Περνάμε την ζωή μας, οι
περισσότεροι από εμάς, προσπαθώντας να βρούμε τον εαυτό μας, έξω από τον εαυτό
μας. Σε γεγονότα και πρόσωπα και πράγματα. Και βρισκόμαστε σχεδόν συνεχώς
αναβαίνοντες εις τον Ναόν, για να προσευχηθούμε, προς τον εαυτό μας, Φαρισαίοι
συχνότερα από οτιδήποτε άλλο, περιπλανώμεθα εις χώραν μακράν, σπαταλώντας την
ουσίαν και την περιουσίαν μας, σαν να μην την είχαμε ποτέ. Σαν να μην
καταλαβαίναμε καν, Ποιος μας τα έδωσε όλα και τι ήταν αυτά τα όλα, τα πλούσια,
τα όμορφα….
Και κάποια στιγμή, πάντοτε
έρχεται αυτή η στιγμή, που η υπερφίαλη φαρισαϊκή προσευχή μας, που από τον
εαυτό μας, αυτάρεσκα και φαρισαϊκά επιστρέφει στον εαυτό μας, φυσικά μη
δικαιωμένη. Η στιγμή που ο θόρυβος του κόσμου των επιθυμιών μας που ως άσωτοι
υιοί περιπλανηθήκαμε ασκόπως, σιγά…σταματά να υπάρχει….
Τα πάθη μας αδυνατούν να μας
θρέψουν και τα ξυλοκέρατα των σαρκικών μας επιθυμιών, αρκούν για τα ζωώδη μας
ένστικτα, όμοια των χοίρων, αλλά όχι για εμάς, τους υιούς της Βασιλείας.
Και η Εκκλησία μας, σήμερα,
κυριολεκτικά μας αρπάζει και μας
φέρνει εμπρός σε κάτι συγκλονιστικό!
Αφού την Κυριακή του Τελώνου και
του Φαρισαίου και την Κυριακή του Ασώτου μας περιέγραψε τις δυνατότητες μας,
τον σκοπό της ύπαρξης μας, που είναι η προσευχή και η Μετάνοια, η στροφή του
προσώπου μας προς το Σωστό Πρόσωπο
που είναι αυτό του Πατέρα, σήμερα μας οδηγεί σχεδόν «βίαια» απέναντι από το πρόσωπο εκείνων που δίπλα μας, πλησίον μας επείνασαν
και δεν τους δώσαμε να φαν, εδίψασαν και δεν τους δώσαμε να πιουν, ξένοι και
δεν τους βάλαμε στην καρδιά μας, γυμνοί, απροστάτευτοι, αδύνατοι και δεν τους
στηρίξαμε, φυλακισμένοι μέσα σε προβλήματα, εθισμούς ή άλλες φυλακές και δεν μοιρασθήκαμε το χώρο τους.
Μας οδηγεί σήμερα «βίαια»
απέναντι στο Πρόσωπό Του, αφού υπάρχει παντού Εκείνος. Και στην ουσία απέναντι
και στο δικό μας αληθινό πρόσωπο. Γιατί ούτε τον εαυτό μας δεν καταλάβαμε, γιατί διψούσε και πεινούσε, πόσο ξένος και μόνος ήταν, πόσο φυλακισμένος….και δεν τον
θρέψαμε, δεν τον στηρίξαμε, δεν τον συμπονέσαμε. Τον εαυτό μας, τον πλησίον,
τον Θεάνθρωπο.
Ο πόνος του τελώνη και του άσωτου
υιού όταν είδε τον εαυτό του, είναι ο
πόνος μας.
