Σάββατο 19 Μαρτίου 2022

Δευτέρα Κυριακή των Νηστειών.

 

Β ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ  ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

Πολλοί από εμάς, περνάμε μεγάλο μέρος της ζωής μας, κουβαλώντες στη πλάτη μας, κάποιον άρρωστο ή κάποιον που κάνει τον άρρωστο για να επιζήσει…. ή επιλέξαμε εμείς οι ίδιοι να προχωράμε ή να μην προχωράμε «αιρόμενοι υπό τεσσάρων»φορτώνοντας τον εαυτό μας επάνω σε κάποιους άλλους, δικούς μας ανθρώπους. Ή ακόμα πιο συχνά, κουβαλάμε εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας, σαν φορτίο, στην πλάτη μας, ένα εαυτό καθηλωμένο και σχεδόν ανάπηρο, δέσμιοι των παθών μας. Σχεδόν παράλυτοι….δεσμευμένοι, καθηλωμένοι.

Και σε αυτήν την περιορισμένη Καπερναούμ όπου ζούμε εισέρχεται «πάλιν» και πάλιν ο Ιησούς Χριστός.

Και το ακούμε, το μαθαίνουμε πάντα…..

Αλλά….δεν δυνάμεθα προσεγγίσαι Αυτόν…..Τον ακούμε, αλλά δεν μπορούμε να Τον προσεγγίσουμε ….  «δια τον όχλον»….

Μας εμποδίζει ο όχλος που μας περιβάλλει, ο θόρυβος, οι μέριμνες…Μας κρατά καθηλωμένους από κάτω του, ο παράλυτος που κουβαλάμε, ο εαυτός μας ή αυτός που συμβάλλαμε για να είναι παράλυτος απλά και μόνο για να μην αλλάξουμε.

Ζούμε έτσι……

Και για να αλλάξει κάτι, για να φθάσουμε σε Αυτόν που ακούμε, χρειάζεται να αποστεγάσουμε τη στέγη, να ξεπεράσουμε τα όρια, να βγούμε από τον εαυτό μας, κάνοντας κάτι που μοιάζει παράλογο.

Να βγεις από τον εαυτό σου, σημαίνει, να μπεις στον εαυτό σου.

Επειδή έξω από εσένα, ο όχλος πάντα θα σε συνθλίβει, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, πρέπει να μπεις, στον εαυτό σου, να συγκεντρώσεις τον Νου σου, εντός σου, να αποστεγάσεις, τα στεγανά σου, για να βρεθείς εμπρός στον Χριστό.

Ολόκληρος!

Εσύ και τα πάθη σου, εσύ και οι αμαρτίες σου, όχι σε κάποια καλλίτερη ή ιδανική θέση, αλλά όπως πραγματικά είσαι.

Εσύ, οι άλλοι, ο παράλυτος που κουβαλάς επάνω σου ή μέσα σου, ο κράβαττος που έγινε ο περιορισμένος σου κόσμος.

Μόνον έτσι, ολόκληροι, φθάνουμε εμπρός στον Χριστό. Με όλη μας την πορεία και έτσι, εύκολα, ο Χριστός θα μας θεραπεύει και θα μας δείξει ένα δρόμο που σίγουρα ξέραμε και πριν, τον δρόμο προς το σπίτι μας.

Μας οδηγεί εκεί που ήμασταν και πριν, στον οίκον μας, αλλά, τώρα εντελώς αλλιώτικους. Θα έχουμε μαζί μας τον κράβαττον της πρώην ζωής μας, για να έχουμε την μνήμη της αμαρτωλότητας μας, το όριο της ασθένειάς μας, για να μην ποτέ υπερηφανευθούμε.

Είναι πολύ σημαντικό, σήμερα, να το καταλάβουμε αυτό: Ολόκληροι προσπίπτουμε στον Χριστό. Αυτό που είμαστε. Και ο Χριστός μας θεραπεύει. Όμως, εμείς, πρέπει να αποστεγάσουμε το χώρο που ορίσαμε να μας συνέχει, να μας πνίγει. Και τους άλλους.

Αυτό μας διδάσκει ο Ησυχασμός και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.

Όταν ο άνθρωπος συγκεντρώσει τον Νου του και από όχλος ή από τετράδα, γίνει ο ένας, το ένα μοναδικό πρόσωπο, όταν στην πραγματικότητα, μείνει ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ θα ακούσει εκείνο το θαυμάσιο:

«Σοι λέγω…..»! «έγειρε και άρον….και ύπαγε…..!».

Αλλά για να γίνει αυτό, πρέπει να παραμερίσουμε, όχλους, στέγες, αυτούς που μας κουβαλάν και τους κουβαλάμε και να βρεθούμε ΜΟΝΟΙ, ενώπιον Του. Αυτό θα είναι το μέτρο της πίστης μας. Όταν μείνεις μόνος, τότε, θα δεις ποιόν έχεις εμπρός σου και μέσα σου.

Αλλά πόσο συχνά μένουμε μόνοι; Πότε μαζεύεται ο Νους μας, πότε το βάρος των άλλων ή το βάρος που αναθέτουμε εμείς στους άλλους μας άφησε, μη παράλυτους να κινηθούμε πέρα από τα όρια ενός κρεβατιού….;

Ησυχασμός είναι αυτός ο συγκλονιστικός ενικός: Το «σοι λέγω…!»

Ακούγεται μόνο από τον Χριστό, προς τον ένα, τον μόνο, τον ολόκληρο Άνθρωπο.         

 

 ΔΕΥΤΕΡΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Εκ του κατά Μάρκον

Στο σημερινό ευαγγέλιο, αγαπητοί μου αδελφοί, έχουμε μια ακόμη διήγηση για θεραπεία παραλυτικού. Μόνο πού σε αυτήν την περικοπή ένα χαρακτηριστικό είναι, η παρουσία πλήθους ανθρώπων.

Ο συνωστισμός.

Εκείνη η άλλη συνάντηση με τον παραλυτικό, δίπλα στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, έγινε πρόσωπο με πρόσωπο. Εκεί ο Χριστός ρώτησε ευθέως τον ασθενή, εάν θέλει να γίνει υγιής.

Εκεί η απάντηση ήταν « άνθρωπο ουκ έχω» .

Σήμερα όμως, η συνάντηση γίνεται, σε πυκνή σύναξη. Ανάμεσα σε τέτοιο πλήθος

«ώστε μηκέτι χωρεί μηδέ τα προς την θύραν».

Και τον παραλυτικό της σημερινής παραβολής, τον φέρουν τέσσερις πάνω στην πλάτη τους. Και τόση αγάπη έχουν προς αυτόν, μα και τόση πίστη προς το πρόσωπο τού Χριστού, ώστε «απεστέγασαν την στέγην όπου ην»,  χάλασαν την σκεπή για να κατεβάσουν τον άνθρωπο τους. Ο άλλος ο παραλυτικός , άνθρωπο ουκ είχε. Και αυτός έχει τέσσερις.

Εκείνος περίμενε έτη πολλά να θεραπευτεί μα πάντα κάποιος άλλος, κάποιος πού είχε «άνθρωπο»  έμπαινε πρώτος και εθεραπεύετο.

Μα ο Χριστός έρχεται και για τους δύο.

Χαρίζει την υγεία σήμερα στον άνθρωπο «..ιδών την πίστιν αυτών..»βλέποντας        την τόση πίστη των άλλων, εκείνων που

έφερναν στην πλάτη τους, τον παράλυτο. Βλέπει ο Κύριος, την αγάπη αυτών πού κουβαλούν το βάρος του συνανθρώπου. Και συγ-χωρεί τις αμαρτίες.

Προσέξατε αδελφοί μου το πολλαπλό νόημα.

Η παραλυσία εδώ του προσώπου αυτού, οφείλεται σε αμαρτίες.

Η αρρώστια η τόσο σοβαρή, οφείλεται σε αμαρτίες.

Η καθήλωση πού καταδικάζει τον άνθρωπο της διήγησης να βρίσκεται πάνω στο κρεβάτι, οφείλεται σε αμαρτίες. Οι ίδιες αμαρτίες δένουν μαζί του και εκείνους πού τον αγαπούν. Και τον κουβαλούν πάνω στην πλάτη τους. Και όλοι μαζί υποφέρουν. Πολύ συχνά βλέπουμε αυτήν την εικόνα στην ζωή μας. Πολύ συχνά βλέπουμε ένα σύνολο ανθρώπων,  μπλεγμένων, δεμένων έτσι. Κάποιος είναι ο άρρωστος. Κάποιος είναι ο «παράλυτος» και κάποιοι γύρω του, «τέσσερις» τον κρατούν στην πλάτη.

