίστη μας, κατέβαλε το θάνατο, ανέστη εκ νεκρών, και μας υποσχέθηκε την τελική ανάσταση και τη νίκη της αθάνατης ζωής.

Ο θάνατός της αναλύεται καλύτερα μέσα από την εικόνα της Κοιμήσεως, που είναι τοποθετημένη στο κέντρο της Εκκλησίας εκείνη την ημέρα, ως κέντρο όλου του εορτασμού. Η Θεοτόκος νεκρή βρίσκεται στο νεκροκρέβατό της. Οι απόστολοι του Χριστού είναι συναγμένοι γύρω της, και από πάνω της στέκεται ο ίδιος ο Χριστός, κρατώντας στα χέρια τη Μητέρα Του, η οποία είναι ζωντανή και αιώνια ενωμένη μαζί Του. Εδώ βλέπουμε το θάνατο κι ό,τι έχει ήδη περάσει σ’ αυτό το συγκεκριμένο θάνατο: όχι ρήξη αλλά ένωση. Όχι λύπη αλλά χαρά. Και σ’ ένα βαθύτερο επίπεδο, όχι θάνατος αλλά ζωή. «Εν τη γεννήσει σου σύλληψις άσπορος, εν τη κοιμήσει σου νέκρωσις άφθορος», ψάλλει η Εκκλησία, βλέποντας αυτή την εικόνα. «Εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε…».

Τα λόγια μιας βαθύτατης και πολύ όμορφης προσευχής που απευθύνεται στην Παναγία έρχονται τώρα στο νου μας, «Χαίρε αυγή μυστικής ημέρας!» (Ακάθιστος Ύμνος). Το φως που ξεχύνεται από την Κοίμηση προέρχεται ακριβώς απ’ αυτή την άδυτη, μυστική Ημέρα. Παρατηρώντας αυτόν το θάνατο, και στεκόμενοι δίπλα σ’ αυτό το νεκροκρέβατο, καταλαβαίνουμε ότι ο θάνατος δεν ισχύει πλέον, ότι η διαδικασία του θανάτου ενός ανθρώπου έχει γίνει τώρα μια πράξη ζωής, μια είσοδος σε μια ευρύτερη ζωή, όπου βασιλεύει η ζωή. Αυτή που δόθηκε εντελώς στο Χριστό, που Τον αγάπησε έως τέλους συναντιέται μ’ Αυτόν σ’ εκείνες τις φωτεινές πύλες του θανάτου, κι εκεί ο θάνατος μεταστρέφεται αμέσως σε χαρμόσυνη συνάντηση – η ζωή θριαμβεύει, η χαρά και η αγάπη κυριαρχούν πάνω στα πάντα.

Για αιώνες η Εκκλησία στοχάστηκε κι εμπνεύστηκε από το θάνατο Αυτής που υπήρξε μητέρα του Χριστού που έδωσε ζωή στο Σωτήρα και Κύριό μας που Του δόθηκε ολοκληρωτικά μέχρι τέλους και στάθηκε δίπλα Του στο Σταυρό. Και παρατηρώντας η Εκκλησία το θάνατό της, ανακάλυψε και βίωσε το θάνατο, όχι ως φόβο, τρόμο, τέλος, αλλ’ ως αστραποβόλα και αυθεντική Αναστάσιμη χαρά. «Ποίοις πνευματικοίς άσμασιν, ανυμνήσωμέν σε, Παναγία; Διά γαρ της αθανάτου Κοιμήσεώς σου ηγίασας τα σύμπαντα…». Εδώ, σ’ έναν από τους πρώτους ύμνους της εορτής, βρίσκουμε αμέσως να εκφράζεται η βαθιά ουσία της χαράς της: «Νέκρωσις άφθορος», αθάνατη κοίμηση. Ποιο είναι όμως το νόημα αυτής της αντιφατικής και φανερά παράλογης συνυπάρξεως αυτών των λέξεων;