Όμως η σκληροκαρδία μιας
φαρισαϊκής παθολογίας, η σκληρότητα του πρεσβύτερου υιού στην παραβολή του
Ασώτου, έκατσαν πολύ χρόνο στην καρδιά μας, επιτρέψαμε να μείνει πολύ χρόνο
στην καρδιά μας και δεν αντιληφθήκαμε πόσο ξένοι ήμασταν όλοι. Και πόσο
πονούσαμε και διψούσαμε και πόσο φυλακισμένοι είμαστε στα πάθη μας, εμείς και
οι άλλοι, οι πλησίον.
Και σήμερα η Εκκλησία μας καλεί
να δούμε αυτό το πρόσωπο, αυτά τα πρόσωπα, το Πρόσωπο του Υιού του Θεού.
Να αφαιρέσουμε την ψευδαίσθηση
ενός κόσμου που τρέφει την ψευδαίσθηση και ενθυμούμενοι τους κεκοιμημένους ως
ζώντες, να δούμε και του εαυτούς μας σαν μέλλοντες… κεκοιμημένους.
Όταν αυτή η ευκαιρία που έχουμε, εδώ, στον κόσμο αυτό που σχετιζόμαστε
μεταξύ μας και με τον κόσμο και είθε και με τον Θεό, έτσι όπως ζούμε, να
ιδούμε, σήμερα, όταν θα διαδεχθούμε
και εμείς με την σειρά μας στο κόσμο αυτών που μνημονεύσαμε χθες, των
κεκοιμημένων, που θα καταταχθούμε…
Σε αυτόν τον κόσμο που
ετοιμάσθηκε για εμάς, από την αρχή,
από καταβολής κόσμου, στο δικό μας δηλαδή κόσμο ή στον κόσμο του ξένου του
αλλότριου;
Ας κάνουμε λοιπόν, από σήμερα το ελάχιστο, εις τους
ελάχιστους…..
Καλή
προσπάθεια.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ
ΑΠΟΚΡΕΩ
«Όταν δε έλθει ο Υιός του
ανθρώπου εν τη δόξη αυτού και πάντες οι άγγελοι μετ΄ αυτού…»
Μέχρι τότε;
Μα είναι ξεκάθαρο, αδελφοί μου,
μέχρι τότε είναι ανάμεσά μας, δίπλα μας και μέσα μας, στον καθ΄ έναν από
εμάς….όποια επιλογή κι αν έχουμε κάνει, όποιες επιλογές κι αν έχουμε κάνει…..
Διψά και πεινά μαζί μας, είναι
και ξένος και γυμνός σαν εμάς, ασθενής και φυλακισμένος σαν εμάς, σαν τον
διπλανό μας. Είναι ο Υιός του ανθρώπου ο Σεσαρκωμένος, είναι αυτός που δεν
έχουμε καταλάβει….
Είναι η ενότητα που δεν έχουμε
καταλάβει, μαζί Του. Για αυτό και πεινάμε, διψάμε, γυμνητεύουμε, ζούμε σε
φυλακές, ξένοι, κι αυτοί οι δίπλα μας, οι τόσο κοντινοί, ξένοι συχνά και αυτοί,
ξένοι και προς τον εαυτό μας πολλές φορές. Διότι η μόνη μας ευκαιρία να ζήσουμε
πλήρεις, ελεύθεροι, υγιείς, είναι να βιώσουμε αυτήν την εγγύτητα, την
πληρότητα, την ταύτιση με τον Χριστό. Και το μεγάλο μυστήριο της ζωής
είναι ότι ενώ αυτή η αλήθεια είναι μέσα μας και παντού, πρέπει να βγούμε από
τον εαυτό μας και να κάνουμε, αυτό το μεγάλο μικρό ταξίδι προς τον άλλο, προς
τον πλησίον, προς τον συνάνθρωπο. Προς αυτόν που έχει ανάγκη, όπου κι αν
βρίσκεται.
Αλλά τις πιο πολλές φορές αυτόν
τον δίπλα, ίσως, ούτε τον προσέξαμε, απορούμε πως μπορεί να ζήσαμε όλοι μαζί
τόσο καιρό και δεν είδαμε, δεν νιώσαμε τόσες ανάγκες….τόσους διψασμένους και
πεινασμένους τόσους γυμνούς που θα μπορούσαμε να είχαμε φροντίσει.
