Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2025

Κυριακή έκτη εκ του κατά Λουκά


«Τι εμοί και σοι, Ιησού, Υιέ του Θεού του υψίστου;»
Αυτό αναφωνεί ο δαιμονισμένος προς τον Χριστό, στην σημερινή τους συνάντηση. Δύο πράγματα εντελώς ξεχωριστά, εντελώς ανόμια. Και τα όρια ξεκάθαρα. Καμιά σχέση ανάμεσα σε εμένα και εσένα, λέγει ο δαιμονισμένος. Και δίνει ακόμα ένα σημαντικό στοιχείο σε αυτήν την συνάντηση: αποκαλεί τον Χριστό, Υιό του Θεού. Τον αναγνωρίζει και τον προσφωνεί με το όνομα Του. Και όταν ο Κύριος του ζητά το δικό του όνομα, «τι σοι εστίν όνομα;», «Λεγεών» απαντά. Αυτό δεν είναι όνομα, δεν καθορίζει κάτι το προσωπικό. Δείχνει μόνον το πλήθος των δαιμονίων, τον αριθμό.
Προσέξατε, αγαπητοί μου αδελφοί. Έχει πολύ μεγάλη σημασία να μπορείς να δηλώσεις το όνομά σου.
Τι σοι εστίν όνομα; Ποιοι είμαστε; Ο δαίμονας δεν έχει όνομα. Δεν έχει δική του υπόσταση. Κατοικεί εκεί που του επιτρέπετε, στον άνθρωπο του οποίου οι αμαρτίες του ή η θεία παραχώρηση του άφησαν χώρο.
Για αυτό, όταν ο Κύριος του επιβάλει να εξέλθει από τον άνθρωπο εκείνο, ζητά την άδεια η λεγεώνα των δαιμόνων, να πάει στους χοίρους. Για να βρει ξενιστή. Αλλά, προσέξατε αγαπητοί μου αδελφοί, ο άνθρωπος που κατείχετο από αυτούς τους δαίμονες, επιβίωνε. Ζούσε απομονωμένος σε μνήματα και σε ερημιές, μακριά από την κοινωνία των ανθρώπων, αλλά ζούσε.
Οι χοίροι όμως κατακρημνίσθηκαν και επνίγησαν στην λίμνη. Έχει μεγάλη αξία ένας άνθρωπος για το Θεό. Αναζητά ο ίδιος ο Θεός την συνάντηση Του μαζί του. Και την σωτηρία του. Δεν αφήνει τον δαιμονισμένο να χαθεί όπως εχάθησαν αμέσως οι χοίροι. Τον ελευθερώνει. Και εκείνος κάθεται «ιματισμένος και σωφρονούν παρά τους πόδας του Ιησού.» Τι όμορφη εικόνα.
Παρά τους πόδας του Ιησού.
Και οι συνάνθρωποί του; Που τον γνώριζαν να κατοικεί στα μνήματα που τον έδεναν με χειροπέδες και αλύσους και τον έδιωχναν στις ερήμους;
Πώς αντιμετώπισαν αυτήν την θαυμαστή αλλαγή; «εφοβήθησαν» μας λέγει το Ευαγγέλιο.
Εφοβήθησαν.
Για άλλη μια φορά βλέπουμε αυτήν την ψυχική αντίδραση, του φόβου του ανθρώπου εμπρός στην ανατροπή της «αφύσικης» κατάστασης.
Συμβιβάζεται, αγαπητοί μου αδελφοί, εύκολα η ανθρώπινη κοινότητα με τον εξοστρακισμό, με την παθολογία. Εύκολα οι άνθρωποι αποπέμπουν εις τας ερήμους αυτόν που πάσχει, τον δένουν με αλύσσους και χειροπέδες. Γιατί ο άνθρωπος έχει την τάση να ταυτίζει
την πάθηση με τον πάσχοντα. Έτσι, διώκοντας τον φέροντα τα δαιμόνια, νομίζει ότι απαλλάσσεται από τα δαιμόνια. Τα «περιορίζει» θα λέγαμε, θυσιάζοντας έναν συνάνθρωπο. Και όταν αυτό το θύμα αποκτά την ελευθερία του, οι συνάνθρωποί του φοβούνται. Γιατί το «κακό» δεν έχει πια τόπο να προβάλλεται. Και αν ο δαιμονισμένος, δεν μένει αλυσοδεμένος και μακριά μας, άραγε ποιοι κίνδυνοι μας απειλούν;
Και ζητούν από τον Ιησού «απελθείν απ αυτών». Να φύγει μακριά από τα όριά τους.
Ο δε δαιμονισμένος παρακαλεί να παραμείνει κοντά στον Χριστό. Όμως, Εκείνος τον διατάζει «υπόστρεφε εις τον οίκο σου, και διηγού όσα εποίησε σοι ο Θεός».
Οι Γαδαρηνοί διώχνουν τον Ιησού, πέρα από τα όρια τους αλλά ο Ιησούς στέλνει τον άνθρωπο πίσω εις τον οίκον του. Για να ζήσει. Να ομολογήσει. Μέσα στα παλιά του όρια. Στον οίκο του. Αλλά τώρα να κηρύξει «όσα εποίησεν αυτώ ο Ιησούς».
Άπειρη είναι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο.
Και η κάθε συνάντηση μας μαζί Του μια ευκαιρία για ελευθερία. Από την «λεγεώνα» των δαιμονίων που μας κρατούν δεμένους με αλύσους και χειροπέδες. Που μας οδηγούν στα μνήματα ή που μας γεμίζουν φόβους, τέτοιους φόβους που να λέμε «απελθείν αφ υμών». Που να αγαπάμε τους χοίρους μας, περισσότερο από τους αδελφούς μας. Και να ζούμε στα όρια μας, τα περιορισμένα μας όρια, με φόβο.
Βέβαια έρχεται κάποια στιγμή που οι χοίροι μας κατακρημνίζονται και πνίγονται. Και οι αποδιοπομπαίοι σωφρονίζονται.
Αν μείνουμε στην σκλήρυνση μας;
Τότε, «αυτός εμβάς εις το πλοίον υπέστρεψεν».
Ο Κύριος, μας αφήνει.
Επιστρέφει.