Στην Κοίμηση μας αποκαλύπτεται όλο το χαρμόσυνο μυστήριο αυτού του θανάτου και γίνεται χαρά μας, επειδή η Παρθένος Μαρία είναι ένας από μας. Αν ο θάνατος είναι ο τρόμος και η θλίψη του χωρισμού, η κάθοδος στην τρομερή μοναξιά και το σκοτάδι, τότε τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι παρόν στο θάνατο της Παρθένου Μαρίας, αφού ο θάνατός της, όπως και ολόκληρη η ζωή της, είναι μια συνάντηση, αγάπη, συνεχής κίνηση προς το αιώνιο, άδυτο φως της αιωνιότητος και μια είσοδος σ’ αυτό. «Η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον», λέγει ο αγ. Ιωάννης ο Θεολόγος, ο απόστολος της αγάπης (Α΄ Ιωάν. 4,18). Γι’ αυτό δεν υπάρχει φόβος στην άφθορη κοίμηση της Παρθένου Μαρίας. Εδώ ο θάνατος έχει καταληφθεί εκ των ένδον, έχει ελευθερωθεί απ’ ό,τι τον γεμίζει με τρόμο και απελπισία. Ο ίδιος ο θάνατος γίνεται ζωή θριαμβεύουσα. Ο θάνατος γίνεται «αυγή μυστικής ημέρας». Έτσι στη γιορτή δεν υπάρχει ούτε λύπη, ούτε νεκρώσιμα μοιρολόγια, ούτε στεναχώρια, αλλά μόνο φως και ζωή. Προσεγγίζοντας την πόρτα του αναπόφευκτου θανάτου μας, είναι σαν να τη βρίσκουμε ορθάνοικτη, με το φως να ξεχύνεται από τη νίκη που πλησιάζει από την ερχόμενη επικράτηση της Βασιλείας του Θεού.

Στη λάμψη αυτού του ασύγκριτου φωτός της εορτής, στις αυγουστιάτικες αυτές μέρες, όταν ο φυσικός κόσμος φθάνει στο αποκορύφωμα της ομορφιάς του και γίνεται ύμνος δοξολογίας και ελπίδας και σύμβολο ενός άλλου κόσμου, ακούγονται τα λόγια της Κοιμήσεως, «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν ως γαρ ζωής Μητέρα προς την ζωήν μετέστησεν ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον…». Ο θάνατος δεν είναι πλέον θάνατος. Ο θάνατος ακτινοβολεί αιωνιότητα και αθανασία. Ο θάνατος δεν είναι πλέον ρήξη αλλά ένωση. Δεν είναι λύπη, αλλά χαρά. Δεν είναι ήττα, αλλά νίκη.

Αυτά είναι όσα εορτάζουμε την ημέρα της Κοιμήσεως της Παναγίας Παρθένου, καθώς τα προεικονίζουμε, τα προγευόμαστε και τα απολαμβάνουμε από τώρα, στην αυγή της μυστικής και αιώνιας Ημέρας.

 

 Από το βιβλίο, «Η Παναγία», π. Alexander Schmemann, εκδόσεις Ακρίτα.

 

 

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2022

Η Θεία Μεταμόρφωσις του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος υμών Ιησού Χριστού.

 

Ζούμε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας μέσα σε μια ψευδαίσθηση, σε μια απατηλή νεφέλη ονείρου, εξαπατώντας και εξαπατώμενοι.

Προβάλουμε στον κόσμο γύρω μας τον εαυτόν μας και στους άλλους ανθρώπους τον εαυτό μας που δεν αγαπάμε, χάνοντας την ευκαιρία να……. θαυμάσουμε….. Η πραγματικότητα του Θεού γίνεται μια δική μας πραγματικότητα αλλοτριωμένη, περιορισμένη ασφυκτικά στα όρια του εγώ. Και όταν όλα γύρω μας μεταβάλλονται, δεν μεταβάλλονται προς σωτηρία, έτσι που είναι ο τελικός τους στόχος, αλλά , προς όλεθρο, έτσι που τα παραφράζει ο νους μας. Και μας γεμίζει φόβο.

…..Μέσα μας όμως, το κατ’ εικόνα οδεύει προς το κατ’ ομοίωση, συχνά χωρίς την δική μας θέληση, χωρίς επίγνωση.

Μέσα μας και έξω μας, σε ολόκληρη την κτίση, ο Υιός του Θεού παραλαμβάνει Ιάκωβον Πέτρον και Ιωάννην και εμάς ολόκληρους, και μας αναφέρει εις όρος υψηλόν, κατ’ ιδίαν…..  

Αυτό είναι ότι πιο όμορφο μπορεί να μας συμβεί. Και μας συμβαίνει…..