Είμαστε πολύ συχνά όλοι μας μπλεγμένοι σε παρόμοια σύνολα. Καθηλωμένοι σε κάποια παραλυσία σωματική ή πνευματική. Χωρίς πάντα να το έχουμε επιλέξει. Εάν έτυχε να είσαι ο ένας από τους τέσσερις που κουβαλούν ένα κρεβάτι, δεν έχεις επιλογή. Γιατί κανείς

από τους τέσσερις δεν μπορεί να λείψει. Ο αριθμός δεν γίνεται να μειωθεί. Θα περπατούν όλοι μαζί.

Το κρεβάτι και ο άνθρωπος επάνω στο κρεβάτι, και οι τέσσερις αναζητούν μία λύτρωση για όλους.

Και προσέξατε αδελφοί μου, την ατμόσφαιρα που περιγράφει ο ευαγγελιστής στην σημερινή διήγηση.

Οι άνθρωποι πού έχουν το πρόβλημα, οι άνθρωποι πού φέρουν τον παραλυτικό, εμποδίζονται από τον όχλο. Θέλουν να πλησιάσουν προς την σωτηρία, θέλουν να φτάσουν στον Χριστό, αλλά ο συνωστισμός τους εμποδίζει. Οι συνα-άνθρωποι δεν κάνουν χώρο. Δεν συν-χωρούν. Είναι και οι ίδιοι καθηλωμένοι. Τόσο που μοιάζουν ίσως και εκείνοι παράλυτοι.

Για αυτό, αυτοί πού ψάχνουν την σωτηρία, κάνουν κάτι «παράλογο». Χαλούν την στέγη. Ξεπερνούν τα δεδομένα. Η αγάπη και η πίστη τους κάνει να δώσουν διέξοδο.

Και προσέξατε, αγαπητοί μου αδελφοί, πώς αλλάζει η  ατμόσφαιρα στην περιγραφή. Ο παραλυτικός παίρνει άφεση αμαρτιών. Και αυτό σκανδαλίζει τούς γραμματείς. Πού «ήσαν εκεί καθήμενοι». Καθηλωμένοι στην δική τους ακινησία. Για αυτό ο Χριστός προχωράει στην συνέχεια και στην σωματικά θεραπεία, «έγειρε και άρον τον κράβαττόν σου και ύπαγε εις τον οίκον σου» . Να σηκωθείς και το κρεβάτι που ως τώρα, έφερναν άλλοι στην πλάτη τους να το σηκώσεις εσύ, μόνος σου και να πας στον οίκο σου.

Όχι μόνο συγχωρεί τις αμαρτίες στον παραλυτικό, αλλά και του δίνει δύο πολύ σημαντικές εντολές. Να μεταφέρει μόνος τον κράβαττον του και να πάει στον οίκον του. Και όλα αυτά «ενάντιων πάντων»  . Μπροστά σε όλους. Για να επισημανθεί η πνευματική αναπηρία των γραμματέων πού ήσαν «εκεί καθήμενοι». Δια τον όχλον πού «συνήχθησαν πολλοί, ώστε μηκέτι χωρεί μηδέ τα προς την θύραν». Για κάθε κατάσταση πού πνίγει, και καθηλώνει. Είδατε αυτήν την τόσο χαρακτηριστική εικόνα των τεσσάρων ανθρώπων με τον παράλυτο. Είδατε όμως πώς η πίστη και η αγάπη τους έδωσε διέξοδο. Και τους έφερε κοντά στον θεό. Κοντά στην λύση. Κοντά στην θεραπεία.

Ζούμε σε κλειστά δωμάτια, αδελφοί μου. Την ζωή μας κρίνουν γραμματείς και Φαρισαίοι «καθήμενοι», αδιάφοροι, καθηλωμένοι πνευματικά

Η θύρα εμποδίζεται από άλλους , για εμάς και το φορτίο μας.

Και πρέπει να υπερβούμε τα δεδομένα. Πρέπει να φτάσουμε. Όσο κι αν τα πόδια μας δεν μας βαστούν, όσο κι αν οι αμαρτίες μας μας βαραίνουν ή βαραίνουν τις πλάτες εκείνων που μοιράζονται μαζί μας την ζωή ,πρέπει να βρούμε διέξοδο προς Αυτόν που «εξουσίαν έχει αφιέναι αμαρτίας επι της γης».

Για εκείνους πού έχουν πίστη. Για εκείνους τους πεφορτισμένους. 

Για εκείνους που έχουν το θάρρος να αποστεγάσουν την στέγην.

Να χαλάσουν τον κράββατον, «εφ ω ο παραλυτικός κατέκειτο»…και υγιείς «ενάντιων πάντων» να εξέλθουν.

«ώστε εξίστατε πάντας και δοξάζει τον Θεό λέγοντας ότι ουδέποτε ούτως είδομεν»..


 

 

     

  

 

Σάββατο 12 Μαρτίου 2022

Κυριακή της Ορθοδοξίας.


Ορθοδοξία είναι ο τρόπος που υπάρχουμε.

Που κατανοούμε ποιοι είμαστε, ποιος είναι ο σκοπός μας, γιατί ζούμε.

Ορθοδοξία είναι ο σωστός τρόπος να βλέπουμε. Τα πάντα γύρω μας, αλλά πρωτίστως, μέσα μας.

Όταν κοιτάζουμε μία εικόνα, να στρέφουμε ολόκληρο τον εαυτό μας προς το πρωτότυπο. Όταν βλέπουμε τον κάθε άνθρωπο να αναγνωρίζουμε στο πρόσωπό του, το πρόσωπο του Θεού.

Όταν θαυμάζουμε ένα τοπίο, όμορφο πάντα, να θαυμάζουμε με όλη μας την ύπαρξη και τον Δημιουργό του.

Όταν προσπαθούμε να καταλάβουμε τον εαυτό μας και τους άλλους, να ξέρουμε καλά το τριμερές της ύπαρξης μας. Να γνωρίζουμε ότι είμαστε σώμα, ψυχή και πνεύμα και το ίδιο είναι όλοι γύρω μας,

Όταν παρατηρούμε το περιβάλλον γύρω μας που συνεχώς μεταβάλλεται να ξέρουμε ότι παντού πνέει το Άγιο Πνεύμα.

Στα πάντα να αναγνωρίζουμε την αγάπη του Θεού και τη Χάρη Του και συνεχώς να αναζητούμε το πρόσωπο του Χριστού, διότι, ως Ορθόδοξοι, πιστεύουμε στο διπλούν της φύσεως Του. Και έτσι πιστεύουμε στη Σάρκωση του, στην Ανθρώπινη φύση του και στη Θεϊκή του. Και έτσι κατανοούμε πόσο πλησίον μας είναι, πόσο μέσα μας και πόσο μας περιέχει και Τον περιέχουμε.

Γνωρίζουμε επίσης, ορθά, ότι όλοι μεταξύ μας, είμαστε ομοούσιοι, όλοι, αλλά με διαφορετική υπόσταση ο ένας από τον άλλο, εμείς.

Και έτσι βιώνουμε ορθά την ενότητα μεταξύ μας αλλά και με τον Θεό δια μέσου του Υιού και αντιλαμβανόμαστε, ορθά επίσης, τη μοναδικότητα του προσώπου μας, την μοναδικότητα και του προσώπου του άλλου, όποιος και αν είναι αυτός.

Έτσι γνωρίζουμε τα όρια μας με όποιον έχουμε στη ζωή μας, όπως γνωρίζουμε και την διαφορά μας ως όντα κτιστά, με Τον Άκτιστο.

Η έννοια αυτή του προσώπου, θα μας βοηθήσει να έχουμε ταπείνωση και να συν-χωρούμε.

Αυτό είναι Ορθοδοξία. Σωστή δόξα, σωστή γνώμη, σωστό βίωμα.

Τότε και ακόμα σε αυτό το κομμάτι το ψωμί που αρταινόμαστε αναγνωρίζουμε ουσία και το χαιρόμαστε. Γιατί αποτελεί δωρεά του Θεού.