Βίος του Αγίου Δημητρίου.

 

 Ο Μεγαλομάρτυς Άγιος Δημήτριος, γεννήθηκε και έζησε στη Θεσσαλονίκη στα χρόνια των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού (284-304) και Μαξιμιανού (286-305), σε μια εποχή εξαιρετικά δύσκολη για την Εκκλησία, διότι στα χρόνια αυτά είχαν ξεσπάσει οι φοβερότεροι διωγμοί κατά των Χριστιανών, όπου ολόκληρα νέφη μαρτύρων έχυσαν το αίμα τους για την πίστη τους στο Χριστό.

Από τους πιστούς γονείς του κληρονόμησε βαθιά ευσέβεια. Αυτό τον έκανε να γίνει ένας ένθερμος χριστιανός νέος, στολισμένος με τις αρετές και τα χαρίσματα που απορρέουν από τη χριστιανική ζωή. Η αξιόλογη μόρφωσή του τον ανέδειξε και δάσκαλο της χριστιανικής πίστης. Οι γνώσεις του και προπαντός το λαμπρό του παράδειγμα έλκυε πλήθος ειδωλολατρών στη σώζουσα πίστη του Χριστού.

Ως έφηβος κλήθηκε να υπηρετήσει στο ρωμαϊκό στρατό. Θεώρησε όμως καθήκον του να κάνει γνωστό στο νέο περιβάλλον το Σωτήρα Χριστό, ως τον αληθινό Θεό. Ο ενθουσιασμός του και το λαμπρό παράδειγμά του μετέστρεψαν πλήθος στρατιωτών στη νέα πίστη.

Αυτό όμως δεν κράτησε πολύ. Το ρωμαϊκό κράτος και ιδιαίτερα ο ρωμαϊκός στρατός, έτρεφε φοβερό μίσος κατά του Χριστιανισμού. Κατά χιλιάδες συλλαμβάνονταν οι χριστιανοί και οδηγούνταν στα μαρτύρια. Ο φημισμένος Δημήτριος δε θα μπορούσε να μείνει κρυφός. Με την επίσκεψη του φοβερού Μαξιμιανού στη Θεσσαλονίκη, ήταν από τους πρώτους που συνελήφθη. Αφού ομολόγησε με θάρρος την πίστη του στο Χριστό, κλείστηκε στις φυλακές και περίμενε με καρτερία το μαρτύριο.