Μαζί Του, εις όρος υψηλόν, κατ’ ιδίαν….

Ότι πιο όμορφο, μπορεί να μας συμβεί και συμβαίνει …..σήμερα.

Και σε αυτήν την κορυφή, μαζί Του, έμπροσθεν μας, βλέπουμε. Βλέπουμε για πρώτη φορά την πραγματικότητα, την λάμψη του Προσώπου Του, την λάμψη των ιματίων Του, το Φως.

Και ακούμε την φωνή των Προφητών συλλαλούντων, αυτών δηλαδή που ταυτίστηκαν μαζί Του και γύρω μας μια άλλη Νεφέλη, μια Νεφέλη που ανοίγει τα μάτια και τα αυτιά μας και λέγει: « Αυτού ακούετε.»

Σήμερα δηλαδή, αδελφοί μου, καταλαβαίνουμε πραγματικά, ποιοι είμαστε, που είμαστε και γιατί. Αυτό το φως που μας περιβάλλει είναι το μόνο φως, όλα τα άλλα τα παράγει ο Νους μας……..

Μην φοβηθούμε σφόδρα, μην πέσουμε με το πρόσωπο καταγής.

Κι αν αυτό μας συμβαίνει, πάλιν ο Ιησούς, προσελθών, ήπιος, γαλήνιος, τρυφερός, «ήψατο αυτών και ημών» απλά μας αγγίζει,…..εγέρθητε και μην φοβείσθε.

Αυτό μόνο, αδελφοί μου, εγέρθητε και μην φοβείσθε.

Και θα δούμε επάραντες τους οφθαλμούς μας, τι; Τα ψέματα που φτιάξαμε ή έφτιαξαν οι άλλοι γύρω μας; Το κόσμο που μεταβάλλεται και φθείρεται δίχως επίγνωση γύρω μας και μέσα μας; Όχι….

Ουδένα είδον ει μη τον Ιησούν μόνον….

 


Η ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΥΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ                                                                   

Σε κάθε καιρό συμβαίνει αυτό και στην προσωπική ζωή του καθ’ ενός από εμάς…….μας παραλαμβάνει ο Ιησούς και μας φέρνει εις όρος υψηλόν, προσεύξασθαι.

Ο ίδιος ή άλλος, εν ετέρα μορφή…..

Πολλές φορές αυτός είναι ο συνάνθρωπος, ο φίλος, ο αδελφός, ο συγγενής, κάποιος που αγαπήσαμε. Για αυτό τον ακολουθούμε… για αυτόν που αγαπήσαμε, βγαίνουμε στο δρόμο και φθάνουμε σε όρος υψηλόν, πολλές φορές, χωρίς να το καταλάβουμε.

Ακολουθούμε τις επιθυμίες μας στο πρόσωπο του άλλου και φθάνουμε πάλι χωρίς να το θέλουμε, κοντά στο πάθος του άλλου, κοντά στην έξοδο του άλλου προς Ιερουσαλήμ…..

Κάποιοι απ’ αυτούς που αγαπήσαμε και ακολουθήσαμε δεν είναι πια δίπλα μας, έφυγαν, πέθαναν ή είναι σαν να πέθαναν μιας και δεν είναι πια κοντά μας.

Αναζητήσαμε μαζί τους δρόμο προς όρος υψηλόν, συμβαδίσαμε προς ένα πάθος, προς μιαν έξοδο προς Ιερουσαλήμ, αλλά, κάπου κοντά ή μακριά από το Θαβώρ της συνάντησης μας, χωρίσαμε. Είχαμε αναγνωρίσει στο πρόσωπό του το πρόσωπό μας, εκείνο το προς Μεταμόρφωσιν.

Είχαμε δει και αγαπήσει τον εαυτό μας, μέσα, από εκείνον τον εαυτό.

Γιατί επιθυμούσαμε την δική μας Μεταμόρφωση και συχνά άθελά μας και την δική τους.

Κάποιες στιγμές, κάποιες υψηλές στιγμές, είδαμε στο πρόσωπο του άλλου, αυτήν την Θαβώρια λάμψη.

Και αγαπήσαμε παράφορα εκείνες τις αλλαγμένες μορφές των άλλων.

Και μέσα απ’ αυτές την πρόσωπο προς πρόσωπο αντανάκλαση, υποψιαστήκαμε και την δική μας, Θαβώρια, εκδοχή.