Την ημέρα της κρίσης του καθ΄
ενός μας αλλά και σε εκείνην την τελική, θα είναι για μας μια έκπληξη, πόσα
μπορούσαμε να είχαμε κάνει και δεν κάναμε, πόσα πολλά είχαμε, πόσα πολλά
παραπάνω και πόσα έλλειπαν γύρω μας…. Όμως, ίσως, ούτε το δικό μας πλεόνασμα
νιώσαμε ούτε την έλλειψη.
Διότι, πρέπει να δούμε τον κόσμο όλο
σαν μια πορεία προς τον Χριστό. Πρέπει να ανακαλύψουμε τον Χριστό, μέσα
μας, παντού……
Η πορεία μας είναι προς τον
Χριστό, που είναι παντού, που ενώθηκε μαζί μας, με όλους.
Αυτό είναι το μυστήριο της
Εκκλησίας. Αυτή η ενότητα, αυτή η ταύτιση. Η αστοχία μας σε αυτήν την σχέση θα
μας αφορίσει, από την ητοιμασμένην ημιν βασιλείαν από καταβολής κόσμου.
Βλέπετε, αδελφοί μου, σήμερα,
Τρίτη Κυριακή του Τριωδίου μας αποκαλύπτεται και αυτό: Ότι η βασιλεία είναι για
εμάς και είναι έτοιμη από καταβολής κόσμου.
Μόνο να το νιώσουμε, να το δούμε
αυτό!
Να το βιώσουμε και θα δούμε
Χριστό παντού, στον καθ΄ έναν από εμάς.
Αμήν.
ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ
ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
Κύριε,
«Πότε σε είδομεν……»
Ολόκληρη την ζωή μας, αναζητούμε
τον εαυτό μας, ψάχνουμε το πρόσωπό μας, σε καθρέπτες, φωτογραφίες, ρόλους,
ενδυμασίες και μεταμφιέσεις…..
Ολόκληρη την ζωή μας, λέμε πως
ψάχνουμε τον Κύριο, πολλοί από εμάς είμαστε σίγουροι πως Τον γνωρίζουμε και
αυτήν μας την βεβαιότητα, συχνά, την αποκαλούμε, πίστη.
Και δεν ξέρουμε τίποτα, και αυτή
η πίστη, συχνά είναι μια μίμηση, μια μίμηση πίστης άλλων, που δεν γνωρίσαμε,
ούτε έχουμε μερίδα από την πίστη τους.
Αναζητήσαμε στους αγίους πολλές
φορές να μοιάσουμε και τους τιμήσαμε με εικόνες και τελετές και γονυκλισίες και
βέβαια μείναμε απ’ έξω. Το εγώ μας τράφηκε και αυξήθηκε και μας απομάκρυνε όλο
και πιο πολύ από το απλό, το τόσο απλό:
«Κύριε, πότε σε είδομεν…..»
Μα ο Κύριος μπορούσε να γίνει
ορατός μέσα από κάθε συν-άνθρωπο μας. Αλλά από ποιόν συνάνθρωπο; Εκείνον που η
πτωχεία του τον άφηνε τόσο κενόν που να βρίσκει χώρο ο Θεός. Γιατί για να έρθει
ο Θεός πρέπει να φύγουν όλα τ’ άλλα. Να αδειάσεις……..
Και πότε γίνεται αυτό;
Όταν διψάς, πεινάς και
αφανίζεσαι, όταν είσαι ξένος, δηλαδή μόνος και μέσα σ’ αυτήν την μοναξιά
ενοικεί ο Θεός. Όταν είσαι ασθενής και η αδυναμία της αρρώστιας σε κάνει δοχείο
κατάλληλο να ενοικήσει ο Θεός. Όταν είσαι στη φυλακή και σου λείπουν τα πάντα
τότε, στρέφεσαι προς τον Θεό. Και ο Θεός έρχεται!!!