Και αφού έχουμε ορθή δόξα για το πώς ενεργεί ο Θεός στην ζωή μας, αναγνωρίζουμε σε όλη τη Κτίση τις ενέργειες Του και σε κάθε τι ζωντανό Την Χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Η ορθή αντίληψη του Μυστηρίου της Αγίας Τριάδος και η επίγνωση του μυστηρίου της ζωής και των άπειρων μυστηρίων που μας περιβάλλουν αποτελούν ορθή δόξα, ορθή αντίληψη και ορθή έξοδο από τον εαυτό μας προς τον Θεοκεντρικό κόσμο που μας περιβάλλει.

Εάν δούμε μέσα μας τι σημαίνει Χριστός, τι θα πει Ανθρώπινη και Θεϊκή φύση στο ένα Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, σε αυτό το πρόσωπο που έρχεται προς εμάς έτσι όπως τον συναντάμε, τότε θα ζούμε μέσα στο Χριστό, εύκολα και φυσικά.

Αυτό είναι Ορθοδοξία.

Ο σωστός τρόπος να διαβάζεις όλα αυτά που συμβαίνουν και ενεργούν γύρω σου και μέσα σου.

Δεν είναι δηλαδή, τύπος ή δόγμα, όσο είναι Αλήθεια. Και η Αλήθεια αποκαλύπτεται και βιώνεται και όταν βιώνεται, γίνεται φανερή.

Αυτό εορτάζουμε σήμερα, την Αλήθεια.

Και αυτή η Αλήθεια αποκαλύπτεται, έτσι όπως αποκαλύπτεται ο Υιός ενώπιον μας.

Εμπρός στα μάτια μας.

Ορατός…….

Μπορεί ο καθ’ ένας μας να δει.

Αμήν 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

«Αμήν λέγω Υμήν, απ' άρτι όψεσθε τον ουρανόν ανεωγότα και τους αγγέλους του Θεού αναβαίνοντας και καταβαίνοντας επί τον Υιόν του ανθρώπου».

Με την πανηγυρική αυτή έκφραση καλωσορίζει ο Χριστός, αγαπητοί μου αδελφοί, τον Ναθαναήλ, τον αγαθό Ισραηλίτη «εν ω δόλος ουκ έστι».

Καλωσορίζει τον μαθητή και τον κάθε από τούδε και στο εξής μαθητή Του, που θα τον συναντήσει, θα τον αναγνωρίσει και θα του χαρίσει τον εαυτόν του.

«Προ του σε Φίλιππον φωνήσαι, όν τα υπό την συκήν είδον σε» μας γνωρίζει, μας βλέπει παντού και πάντα.

Δεν μπορεί να χωρέσει ο νους μας πόσο κοντά μας είναι. Πόσο ξεχωριστοί και μοναδικοί είμαστε σαν πρόσωπα για Αυτόν. Και βλέπετε ο Ναθαναήλ, ο αγαθός Ισραηλίτης, πίστεψε αμέσως. Αποκάλυψε μέσα του το πρόσωπο του Χριστού και ομολόγησε αμέσως πίστη.

Και ο Χριστός του λέγει «μείζων τούτων όψει», θα δεις πολύ περισσότερα. Θα δεις «τον ουρανόν ανεωγότα», και τους Αγγέλους του Θεού αναβαίνοντας και καταβαίνοντας επί τον Υιόν του ανθρώπου. Θα δει δηλαδή, αδελφοί μου, τα πάντα. Γιατί αν ο άνθρωπος μπορέσει να δει την ενότητα του ουρανού και της γης, εάν δει τον Υιόν του ανθρώπου, τότε είδε τα πάντα.

Το μείζον τούτων όψει. Στον υπερθετικόν βαθμόν. Γιατί αδελφοί μου, σε αυτό το «όψει» έγκειται η αλλαγή στη ζωή μας. Ο Χριστός βλέπει τον τυφλό και τον τελώνη πάνω στη συκομορέα. Βλέπει την Σαμαρείτιδα. Το βλέμμα του συναντά τον καθένα από εμάς, υποκάτω της συκής, εδώ, στον περιορισμένο υλικό μας κόσμο. Και απορούμε όταν το αισθανόμαστε. Και αν γίνουμε αγαθοί Ισραηλίτες, εάν ανακαλύψουμε αυτό το βλέμμα, τότε μείζονα τούτων θα ιδούμε. Θα ιδούμε την βασιλεία του Θεού.

Εορτάζουμε σήμερα την ανύψωση των Ιερών εικόνων στην Κυριακή της Ορθοδοξίας. Η απεικόνιση του Θείου προσώπου με υλικά μέσα, απασχόλησε πολύ τον Ελληνισμό. Αιώνες η αίρεση της εικονομαχίας ταλάνισε την καθ' ημάς Ανατολή. Ο Θεός ζητούσε οικειότητα με τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι οι Ορθόδοξοι ζωγράφιζαν το Θείο πρόσωπο και τιμούσαν τις Ιερές εικόνες, με πίστη, η δόξα και η λατρεία αναφερόταν στο Θείο πρόσωπο και όχι στην υλική απεικόνιση. Έπρεπε δηλαδή, οι άνθρωποι της περιόδου εκείνης να δουν και να οριοθετήσουν μία πραγματικότητα: Το μείζον τούτων.

Αδελφοί μου, ζούμε σε έναν περιορισμένο κόσμο. Με κάποιες παγιωμένες αντιλήψεις, «εκ Ναζαρέτ δύναται τι αγαθόν είναι;» Ρώτησε ο Ναθαναήλ. Και όμως, από τη Ναζαρέτ ήλθε ο Σωτήρας «και 

Ναζωραίος κληθήσεται». Με χρώματα και ξύλο απεικονίζουμε το πρόσωπο του Θεού, αλλά η πίστη κάνει το «μείζον τούτον όψει».

Κάνει να βλέπουμε τον ουρανό ανεωγότα και τους αγγέλους του Θεού και τον Υιόν του ανθρώπου και όλα αυτά, εάν γίνουμε αγαθοί Ισραηλίτες.

Αυτά εορτάζουμε σήμερα. Αυτά είναι η Ορθοδοξία μας. Αυτά ζητά η περίοδος της νηστείας που ξεκινήσαμε. Να σωθούμε. Να δούμε την ενότητα κτίσης και ουρανού. Και τον Υιόν του ανθρώπου και τους Αγγέλους.

Να δούμε αυτά που απεικονίζονται στις εικόνες.

Και μείζον τούτων, Αμήν.

Σάββατο 5 Μαρτίου 2022

Κυριακή της Τυροφάγου.

 

Είμαστε αυτό που αποφασίζουμε εμείς να είμαστε.

Εμείς οι ίδιοι σχηματίζουμε την εικόνα του εαυτού μας και των άλλων. Δημιουργούμε κόλαση ή παράδεισο. Γύρω μας ή μέσα μας.

Κανέναν παράδεισο δεν φτιάχνει ο Θεός και οπωσδήποτε καμία κόλαση. Γιατί αυτά τα δύο δεν είναι κάποιοι τόποι συγκεκριμένοι, οριοθετημένοι…..είναι κατάσταση. Εσωτερική, του ίδιου του ανθρώπου, για τον εαυτό του και για τους άλλους.

Ο άνθρωπος που αγαπά, συγχωρεί και έτσι ο χώρος της ύπαρξης του διευρύνεται και «βλέπει» Το Θεό, γιατί βλέπει τους άλλους μέσα στην πραγματική τους ύπαρξη. Ο άνθρωπος που αφήνει τα παραπτώματα όλων των άλλων, γνωρίζεται με το Θεό και έτσι αφέονται και τα δικά του παραπτώματα.

Διώχνοντας τους λογισμούς (διότι όλα λογισμοί είναι) αφήνει χώρο μέσα του για τον Θεό, συν-χωρεί δηλαδή, δηλαδή εκτός από τους λογισμούς του, αρχίζει να χωρά και κάτι άλλο….

Τότε ο άνθρωπος αγαπά. Δεν εμποδίζεται πλέον να αγαπά. Δεν φοβάται να στερηθεί την αγωνιώδη ευχαρίστηση των φαγητών, των διασκεδάσεων, των σαρκικών του πειραμάτων….δεν φοβάται δηλαδή να μείνει χωρίς αυτά. Και όσο δεν φοβάται, τόσο ελευθερώνεται. Και όσο ελευθερώνεται τόσο δοκιμάζει και ακόμα λίγο περισσότερη σχέση με το Θεό, και ακόμα λιγότερη δέσμευση με τον κόσμο. Και όσο γνωρίζει τι είναι ο μέσα του κόσμος και ποια η ποιοτική διαφορά με τον έξω, τόσο περισσότερο ζει «εν κρυπτώ»….