Την όντως ύπαρξή μας.

…...Μα όταν, ξανασηκώσαμε το βλέμμα, ο άλλος δεν έλαμπε πια, έχανε αργά ή γρήγορα αυτήν την διέξοδο προς το φως. Γιατί και εμείς δεν αντέχαμε την μη προσκόλληση….προς τη γη….και πάντοτε πέσαμε επί προσώπου επί την γη…..και φοβηθήκαμε σφόδρα. Γιατί η υποψία του τι είμαστε, ή του τι είναι και ο άλλος μας τρομάζει. Για αυτό και κάτι που                                                                 

ξεκίνησε σαν αγάπη, ή έρωτας έγινε αδιαφορία ή ξενιτιά. Γιατί πάντοτε αυτό που αγαπάμε ή ερωτευόμαστε στον άλλο, είναι η ποσότητα και η ποιότητα του Θεού που έχει μέσα του. Και Αυτό αγαπούν και οι άλλοι σε εμάς.

Και όλα αυτά σε μια διαρκή και χρονική και καθορισμένη πορεία προς Ιεροσόλυμα, προς το παθείν. Προς το δικό μας παθείν. Προς θάνατον και ανάσταση.

Όμως, συνεχώς, παράλληλα, ο σεσαρκωμένος Χριστός μας παραλαμβάνει και Αυτός και αναφέρει ημάς εις όρος υψηλόν, όμως αυτούς, κατ’ ιδίαν μόνους!  

Μόνους μας αδελφοί….. μακριά από σχέσεις ατελείς και ατελέσφορες.

Εκείνος και Εμείς μόνοι….κατ΄ ιδίαν.…και Μωυσής και Ηλίας και η Νεφέλη….και η φωνή εκ της Νεφέλης.

Και όλα αυτά μέσα σε μια λευκότητα οία γναφεύς επί της γης ου δύναται λευκάναι….Μιλάμε, δηλαδή για κάτι….άλλο. Για μια γνωριμία, για μια αποκάλυψη. Για μιάν μορφήν….ετέρων.

Όλα αυτά συμβαίνουν ενώπιον των μαθητών και ενώπιόν μας. Και μέσα μας. Και έξω μας. Μα πάντα εντός της Εκκλησίας. Σαν χώρος και χρόνος.

Αυτή η εκδοχή με Ιησού, Μωυσή και Ηλία, συμβαίνει εντός της Εκκλησίας, χωροχρονικά. Οι άλλες συναντήσεις και εκδοχές που σας περιέγραψα συμβαίνουν στο χώρο και χρόνο του καθ’ ενός από εμάς, προσωπικά ή ατομικά.

Όμως μέσα στην Θαβώρια εκδοχή της συνάντησης του Ιησού με τους Μαθητές του, με εμάς, μέσα σε αυτό το απερίγραπτο φως, την όρασή μας θα γλυκάνει η Νεφέλη, η χάρις του Αγίου Πνεύματος που με τρόπο ήπιο, μαλακό, θα μας αποκαλύψει το μεγάλο Μυστήριο: «Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός, αυτού ακούετε….» Το μυστήριον που δεν θα μπορέσουμε να πούμε μηδενί, έως ου ο υιός του ανθρώπου εκ νεκρών αναστή…..

Τότε μόνον θα έχει ολοκληρωθεί η ύπαρξή μας. Τότε θα είμαστε διορθωμένοι, ολόκληροι, ικανοί να καταλάβουμε. Όταν ο Ένας νικήσει τον θάνατο θα τον έχουμε νικήσει Όλοι.

Και τότε θα ξέρουμε γιατί μιλάμε…….

Το είδαμε σήμερα……..

  

1

 

 

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2022

Θεοτόκος, η Μεσίτρια του γένους των Χριστιανών.

 

Η Παρθένος, έχοντας αφιερωθεί τελείως στο Θεό, παρόλο που απώθησε κάθε παρόρμηση προς αμαρτία, ένιωσε την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης πολύ περισσότερο από άλλους και επιθυμούσε διακαώς την έλευση του Σωτήρα.

Μέσα στην ταπείνωσή της θεωρούσε τον εαυτό της ανάξιο ακόμη και να διακονήσει την Παρθένο που θα τον κυοφορούσε.