Μ’ όλα αυτά, αδειάζεις από το
εγώ, αδελφοί μου, μένεις μόνος, φτωχός, γυμνός, διψών και πεινών και τότε
έρχεται το Όλον, το απόλυτο τίποτε συναντά
το απόλυτο Όλον.
Ο άνθρωπος πρέπει να φθάσει να
δεχθεί, να γίνει απόλυτα παθητικός, ήσυχος, αφημένος από όλα, και ο Θεός είναι
Αυτός που έρχεται.
Ο Θεός δίνει και ο άνθρωπος
δέχεται.
Είναι πιο εύκολο να προσευχηθεί ο
ασθενής, απ’ ότι ο υγιής, εκείνος που πεινά, από τον χορτασμένο.
Αυτός που στερείται, που χάνει τα
πάντα, αφανίζει το εγώ και εκεί που θα λείψει το εγώ, αυτόματα, εύκολα, θα
έλθει ο Θεός.
Και θα ενωθεί μαζί του.
Κι εμείς, όσοι επιστεφθήκαμε
ασθενείς, πεινώντες, ή διψώντες, ή φυλακισμένους, πήραμε γεύση Θεού, γιατί, μπορεί για άλλο λόγο να πήγαμε, ούτε που
καταλάβαμε που πηγαίναμε και αντί για φυλακισμένους βρήκαμε ελεύθερους, πιο
ελεύθερους από εμάς, αντί για ασθενείς, βρήκαμε υγιέστερους από εμάς. Γιατί
μέσα σε αυτήν τους την πτωχεία, βρήκε χώρο
ελεύθερο
και ενοίκοισε ο Κύριος.
Κι εμείς, συχνά χωρίς καν να το
καταλάβουμε εποτίσαμε τον Κύριο, Του εδώκαμε φαγείν και Τον εθρέψαμε.
Και είναι αυτή η συνάντηση τόσο απλή, που ούτε το
καταλάβαμε.
Γιατί ούτε που καταλάβαμε πόσο εγγύς
είναι ο Κύριος, πόσο πλησίον. Και με την ίδια ευκολία, με την ίδια
ανοησία, χάσαμε το ραντεβού μαζί Του πάλιν γιατί δεν υποψιασθήκαμε πόσο δίπλα
μας ήταν, σε ποιόν δίπλα μας ήταν.
Επειδή ο Θεός βρήκε χώρο στους
ελάχιστους αδελφούς μας, γιατί μέσα σε αυτό το ελάχιστο έμεινε χώρος για τον
Θεό.
Τους υπόλοιπους χώρους τους
γέμισε η αλαζονεία μας, η απληστία, η φιλαυτία μας.
Η απάντηση στο «Κύριε,
πότε σε είδομεν…» είναι απλή. Είναι γύρω μας και μέσα μας. Όμως πρέπει
να πεινάσουμε, να διψάσουμε, να γυμνητεύσουμε, να μπούμε σε φυλακή. Ή να
ανακαλύψουμε τους αδελφούς μας που είναι γυμνοί, πεινώντες, διψώντες ή εν
φυλακή.
Πάντα ο μέσα εαυτός αναγνωρίζει
τον έξω εαυτό.
Για να είδομε τον Κύριο στον
συνάνθρωπο που πεινά, πρέπει οι ίδιοι εμείς να πεινάσουμε, να αφήσουμε να
πεινάσουμε, να γυμνωθούμε, να διψάσουμε πολύ.
Να αναγκάσουμε τον εαυτό μας σε
φυλακή.
Τότε θα αναγνωρίσουμε τον
πλησίον, ως οικείον, ως εαυτόν.
Και ως τον ίδιον τον Θεόν.
Αμήν.