Και όσο μετατίθεται η ύπαρξή μας προς τα μέσα και προς τα επάνω τόσο πιο πολύ, «αιώνια» γίνεται….

Όσο όμως βαραίνει με λογισμούς, με την μη συγχώρεση, με τροφές και σχέσεις σαρκικές και ατελέσφορες, με δήθεν αποταμιεύσεις και δανεισμούς, αντί να θησαυρίζουμε θησαυρούς επί της γης, θησαυρίζουμε αλυσίδες, δεσμεύσεις, βάρη, ασθένειες, πόνο….

Γιατί όταν θα μας ζητηθεί αυτό που μας δόθηκε, πρέπει να το αποδώσομε Καθαρό όπως το προσλάβαμε, στον Δημιουργό Του. Δίχως κατάκριση, κατάχρηση, φιλαυτία.

Ξεκινάμε μια Νηστεία, σαν άθληση και με το σθένος ενός αθλητή. Για να δούμε τι είμαστε, με λιγότερο φαγητό, με λιγότερη οργή μέσα μας, με λιγότερη εξάρτηση από χρήματα και πρόσωπα.

Θα προχωρήσουμε λίγο αυτές τις ημέρες από το έξω το θορυβώδες, προς το έσω, το κρυπτό, για να δούμε, εάν δούμε, τι είναι αυτό το έσω και πόσο χαρά θα μας δώσει;

Για να γνωριστούμε με όλους αυτούς τους θησαυρούς που ούτε σκόρος και σκουριά τους καταστρέφει, ούτε και οι κλέφτες σκάβουν τους τοίχους και τους κλέβουν.

Γιατί η περίοδος Της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι περίοδος ανοιχτή στον ουρανό, της καρδιάς μας και του Νου μας.

Γιατί όπου είναι ο θησαυρός μας, εκεί είναι η καρδιά μας.

Που είναι αδελφοί μου οι θησαυροί μας;

Που είναι η καρδιά μας;

Καλό Στάδιο!

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ                                                          

Σήμερα, αδελφοί μου, το Ευαγγέλιο μας μιλάει για τις καρδιές μας.

Που ανήκουμε δηλαδή, που είναι ο θησαυρός μας, γιατί εκεί είναι και η καρδιά μας.

Όταν δεν συγχωρούμε τον αδελφό μας για τα παραπτώματά του, η καρδιά μας δεν ανήκει στον ουρανό.

Όταν νηστεύουμε και θέλουμε να φανούμε στους ανθρώπους, η καρδιά μας, μας είναι ξένη. Όταν μαζεύουμε θησαυρούς επί της γης, εκεί  που «σης και βρώσις αφανίζει», δεν ξέρουμε τι κάνουμε. Κι όταν δεν ξέρουμε τι κάνουμε, γινόμαστε ξένοι στον ίδιο μας τον εαυτό και φίλοι σε έναν κόσμο φθοράς. Και η καρδιά ακολουθεί και σιγά σιγά παύει να αγαπά.

Και κάποτε σταματά. Παύει να υπάρχει. Η καρδιά ανασαίνει με την αγάπη. Πάλλεται, αλλάζει ρυθμό όταν αισθάνεται την αγάπη. Θερμαίνεται από συναισθήματα χαράς και ελευθερίας και ψάχνει συνεχώς το Θεό.

Αυτή είναι η καρδιά. Είναι ερωτευμένη με το Θεό.

Για αυτό υποφέρει και κάποτε σπάει.

Εμείς όλα αυτά τα νιώθουμε, αλλά πολλές φορές δεν τα συνειδητοποιούμε. Έρχονται στιγμές που πλημμυρίζουμε από χαρά και στιγμές που μια θλίψη μας κυκλώνει και πάλι δεν ξέρουμε το γιατί.

Η καρδιά όμως, ξέρει και πάντα ψάχνει το Νυμφίο της.

Τις μέρες που φθάσαμε, της αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, έχουμε την ευκαιρία να ζήσουμε πιο κοντά στις καρδιές μας. Όλα όσα έταξε η Εκκλησία μας, θα μας βοηθήσουν σε αυτό.

Λιγότερες μέριμνες, λιγότερο και πιο απλό φαγητό, λιγότερα λόγια ίσως λιγότερη κακία στη ζωή μας. Λιγότερος θόρυβος. Για να ακούσουμε.

Όλες αυτές οι όμορφες Ακολουθίες, τα Τροπάρια, οι Προηγιασμένες, τα Μεγάλα Απόδειπνα, οι Χαιρετισμοί.

Ευκαιρίες για την καρδιά μας, που ξέρει που ανήκει και μας το μαθαίνει.

Ας το διαβάσουμε αδελφοί.

Καλή Τεσσαρακοστή.   

 

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2022

Βίος του Οσίου Γερασίμου του Ιορδανίτου.

 

Ο Όσιος Γεράσιμος ο Ιορδανίτης γεννήθηκε στη Λυκία τον 5ο αιώνα μ.Χ. από ευσεβείς και ταπεινούς γονείς και εκ βρέφους αφιερώθηκε στον Θεό.

Σε νεαρή ηλικία ασπάσθηκε την αίρεση των Μονοφυσιτών παρασυρόμενος από τους οπαδούς του αιρετικού ψευδοπατριάρχη Θεοδοσίου, φανατικού μονοφυσίτου Αιγύπτιου μοναχού, ο οποίος κατά την απουσία του Πατριάρχη Ιουβεναλίου (422 – 458 μ.Χ.)… βοηθούμενος και υπό της βασιλίσσης Ευδοκίας – προ της μεταστροφής της στα ορθόδοξα δόγματα, κατόρθωσε να καταλάβει τον πατριαρχικό θρόνο των Ιεροσολύμων και να προβεί σε ανεκδιήγητες σκληρότητες επί είκοσι μήνες (451 – 453 μ.Χ.).

Ακόμη κι αυτός ο πανίερος ναός της Αναστάσεως έγινε θέατρο απερίγραπτων σκηνών και επιπλέον η ταραχή εξαπλώθηκε ανά την Παλαιστίνη.

Οι Μονοφυσίτες δεν παραδέχονται ότι στο πρόσωπο του Χριστού έχουν ενωθεί η θεία και η ανθρώπινη φύση «ατρέπτως, ασυγχύτως, αχωρίστως και αδιαιρέτως», αλλά ισχυρίζονται ότι η θεία φύση του Χριστού απορρόφησε την ανθρώπινη φύση Του και επομένως ο Χριστός έχει μόνο μια φύση.

Γρήγορα όμως ο Όσιος Γεράσιμος κατάλαβε το λάθος του, επειδή ήταν άνθρωπος με καλή προαίρεση και ταπεινό φρόνημα. Είχε την καλή συνήθεια να επισκέπτεται και να συμβουλεύεται για πνευματικά αγιασμένους ανθρώπους. Από ένα λόγιο ασκητή που ονομαζόταν Ευθύμιος και ασκήτευε στην έρημο του Ρουβά, διδάχθηκε την αλήθεια και για τις δύο φύσεις του Χριστού, κατάλαβε το λάθος του και επέστρεψε και πάλι στην Εκκλησία.

Στη συνέχεια εκάρη το 451 μ.Χ. μοναχός στην έρημο του Ιορδάνου, όπου ασκήθηκε στην ησυχία. Αργότερα, όταν συγκεντρώθηκαν γύρω του πολλοί μοναχοί, οι οποίοι ζητούσαν την φωτισμένη καθοδήγησή του, ίδρυσε κοινοβιακή μονή κοντά στην πόλη Βαϊθαγλά.

Ο Όσιος Γεράσιμος ήταν αυστηρός, αλλά μόνο στον εαυτό του. Στους άλλους ήταν ευπροσήγορος και επιεικής. Έτρωγε λίγο, όσο χρειαζόταν για να συντηρείται στη ζωή, και κοιμόταν επίσης πολύ λίγο. Μάλιστα δίδασκε ότι όποιος θέλει να ζήσει περισσότερο πρέπει να κοιμάται λιγότερο, διότι ο πολύς ύπνος κάνει το σώμα τρυφηλό και άρα ανίσχυρο στους κόπους και ευάλωτο στις ασθένειες.