Για να μην την αποσπά τίποτα από την προσευχή και την εγρήγορση, η Μαρία έδωσε στο Θεό όρκο να μην νυμφευθεί, έτσι ώστε να ευχαριστεί μόνον Αυτόν σε όλη της τη ζωή. Ήταν αρραβωνιασμένη με τον ηλικιωμένο Ιωσήφ. Όταν η ηλικία της δεν Της επέτρεπε να παραμείνει στο Ναό, εγκαταστάθηκε στην οικία του στη Ναζαρέτ.

Εδώ η Παρθένος συγκατατέθηκε στον αρχάγγελο Γαβριήλ που της έφερε τα χαρμόσυνα νέα της γέννησης του Υιού του Υψίστου απ’ αυτήν· «Χαίρε, κεχαριτωμένη· ο Κύριος μετά σου· ευλογημένη συ εν γυναιξί… Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε, και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι· διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού».

Η Μαρία αποδέχθηκε την αγγελική χαρμόσυνη είδηση ταπεινά και υποτακτικά. «Τότε ο Λόγος, με τρόπο γνωστό σε αυτόν, κατήλθε και, όπως Αυτός ο ίδιος θέλησε, εισήλθε στη Μαρία και κατοίκησε μέσα σε αυτή».

«Όπως η αστραπή φωτίζει ό,τι είναι κρυμμένο, έτσι και ο Χριστός εξαγνίζει ό,τι είναι κρυμμένο στη φύση των πραγμάτων. Εξάγνισε και τη Μαρία και ύστερα γεννήθηκε, έτσι ώστε να δείξει ότι εκεί που είναι ο Χριστός, είναι εμφανής η αγνεία σε όλη της τη δύναμη. Εξάγνισε την Παρθένο, έχοντας ετοιμάσει αυτή με το Άγιο Πνεύμα, και τότε η κοιλία, έχοντας γίνει αγνή, Τον συνέλαβε. Εξάγνισε την Παρθένο όταν αυτή ήταν άθικτη διότι, έχοντας γεννηθεί, την άφησε Παρθένο.

Δεν λέω ότι η Μαρία έγινε αθάνατη, αλλά ότι όντας φωτισμένη με τη χάρη, δεν ενοχλείτο από αμαρτωλές επιθυμίες». «Το Φως κατοίκησε σε αυτή, εξάγνισε το νου της, έκανε τις σκέψεις της καθαρές , αγνές τις ανησυχίες της, καθαγίασε την Παρθενία της». «Εκείνη που ήταν αγνή σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική, Αυτός την έκανε αγνή κατά χάρη».

Η Μαρία δεν είπε σε κανένα για την εμφάνιση του αγγέλου, αλλά ο ίδιος ο άγγελος αποκάλυψε στον Ιωσήφ τη θαυμαστή σύλληψη της Μαρίας από το Άγιο Πνεύμα μετά τη γέννηση του Χριστού με πλήθος επουρανίων στρατιών των αγγέλων, το ανήγγειλε στους ποιμένες. Οι ποιμένες, ερχόμενοι να προσκυνήσουν το νεογέννητο, είπαν πως είχαν ακούσει γι’ Αυτό.

Έχοντας προηγουμένως υπομείνει την υποψία με σιωπή, η Μαρία και τώρα άκουσε με σιωπή και συντήρησε στη καρδιά Της τα ρήματα σχετικά με τη μεγαλοσύνη του Υιού της. Σαράντα ημέρες αργότερα άκουσε τη δοξαστική προσευχή του Συμεών και την προφητεία σχετικά με τη ρομφαία πού θα διαπερνούσε τη ψυχή της. Αργότερα είδε πώς ο Ιησούς προόδευε στη σοφία· τον άκουσε σε ηλικία δώδεκα ετών να διδάσκει στο Ναό, και όλα τα συντήρησε στη καρδιά της.

Παρ’ όλο που ήταν κεχαριτωμένη, δεν είχε ακόμα καταλάβει σε τί θα συνίστατο το λυτρωτικό έργο και η μεγαλοσύνη του Υιού της. Οι Εβραϊκές αντιλήψεις για το Μεσσία τις ήταν οικείες και φυσιολογικά συναισθήματα την έκαναν να ανησυχεί γι’ Αυτόν, προστατεύοντάς τον από εργασίες και κινδύνους που μπορούσαν να φανούν υπερβολικοί.

Επομένως, στην αρχή ακουσίως ευνοούσε τον Υιό της κάτι που προκάλεσε την υπόδειξή του για την ανωτερότητα της πνευματικής συγγένειας από τη σαρκική. «Ανησυχούσε βέβαια για την τιμή της Μητέρας του, αλλά πιο πολύ για τη σωτηρία της ψυχής της και τη σωτηρία των ανθρώπων, για τους οποίους είχε ενδυθεί τη σάρκα».

Η Παναγία το κατανοούσε αυτό και άκουσε το λόγο του Θεού και τον φύλαξε. Όπως κανείς άλλος άνθρωπος, είχε τα ίδια αισθήματα με το Χριστό· αγόγγυστα σηκώνοντας τον πόνο μιας μητέρας, όταν έβλεπε τον Υιό της να διώκεται και να υποφέρει συναγαλλόμενη την ημέρα της Αναστάσεως, ενδεδυμένη την ημέρα της Πεντηκοστής με «δύναμη εξ ύψους».

Το Άγιο Πνεύμα που κατήλθε σε Αυτήν .Την δίδαξε τα πάντα, και «Την οδήγησε εις πάσαν την αλήθεια». Όντας φωτισμένη, ξεκίνησε να εργάζεται όλο και περισσότερο ενθουσιωδώς για να εκτελέσει ό,τι είχε ακούσει από τον Υιό της και Σωτήρα, έτσι ώστε να ανέλθει σ’ Αυτόν και να είναι μαζί Του.

Το τέλος της επίγειας ζωής της Υπεραγίας Θεοτόκου ήταν η αρχή της μεγαλοσύνης της. «Όντας κεκοσμημένη με θεία δόξα» στέκεται και θα στέκεται και την ήμερα της Κρίσεως και στον μέλλοντα αιώνα, στα δεξιά του θρόνου του Υιού της.

Βασιλεύει μαζί με Αυτόν και έχει παρρησία προς Αυτόν ως η κατά σάρκα Μητέρα του και ως ένα πνεύμα με Αυτόν ως μία που έκανε το θέλημα του Θεού και δίδαξε άλλους. Ελεήμων και γεμάτη αγάπη, επιδεικνύει την αγάπη της προς τον Υιό της και Θεό, από αγάπη για το ανθρώπινο γένος. Μεσιτεύει γι’ αυτό ενώπιον του Ελεήμονος, και ασχολούμενη με τον κόσμο, βοηθάει τους ανθρώπους.

Έχοντας ζήσει όλες τις δυσκολίες της επίγειας ζωής, η Μεσίτρια του γένους των χριστιανών βλέπει κάθε δάκρυ, ακούει κάθε στεναγμό και ικεσία απευθυνόμενη προς Αυτή. Ιδιαίτερα κοντά της είναι όσοι εργάζονται στη μάχη κατά των παθών και ποθούν ένθερμα μια θεάρεστη ζωή. Αλλά ακόμα και για τις επίγειες έγνοιες είναι αναντικατάστατη βοηθός.

«Πάντων θλιβομένων η χαρά, και αδικούμενων προστάτις και πενομένων τροφή , ξένων τε παράκλησις και βακτηρία τυφλών, ασθενούντων επίσκεψις, καταπονουμένων, σκέπη και αντίληψις και ορφανών βοηθός, Μήτερ του Θεού του Υψίστου, συ υπάρχεις Άχραντε»· «Η ελπίς και μεσιτεία και καταφύγιο των Χριστιανών».

«Η εν πρεσβείαις ακοίμητη Θεοτόκος», «η κραταιά βοήθεια του κόσμου»· «ημέρας γαρ και νυκτός πρεσβεύεις υπέρ ημών και τα σκήπτρα της βασιλείας ταις σαις ικεσίαις κρατύνονται».

Δεν υπάρχει νους ή λόγια για να εκφραστεί το μεγαλείο Αυτής που γεννήθηκε στην αμαρτωλή ανθρώπινη φυλή αλλά έγινε «τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξότερα ασυγκρίτως των Σεραφείμ».

Πηγή: Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς, «Η τιμή της Θεοτόκου στην Ορθόδοξη Εκκλησία», εκδ. Μυριόβιβλος.