Η διδασκαλία του Οσίου Γερασίμου για τον ύπνο είναι ουσιαστικά λόγος για την άσκηση. Με τον περιορισμό του ύπνου και την εγκράτεια συνηθίζει η σάρκα (το σαρκικό φρόνημα) να υποτάσσεται στο πνεύμα. Με την άσκηση και την αδιάλειπτη προσευχή, ιδίως με την μονολόγιστη ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με» ο νους συγκεντρώνεται στο χώρο της καρδιάς, που είναι η φυσική του θέση και αποκτά αδιάλειπτη μνήμη του Θεού.

Τόσο πολύ απέκτησε την οικείωση προς τον Θεό ο Όσιος Γεράσιμος και προστάτεψε το «κατ’ εικόνα καὶ καθ’ ομοίωσιν» των Αγίων, ώστε δάμασε και τα άγρια θηρία και έκανε πολλά θαύματα. Απέκτησε μάλιστα και υπηρέτη ένα όνο, για να μεταφέρει νερό, καθώς πόσιμο νερό βρισκόταν σε απόσταση. Κάποια φορά, κι ενώ το λιοντάρι κοιμόταν, έμποροι που περνούσαν έκλεψαν τον όνο.

Και επειδή ο Όσιος υποπτεύθηκε ότι το λιοντάρι έφαγε τον όνο, το τιμώρησε να μεταφέρει εκείνο το νερό. Ώσπου, μια μέρα, όταν ξαναπέρασαν οι έμποροι από το ίδιο το σημείο, το λιοντάρι αναγνώρισε τον κλεμμένο όνο και τον επέστρεψε σώο στον Όσιο. Εκείνος τότε το απάλλαξε από το έργο αυτό και το άφησε να γυρίσει στο βουνό. Και όταν ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη, το λιοντάρι ήρθε και πέθανε πάνω στον τάφο του.

Όταν στις 19 Ιανουαρίου του 473 μ.Χ. κοιμήθηκε ο Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας, ο Όσιος Γεράσιμος είδε σε όραμα κατά τη στιγμή που προσευχόταν στη Λαύρα, το τέλος του Οσίου. Αυτό αναφέρεται στη διήγηση του Αγίου Κυριακού του Αναχωρητού, ο οποίος συνόδευσε τον Όσιο Γεράσιμο στην κηδεία του μεγάλου Αγίου της Εκκλησίας.

Δύο χρόνια μετά το τέλος του Οσίου Ευθυμίου, το 475 μ.Χ. επί Πατριάρχη Ιεροσολύμων Αναστασίου Α΄ (458 – 478 μ.Χ.) ο Όσιος Γεράσιμος κοιμήθηκε με ειρήνη. Τη διαδοχή της Λαύρας ανέθεσε στους συνασκητές αυτού Στέφανο και Βασίλειο.

Τη μνήμη του Αγίου Γερασίμου του Ιορδανίτου τιμά, 4 Μαρτίου, η Εκκλησία μας.

 

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2022

Κυριακή της Απόκρεω.

«Όταν δε έλθει ο Υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού και πάντες οι άγγελοι μετ΄ αυτού…»

Μέχρι τότε;

Μα είναι ξεκάθαρο, αδελφοί μου, μέχρι τότε είναι ανάμεσά μας, δίπλα μας και μέσα μας, στον καθ΄ έναν από εμάς….όποια επιλογή κι αν έχουμε κάνει, όποιες επιλογές κι αν έχουμε κάνει…..

Διψά και πεινά μαζί μας, είναι και ξένος και γυμνός σαν εμάς, ασθενής και φυλακισμένος σαν εμάς, σαν τον διπλανό μας. Είναι ο Υιός του ανθρώπου ο Σεσαρκωμένος, είναι αυτός που δεν έχουμε καταλάβει….

Είναι η ενότητα που δεν έχουμε καταλάβει, μαζί Του. Για αυτό και πεινάμε, διψάμε, γυμνητεύουμε, ζούμε σε φυλακές, ξένοι, κι αυτοί οι δίπλα μας, οι τόσο κοντινοί, ξένοι συχνά και αυτοί, ξένοι και προς τον εαυτό μας πολλές φορές. Διότι η μόνη μας ευκαιρία να ζήσουμε πλήρεις, ελεύθεροι, υγιείς, είναι να βιώσουμε αυτήν την εγγύτητα, την πληρότητα, την ταύτιση με τον Χριστό. Και το μεγάλο μυστήριο της ζωής είναι ότι ενώ αυτή η αλήθεια είναι μέσα μας και παντού, πρέπει να βγούμε από τον εαυτό μας και να κάνουμε, αυτό το μεγάλο μικρό ταξίδι προς τον άλλο, προς τον πλησίον, προς τον συνάνθρωπο. Προς αυτόν που έχει ανάγκη, όπου κι αν βρίσκεται.

Αλλά τις πιο πολλές φορές αυτόν τον δίπλα, ίσως, ούτε τον προσέξαμε, απορούμε πως μπορεί να ζήσαμε όλοι μαζί τόσο καιρό και δεν είδαμε, δεν νιώσαμε τόσες ανάγκες….τόσους διψασμένους και πεινασμένους τόσους γυμνούς που θα μπορούσαμε να είχαμε φροντίσει.

Την ημέρα της κρίσης του καθ΄ ενός μας αλλά και σε εκείνην την τελική, θα είναι για μας μια έκπληξη, πόσα μπορούσαμε να είχαμε κάνει και δεν κάναμε, πόσα πολλά είχαμε, πόσα πολλά παραπάνω και πόσα έλλειπαν γύρω μας…. Όμως, ίσως, ούτε το δικό μας πλεόνασμα νιώσαμε ούτε την έλλειψη.

Διότι, πρέπει να δούμε τον κόσμο όλο σαν μια πορεία προς τον Χριστό. Πρέπει να ανακαλύψουμε τον Χριστό, μέσα μας, παντού……

Η πορεία μας είναι προς τον Χριστό, που είναι παντού, που ενώθηκε μαζί μας, με όλους.

Αυτό είναι το μυστήριο της Εκκλησίας. Αυτή η ενότητα, αυτή η ταύτιση. Η αστοχία μας σε αυτήν την σχέση θα μας αφορίσει, από την ητοιμασμένην ημιν βασιλείαν από καταβολής κόσμου.                                                                                          

Βλέπετε, αδελφοί μου, σήμερα, Τρίτη Κυριακή του Τριωδίου μας αποκαλύπτεται και αυτό: Ότι η βασιλεία είναι για εμάς και είναι έτοιμη από καταβολής κόσμου.

Μόνο να το νιώσουμε, να το δούμε αυτό!

Να το βιώσουμε και θα δούμε Χριστό παντού, στον καθ΄ έναν από εμάς.  

 

  

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ 

Περνάμε την ζωή μας, οι περισσότεροι από εμάς, προσπαθώντας να βρούμε τον εαυτό μας, έξω από τον εαυτό μας. Σε γεγονότα και πρόσωπα και πράγματα. Και βρισκόμαστε σχεδόν συνεχώς αναβαίνοντες εις τον Ναόν, για να προσευχηθούμε, προς τον εαυτό μας, Φαρισαίοι συχνότερα από οτιδήποτε άλλο, περιπλανώμεθα εις χώραν μακράν, σπαταλώντας την ουσίαν και την περιουσίαν μας, σαν να μην την είχαμε ποτέ. Σαν να μην καταλαβαίναμε καν, Ποιος μας τα έδωσε όλα και τι ήταν αυτά τα όλα, τα πλούσια, τα όμορφα….

Και κάποια στιγμή, πάντοτε έρχεται αυτή η στιγμή, που η υπερφίαλη φαρισαϊκή προσευχή μας, που από τον εαυτό μας, αυτάρεσκα και φαρισαϊκά επιστρέφει στον εαυτό μας, φυσικά μη δικαιωμένη. Η στιγμή που ο θόρυβος του κόσμου των επιθυμιών μας που ως άσωτοι υιοί περιπλανηθήκαμε ασκόπως, σιγά…σταματά να υπάρχει….

Τα πάθη μας αδυνατούν να μας θρέψουν και τα ξυλοκέρατα των σαρκικών μας επιθυμιών, αρκούν για τα ζωώδη μας ένστικτα, όμοια των χοίρων, αλλά όχι για εμάς, τους υιούς της Βασιλείας.

Και η Εκκλησία μας, σήμερα, κυριολεκτικά μας αρπάζει και μας φέρνει εμπρός σε κάτι συγκλονιστικό!

Αφού την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου και την Κυριακή του Ασώτου μας περιέγραψε τις δυνατότητες μας, τον σκοπό της ύπαρξης μας, που είναι η προσευχή και η Μετάνοια, η στροφή του προσώπου μας προς το Σωστό Πρόσωπο που είναι αυτό του Πατέρα, σήμερα μας οδηγεί σχεδόν  «βίαια» απέναντι από το πρόσωπο εκείνων που δίπλα μας, πλησίον μας επείνασαν και δεν τους δώσαμε να φαν, εδίψασαν και δεν τους δώσαμε να πιουν, ξένοι και δεν τους βάλαμε στην καρδιά μας, γυμνοί, απροστάτευτοι, αδύνατοι και δεν τους στηρίξαμε, φυλακισμένοι μέσα σε προβλήματα, εθισμούς ή άλλες φυλακές και δεν μοιρασθήκαμε το χώρο τους.

Μας οδηγεί σήμερα «βίαια» απέναντι στο Πρόσωπό Του, αφού υπάρχει παντού Εκείνος. Και στην ουσία απέναντι και στο δικό μας αληθινό πρόσωπο. Γιατί ούτε τον εαυτό μας δεν καταλάβαμε, γιατί διψούσε και πεινούσε, πόσο ξένος και μόνος ήταν, πόσο φυλακισμένος….και δεν τον θρέψαμε, δεν τον στηρίξαμε, δεν τον συμπονέσαμε. Τον εαυτό μας, τον πλησίον, τον Θεάνθρωπο.

Ο πόνος του τελώνη και του άσωτου υιού όταν είδε τον εαυτό του, είναι ο πόνος μας.

Όμως η σκληροκαρδία μιας φαρισαϊκής παθολογίας, η σκληρότητα του πρεσβύτερου υιού στην παραβολή του Ασώτου, έκατσαν πολύ χρόνο στην καρδιά μας, επιτρέψαμε να μείνει πολύ χρόνο στην καρδιά μας και δεν αντιληφθήκαμε πόσο ξένοι ήμασταν όλοι. Και πόσο πονούσαμε και διψούσαμε και πόσο φυλακισμένοι είμαστε στα πάθη μας, εμείς και οι άλλοι, οι πλησίον.

Και σήμερα η Εκκλησία μας καλεί να δούμε αυτό το πρόσωπο, αυτά τα πρόσωπα, το Πρόσωπο του Υιού του Θεού.

Να αφαιρέσουμε την ψευδαίσθηση ενός κόσμου που τρέφει την ψευδαίσθηση και ενθυμούμενοι τους κεκοιμημένους ως ζώντες, να δούμε και του εαυτούς μας σαν μέλλοντες… κεκοιμημένους.

Όταν αυτή η ευκαιρία που έχουμε, εδώ, στον κόσμο αυτό που σχετιζόμαστε μεταξύ μας και με τον κόσμο και είθε και με τον Θεό, έτσι όπως ζούμε, να ιδούμε, σήμερα, όταν θα διαδεχθούμε και εμείς με την σειρά μας στο κόσμο αυτών που μνημονεύσαμε χθες, των κεκοιμημένων, που θα καταταχθούμε…

Σε αυτόν τον κόσμο που ετοιμάσθηκε για εμάς, από την αρχή, από καταβολής κόσμου, στο δικό μας δηλαδή κόσμο ή στον κόσμο του ξένου του αλλότριου;

Ας κάνουμε λοιπόν, από σήμερα το ελάχιστο, εις τους ελάχιστους…..

Καλή προσπάθεια.

   

   

  

 

 

 

 

 

 

   

  

 

 

 

 

 


 

 

 

 

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2022

Άγιος Παϊσιος:Για τις ψυχές των κεκοιμημένων


Τους κεκοιμημένους να τους θυμόμαστε και να ευχόμαστε πάντοτε γι’ αυτούς. Να μην παραλείπουμε να προσευχόμαστε για τις ψυχές τους, για να βρουν ανάπαυση. Εγώ, κάθε φορά που έχω Θεία Λειτουργία στο Καλύβι, κάνω μνημόσυνο και για όλους τους κεκοιμημένους των οποίων «τα ονόματα ουκ εμνημονεύθησαν».

«Όταν ανάβουμε κερί για την ψυχή κάποιου κεκοιμημένου, ωφελείται πολύ. Αν έχεις έναν νεκρό, ο οποίος έχει παρρησία στον Θεό, και του ανάψεις ένα κερί, αυτός έχει υποχρέωση να προσευχηθεί για σένα στον Θεό. Αν, πάλι, έχεις έναν νεκρό, ο οποίος νομίζεις ότι δεν έχει παρρησία στον Θεό, τότε, όταν του ανάβεις ένα αγνό κερί, είναι σαν να δίνεις ένα αναψυκτικό σε κάποιον που καίγεται. Οι άγιοι δέχονται ευχαρίστως την προσφορά του κεριού και είναι υποχρεωμένοι να προσευχηθούν γι’ αυτόν που το ανάβει. Κι ο Θεός, ευχαρίστως, το δέχεται.

«Ν’ αφήνετε μέρος της προσευχής σας για τους κεκοιμημένους. Οι ίδιοι οι πεθαμένοι, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Οι ζωντανοί, όμως, μπορούν. Με την προσευχή (που κάνετε για τους κεκοιμημένους), είναι σαν να τους κερνάτε μία πορτοκαλάδα, ένα αναψυκτικό. Όταν ελεείτε κάποιον, να λέτε για ποιον (συγκεκριμένα κεκοιμημένον) το κάνετε. Ώστε, να την πάρει ο άλλος την ελεημοσύνη και να πει: “Θεός, σχωρέσ’ τον!”. Κι αν ο άλλος το πει αυτό με την καρδιά του, το μετράει μετά αυτό ο Θεός.

– Γέροντα, πώς να προσεύχομαι για τους κεκοιμημένους;

– Να λες γενικά: «Ο Θεός, ανάπαυσον τας ψυχάς των κεκοιμημένων δούλων σου» και, εάν έρθει στον νου σου κανένα όνομα κεκοιμημένου ή τύχη να πεθάνει κανένας γνωστός ή άγνωστος και το μάθεις, μνημόνευσε τον και αυτόν με την ίδια ευχή.

Οι κεκοιμημένοι έχουν πιο πολλή ανάγκη προσευχής από τους ζώντες, γιατί στους ζώντες υπάρχει και ελπίδα μετανοίας. Και θέλει ο Θεός να υπάρχουν άνθρωποι να Τον παρακαλούν να βοηθήσει τους κεκοιμημένους, αφού δεν έγινε ακόμη η τελική Κρίση. Στον πόλεμο ένας βαριά τραυματισμένος ζήτησε από έναν ιερέα νερό και εκείνος δεν του έδωσε. Αδιαφόρησε, ενώ είχε στο παγούρι του λίγο νερό. Ο τραυματίας σε λίγο πέθανε και ο ιερέας, μόλις συνειδητοποίησε το σφάλμα του, ήταν απαρηγόρητος. Τον μνημόνευε συνεχώς. Ήρθε στο Καλύβι και μου είπε τον πόνο του. Ο καημένος είχε πολλή θυσία, αλλά δεν κατάλαβε πώς το έκανε αυτό. Το επέτρεψε ο Θεός, πήρε δηλαδή για λίγο την Χάρη Του, επειδή ο τραυματίας είχε πολλή ανάγκη από προσευχή. Αν ο ιερέας του έδινε νερό, θα τον ξεχνούσε, ενώ τώρα τον πείραζε η συνείδηση και προσευχόταν συνέχεια γι’ αυτόν.

– Γέροντα, οι υπόδικοι νεκροί μπορούν να προσεύχονται;

– Έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια, αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Όσοι βρίσκονται στον Άδη μόνον ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά, για να μετανοήσουν.

Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας, ενώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι δεν μπορούν πια μόνοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους, αλλά περιμένουν από μας βοήθεια. Γι’ αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την προσευχή μας.

Ζητούν να βοηθηθούν και βοηθιούνται θετικά με τις προσευχές των πιστών. Τους δίνει δηλαδή ο Θεός μια ευκαιρία, τώρα που είναι υπόδικοι, να βοηθηθούν μέχρι να γίνει η Δευτέρα Παρουσία.

Και όπως σ’ αυτήν την ζωή, αν κάποιος είναι φίλος με τον βασιλιά, μπορεί να μεσολαβήσει και να βοηθήσει έναν υπόδικο, έτσι και αν είναι κανείς «φίλος» με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήσει στον Θεό με την προσευχή του και να μεταφέρει τους υπόδικους νεκρούς από την μια «φυλακή» σε άλλη καλύτερη, από το ένα «κρατητήριο» σε ένα άλλο καλύτερο. Ή ακόμη μπορεί να τους μεταφέρει και σε «δωμάτιο» ή σε «διαμέρισμα».

Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κ.λπ. που τους πηγαίνουμε, έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε για την ψυχή τους. Οι προσευχές των ζώντων για τους κεκοιμημένους και τα μνημόσυνα είναι η τελευταία ευκαιρία που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν, μέχρι να γίνει η τελική Κρίση. Μετά την δίκη δεν θα υπάρχει πλέον δυνατότητα να βοηθηθούν.

Όταν όμως εμείς προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους Του δίνουμε το δικαίωμα να επεμβαίνει. Περισσότερο μάλιστα συγκινείται ο Θεός, όταν κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους παρά για τους ζώντες.

Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα.

Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος δικηγόρος για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Έχουν την δυνατότητα και από την κόλαση να βγάλουν την ψυχή. Κι εσείς σε κάθε Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβο για τους κεκοιμημένους.

Έχει νόημα το σιτάρι. «Σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία» λέει η Γραφή.

Στον κόσμο μερικοί βαριούνται να βράσουν λίγο σιτάρι και πηγαίνουν στην εκκλησία σταφίδες, κουραμπιέδες, κουλουράκια, για να τα διαβάσουν οι ιερείς…

Έχω υπ’ όψιν μου γεγονότα που μαρτυρούν πόσο οι κεκοιμημένοι βοηθιούνται με την προσευχή πνευματικών ανθρώπων.

Κάποιος ήρθε στο Καλύβι και μου είπε με κλάματα: «Γέροντα, δεν έκανα προσευχή για κάποιον γνωστό μου κεκοιμημένο και μου παρουσιάστηκε στον ύπνο μου. ‘’Είκοσι μέρες, μου είπε, έχεις να με βοηθήσεις• με ξέχασες και υποφέρω’’. Πράγματι, μου λέει, εδώ και είκοσι μέρες είχα ξεχασθεί με διάφορες μέριμνες και ούτε για τον εαυτό μου δεν προσευχόμουν»..

Εγώ, όταν προσεύχομαι για όλους τους κεκοιμημένους, βλέπω στον ύπνο μου τους γονείς μου, γιατί αναπαύονται από την προσευχή που κάνω.

Κάθε φορά που έχω Θεία Λειτουργία, κάνω και γενικό μνημόσυνο για όλους τους κεκοιμημένους και εύχομαι για τους βασιλείς, για τους αρχιερείς κ.λπ. και στο τέλος λέω «και υπέρ ων τα ονόματα ουκ εμνημονεύθησαν».

Το καλύτερο από όλα τα μνημόσυνα που μπορούμε να κάνουμε για τους κεκοιμημένους είναι η προσεκτική ζωή μας, ο αγώνας που θα κάνουμε, για να κόψουμε τα ελαττώματά μας και να λαμπικάρουμε την ψυχή μας. Γιατί η δική μας ελευθερία από τα υλικά πράγματα και από τα ψυχικά πάθη, εκτός από την δική μας ανακούφιση, έχει ως αποτέλεσμα και την ανακούφιση των κεκοιμημένων προπάππων όλης της γενιάς μας.

Οι κεκοιμημένοι νιώθουν χαρά, όταν ένας απόγονός τους είναι κοντά στον Θεό.

Αν εμείς δεν είμαστε σε καλή πνευματική κατάσταση, τότε υποφέρουν οι κεκοιμημένοι γονείς μας, ο παππούς μας, ο προπάππος μας, όλες οι γενεές. «Δες τι απογόνους κάναμε!», λένε και στενοχωριούνται. Αν όμως είμαστε σε καλή πνευματική κατάσταση, ευφραίνονται, γιατί και αυτοί έγιναν συνεργοί να γεννηθούμε και ο Θεός κατά κάποιον τρόπο υποχρεώνεται να τους βοηθήσει. Αυτό δηλαδή που θα δώσει χαρά στους κεκοιμημένους είναι να αγωνισθούμε να ευαρεστήσουμε τον Θεό με την ζωή μας, ώστε να τους συναντήσουμε στον Παράδεισο και να ζήσουμε όλοι μαζί στην αιώνια ζωή.


Από το βιβλίο: «Λόγοι Δ, ‘Οικογενειακή Ζωή, του Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι, τόµος 6ος, Περί Προσευχής, Ι. Η. «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», 2002 Σουρωτή Θεσσαλονίκης«

 

 

 

 

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2022

Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου

Ανεβαίνουμε προς το ιερό να προσευχηθούμε, διχασμένοι.
Χωρίς να μπορούμε να αφήσουμε τις σκέψεις μας από την μια, με διάθεση όμως να βγούμε από τον εαυτό μας και να μπούμε σε εκείνον τον ιερό χώρο, στο ιερό που συναντόμεθα με τον Θεό μας.
Κι’ έχουμε δύο καταστάσεις: Εκείνη του Εγώ μας, ενός Ξένου, ενός πλαστού εαυτού που σκέφτεται συνέχεια το ποιος είναι. Διότι είναι πλαστός και χρειάζεται συνέχεια αποδείξεις.
Όχι για το ποιος είμαι, αλλά πως «ουκ ειμί» πως δεν είμαι, π.χ. όπως οι άλλοι άνθρωποι.
Δεν είμαστε όπως οι άλλοι:άρπαγες, άδικοι, μοιχοί και βέβαια αυτό ακριβώς και πιστεύουμε ότι είμεθα. Για αυτό και το βλέπουμε στους άλλους, για αυτό και το καταδεικνύουμε, στους άλλους. Αυτό που μέσα μας έχουμε πιστέψει, ότι είμαστε.
Και για αυτό κάνουμε τόσα: νηστεύουμε δις του Σαββάτου, αποδεκατούμε πάντα όσα κτώμαι. Από ενοχή, από απαξίωση του εαυτού. Όχι από αγάπη. Για να μην είμαστε αυτό που φοβόμαστε ότι είμαστε.
Ενώ, η άλλη πλευρά του εαυτού μας, μένει μακριά και « ου θέλει» ούτε τους οφθαλμούς να σηκώσει προς τον ουρανό, ο όντως εαυτός μας, ο άγνωστος, ο έσω, ο όντως όν, που σπρωγμένος από τον Φαρισαίο που μας τυραννά, μένει πίσω, αλλά μέσα από το κέντρο της ύπαρξης μας, πάλλεται και προσεύχεται, αυτός πάντοτε με ένταση, γιατί αυτός έχει ύπαρξη, αυθ-ύπαρξη.
Και όταν είμαστε τότε ξέρουμε, μπορούμε να πούμε όχι, το «ουκ ειμί», του Φαρισαίου εαυτού μας, αλλά το «ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ».
Να ανοίξουμε διάλογο με Εκείνον που βιώνουμε σαν πρόσωπο προς πρόσωπον. Και τότε, ολόκληροι, «τύπτουμε στο στήθος» γιατί, ξέρουμε ποιος μιλά με ποιόν και αυτό βγάζει προσευχή, και ανα-γνώριση.
Ενώ, ο Φαρισαίος εαυτός μας, στενεύει τα όρια μας.
Μας στρέφει το πολύ μέχρι τις λανθασμένες εικόνες των άλλων, δηλαδή, λανθασμένες εικόνες του εαυτού μας, και αποκαλεί αρπαγή, αδικία, μοιχεία ότι πράξαμε και νηστεία και αποδεκατισμό ότι πληρώσαμε, αντιστρέφοντας τα πάντα προς μία φθορά, κάνοντας το δώρο της ύπαρξης, μη ύπαρξη.
«Ουκ ειμί» λέμε στον εαυτό μας και τον εμποδίζουμε να ζήσει.
Ενώ μέσα μας υπάρχει τόση αγάπη, που να μην μπορούμε να την εκφράσουμε και τύπτουμε το στήθος μας όταν νιώθουμε ποιοι πράγματι είμαστε και Ποιόν έχουμε εμπρός μας.
Είναι όμορφα να τύπτεις το στήθος σου, για αυτόν που αγαπάς και τότε ξέρεις να πεις το όνομα Του. Αυτό σε κάνει να ξέρεις και εσύ ποιος είσαι.
Ο τελώνης, αδελφοί μου, γνώριζε ποιος ήταν, γιατί γνώριζε και Ποιόν είχε απέναντί του, στο ιερό όπου έρχεται να προσευχηθεί.
Και όλες οι σκέψεις σταματούν. Τίποτα δεν υπάρχει. Ούτε κρίσεις ούτε
συγκρίσεις.
Από αυτό θα καταλάβουμε κι εμείς, πόσο αντιλαμβανόμαστε την παρουσία του Θεού.
 Εάν όταν ανεβαίνουμε στη προσευχή ο Νους μας στρέφεται προς τα έξω και τρέφεται με τις σκέψεις, τότε δεν αγαπάμε εαυτόν, τους άλλους και τον Θεό. Και δεν θα φύγουμε εμείς δικαιωμένοι αλλά ο Φαρισαίος που τρέφουμε και μας τυραννά. Και ο οίκος της ψυχής μας θα είναι έρημος, μη δικαιωμένος.
Εάν όμως μείνουμε  «μακρόθεν» από όλες αυτές τις εξωτερικές-πλαστές σκέψεις και εικόνες, θα φτάσουμε να χτυπήσουμε στο στήθος-χώρο της καρδιάς μας από την πολύ συναίσθηση της εγγύτητας μας με το Θεό. Μακρόθεν εστώτες από το ψέμα το φαρισαϊκό της ζωής μας, θα γνωρίσουμε το χώρο της ύπαρξης μας, και με αυτήν την ύπαρξη θα προσευχηθούμε.
Και όταν κατέβουμε πίσω στον οίκο μας, στον εαυτό μας, θα πρέπει να κατέβει «δικαιωμένος» ένας από τους δύο:ή ο πλαστός-ουκ ειμί-εαυτός- φαρισαίος ή ο τελώνης που ζει πραγματικά «μακρόθεν», τόσον μακρόθεν όσο η απόσταση της παλάμης και της καρδιάς μας.  

  Καλό Τριώδιο.


Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου

«Ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων...».

Ο Φαρισαίος της παραβολής, φτιάχνει την εικόνα του εαυτού του έχοντας στραμμένα τα μάτια του Νου του, στους άλλους ανθρώπους. Ευχαριστεί το Θεό όχι για αυτό που είναι, αλλά για αυτό που δεν είναι:
Δεν είναι έτσι όπως βλέπει να είναι όλοι οι άλλοι άνθρωποι:
 «άρπαγες, άδικοι, μοιχοί...» και επειδή δεν έχει να πει τι ο ίδιος είναι, αναφέρεται τι ο ίδιος κάνει:
«νηστεύω δις του Σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι».
Αυτή η αντίληψη του Φαρισαίου έχει να κάνει με τον τρόπο που συχνά «διαβάζουμε» τον εαυτόν μας. Δεν είμαστε αυτό που βλέπουμε να είναι όλοι οι άλλοι και είμαστε αυτά του νομίζουμε ότι κάνουμε. Ταυτίζουμε δηλαδή το «είμαι» με το «κάνω». Και όλο αυτό το σύστημα το στηρίζουμε σε μια δική μας αντίληψη, του καλού και κακού.
Και αυτό-δικαιωνόμεθα.
Αυτός είναι ο στόχος. Ο Φαρισαίος έχει μια αντίληψη του τι είναι καλό και κακό και με αυτό μετράει τους ανθρώπους και τον εαυτό του, αλλά και ακόμα και αυτόν τον τελώνη που στέκει δίπλα του στη σημερινή παραβολή.
Και δεν τον βλέπει.
Ανεβαίνει ο άνθρωπος, αγαπητοί μου αδελφοί στο Ιερό να προσευχηθεί αλλά φέρνει μαζί του και τις αντιλήψεις του και φορτωμένος με αυτές, παραμένει ο ίδιος. Έτσι , αντί να στραφεί προς τον Θεό, δηλαδή αντί να κοιτάξει μέσα του, παραμένει προσηλωμένος στο έξω, στο πως είναι οι άλλοι άνθρωποι και αυτός ακόμα ο τελώνης του στέκει εντελώς δίπλα του συντροφιά του, σαν μία άλλη πλευρά του εαυτού του που δεν θέλει να δει και απορρίπτει.
Και σταθείς προς εαυτόν, προσεύχεται.
Το δεύτερο πρόσωπο της παραβολής «μακρόθεν εστώς ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι...»). Το δεύτερο πρόσωπο, αναβαίνει προς το Ιερό έχει «αδειάσει» από τα πάντα και έχει απομείνει με την ουσία του σκοπού του: το «προσεύξασθε».
Για αυτό και πονά τόσο πολύ.
Τύπτει το στήθος του. και με το «ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» εκφράζει την μεγάλη του αγάπη για τον Θεό. Δεν σηκώνει τα μάτια εις τον ουρανό γιατί τα έχει στραμμένα μέσα του, εκεί που γνωρίζει ότι θα εύρη την Βασιλεία των ουρανών και όχι τον ουρανό, μόνον.
Και συμβαίνει κάτι πάρα πολύ σημαντικό για τον άνθρωπο και για τον καθένα από εμάς:

Ο ένας τρόπος ύπαρξης, απομονώνει, είναι το: «σταθείς προς εαυτόν» και ο άλλος οδηγεί σε σχέση. Με τον Θεό και με το ίδιον πρόσωπο μας: είναι το «ιλάσθητι μοι τω αμαρτωλώ».
Σε αυτήν την στάση ζωής, χάνεται η ψευδαίσθηση. Ο νους παύει να ενασχολείται με τους άλλους ή τις καλές και κακές πράξεις και πονά για την διάσταση με τον Θεό και εκλιπαρεί για βοήθεια. Ας κρατήσουμε αυτή την τόσο έντονα περιγραφική εικόνα ενός ανθρώπου που κτυπά το στήθος του, που εκφράζει αυτό που φοβόμαστε να εκφράσουμε:
την διάσταση μας από τον Θεό.
Ο άλλος, ο Φαρισαίος, αυτόν τον πόνο θέλει να αποφύγει για αυτό και δημιουργεί ένα κόσμο ψευδαισθήσεων, διακατέχεται από άγχος για κάθε άλλον του υπάρχει δίπλα του και απολογείται συνεχώς. Δεν θέλει να αφεθεί στον πόνο. Στον πόνο ότι δεν μπορεί να κατέχει τον Θεό όσο και αν νηστεύει ή αποδεκατεί πάντα όσα αποκτά. Για τον Φαρισαίο ο κάθε άλλος γίνεται αντίπαλος. Και έτσι δυσκολεύει όλο και περισσότερο την ζωή του και επιστρέφει στον οίκο του ο ίδιος. Δίχως ανακούφιση.
Ο τελώνης όμως, εκφράζει τον πόνο του, νιώθει την αδυναμία του, δεν επιτρέπει στις ψευδαισθήσεις να τον απομονώσουν, τουλάχιστον αυτήν την στιγμή, της προσευχής.
Και θα επιστρέψει στον οίκο του αναπαυμένος.
Ας μην προσπαθούμε, αγαπητοί μου αδελφοί, να χωρέσουμε το αχώρητο. Θα νηστέψουμε σε λίγο και θα αποδεκατίσουμε τον χρόνο μας μέσα στην Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή αλλά δεν θα «αποκτήσουμε» τίποτα με αυτό. Δεν θα κάνουμε τον εαυτόν μας να διαφέρει απέναντι σε κανέναν. Γιατί αυτό που πρέπει να κερδίσουμε ανεβαίνοντας προς την Αγία Τεσσαρακοστή και το Πάσχα, είναι το «ιλάσθητι μοι τω αμαρτωλώ» που προϋποθέτει όμως αυτό το «έτυπτεν εις το στήθος αυτού».

Ας αφήσουμε για λίγο τις άμυνες μας και ας πονέσουμε.