Ο υπερφίαλος και αλαζονικός αυτοκράτορας έφερε μαζί του έναν φοβερό γιγαντόσωμο και κακούργο στρατιώτη τον Λυαίο, ο οποίος καυχιόταν πως οι «θεοί» του είχαν δώσει ανίκητη δύναμη ώστε να νικά κάθε μη πιστό της ειδωλολατρίας. Επιδεικτικά ο Μαξιμιανός οργάνωσε στο στάδιο της πόλης αγώνες, καλώντας όλους όσοι ήθελαν να πολεμήσουν μαζί του, με σκοπό να μειώσει το Θεό των Χριστιανών στα μάτια του ειδωλολατρικού όχλου. Φόβος και τρόμος κατέλαβε τους θεσσαλονικείς, διότι πίστευαν ότι δεν θα έβγαιναν ζωντανοί από τα χέρια του γίγαντα ειδωλολάτρη. Ένας όμως πιστός νέος από τον κύκλο του Δημητρίου, ονόματι Νέστωρ, θεώρησε μεγάλη προσβολή την πρόκληση των μισαλλόδοξων ειδωλολατρών και αποφάσισε να παλέψει με τον Λυαίο. Πρώτα όμως έσπευσε στη φυλακή να συμβουλευθεί το Δημήτριο κα να ενδυναμωθεί από αυτόν. Ο Νέστωρ πήρε μεγάλο θάρρος, πήγε στο στάδιο, αντιπαρατάχτηκε με τον αλαζονικό Λυαίο και με την επίκληση «Θεέ Δημητρίου βοήθει μοι» τον θανάτωσε, προς μεγάλη απογοήτευση και καταισχύνη του ειδωλολατρικού όχλου και ανείπωτη χαρά των Χριστιανών.

Ο φοβερός Μαξιμιανός καταντροπιάστηκε από το γεγονός αυτό. Δεν περίμενε ένας αδύναμος νέος να σκοτώσει το καύχημά του, τον γίγαντα Λυαίο. Το γεγονός αυτό τον εξαγρίωσε και τον έστρεψε κατά του δέσμιου Δημητρίου. Έδωσε διαταγή να μεταβεί ένα απόσπασμα στρατιωτών στις φυλακές, να κατατρυπήσουν το δέσμιο Δημήτριο με τις λόγχες τους, ώστε να υποστεί αργό και βασανιστικό θάνατο. Ο άγιος υπέμεινε με πρωτοφανές θάρρος το μαρτύριο, συγχωρώντας τους δημίους του και δοξολογώντας το Θεό. Ο ένδοξος Μεγαλομάρτυς Δημήτριος παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Κύριο, λαβαίνοντας τον τιμημένο και αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου. Κατόπιν αποκεφάλισαν και τον άγιο Νέστορα. Το τίμιο λείψανό του, όπως και του αγίου Νέστορα, τα παρέλαβαν οι πιστοί με μεγάλη ευλάβεια, όπως ταιριάζει σε ήρωες της πίστης του Χριστού και τα ενταφίασαν με τιμές.

Ο Άγιος Δημήτριος και μετά το θάνατό του ευεργετούσε τους θεσσαλονικείς με άπειρα θαύματα. Κάποιος συγκρατούμενος του Αγίου ονόματι Λούπος, κατά την ώρα του μαρτυρίου, έβαψε το δακτυλίδι του μάρτυρα στο τίμιο αίμα του, με το οποίο κατόπιν έκανε πολλά θαύματα. Αλλά συνελήφθη και αυτός και υπέστη μαρτυρικό θάνατο. Ο τάφος του αγίου Δημητρίου ανέβλυζε πολύτιμο μύρο, θεραπεύοντας πλήθος ασθενών, ακόμα και ειδωλολάτρες, οι οποίοι γινόταν κατόπιν ένθερμοι Χριστιανοί. Ο άγιος και νεκρός ακόμα συνέχιζε να μεταστρέφει ανθρώπους στο Χριστό!

Επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, όταν σταμάτησαν οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας, οι πιστοί της Θεσσαλονίκης έκτισαν ναό στον τόπο του μαρτυρίου του αγίου και τον ανακήρυξαν προστάτη της πόλης τους. Αργότερα τον 5ο αιώνα κατεδαφίστηκε ο παλιός ναός και στη θέση του κτίστηκε μεγαλόπρεπη βασιλική, η οποία δεσπόζει μέχρι σήμερα στην συμπρωτεύουσα και μέσα σ’ αυτή φυλάσσονταν τα θαυματουργά λείψανά του. Αυτά όμως αργότερα, την εποχή της Φραγκοκρατίας, τα άρπαξαν οι αιρετικοί παπικοί Φράγκοι και τα μετέφεραν στη Δύση, προς μεγάλη λύπη των πιστών της Θεσσαλονίκης και όλων των Ορθοδόξων. Μόνο το κενό μνημείο του αγίου έμεινε στα υπόγεια του μεγαλόπρεπου ναού, για παρηγοριά των πιστών. Ευτυχώς όμως πριν λίγα χρόνια, η παπική «εκκλησία» επέστρεψε στην πόλη του αγίου την τίμια κάρα του, η οποία φυλάσσεται στο ναό του, ως το πολυτιμότερο σέβασμα της πόλεως.

Η μνήμη του Αγίου Δημητρίου εορτάζεται στις 26 Οκτωβρίου και του αγίου Νέστορα την επομένη ημέρα. Οι Θεσσαλονικείς, όπως και όλοι οι όπου γης ορθόδοξοι, τιμούν όπως ταιριάζει τον προστάτη και πολιούχο τους και εκείνος ανταποκρίνεται. Δεν είναι βεβαίως τυχαίο πως η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης έγινε στις 26 Οκτωβρίου 1912, ημέρα της μνήμης του!

 

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

Ερωτήσεις για το θάνατο.

 

Θυμάμαι που σε μια από τις πρωινές «αναμετρήσεις» μας έκανα στον π. Αλέξανδρο πολλές ερωτήσεις για το θάνατο: Τι συμβαίνει μετά από τρεις μέρες; Γιατί είναι σημαντική η ένατη μέρα ;Τι είναι το καθαρτήριο; Τι ισχύει για την τελική κρίση; Και άλλα τέτοια. Εκνευριζόμουν όλο και πιο πολύ με το αδιέξοδο στο οποίο οδηγούσαν όλες αυτές οι ερωτήσεις, μα ο Αλέξανδρος γύρισε και μου είπε πολύ σοβαρά: «Λιάνα, μην προσπαθείς να δεις πέρα από τον ορίζοντα!» και συνέχιζε παραθέτοντας από την πρώτη προς Κορινθίους επιστολή του αποστόλου Παύλου: « εκείνα που έχει ετοιμάσει ο Θεός από καταβολής κόσμου δια τους αγαπώντας Αυτόν είναι τέτοια, τα οποία μάτι δεν είδε ποτέ και αυτί δεν έχει ακούσει και ανθρώπινος νους δεν έχει φαντασθεί».

Πόσες φορές τον άκουσα να αναφέρει αυτό το απόσπασμα με πλήρη πίστη, εμπιστοσύνη και ελπίδα! Παρόλο που ήταν διανοούμενος, ξέρω πόσο αληθινά απλή και άμεση ήταν η πίστη του. Εκείνη η φράση, «Μην προσπαθείς να δεις πέρα από τον ορίζοντα», εννοεί πως ένα απλό σκίρτημα πίστης και εμπιστοσύνης στο έλεος του Κυρίου, που δεν το αξίζουμε, θα μας επιτρέψει να φτάσουμε τη Βασιλεία: « Κύριε, καλόν στιν ημάς ώδε είναι» (Κύριε καλά είναι να μείνουμε εδώ) Ματθ. 17,4.

 

** Τζουλιάνα Σμέμαν ▪︎ Το ταξίδι μου με τον π. Αλέξανδρο • Εκδόσεις Ακρίτας

 

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2025

Κυριακή τρίτη εκ του κατά Λουκά.

 

«Ως δε ήγγισε τη πύλη της πόλεως, και ιδού εξεκομίζετο τεθνηκώς, υιός μονογενής τη μητρί αυτού..» και η μητέρα ήταν χήρα «και ιδών αυτήν ο Κύριος εσπλαχνίσθη επ αυτή..»

Ο Χριστός εκείνη την ημέρα έφθανε έξω από μια πόλη, την Ναίν και στη πύλη της πόλεως συναντήθηκε με μια κηδεία. Είχε πεθάνει ένας νέος άνθρωπος.

Προσέξατε όμως αδελφοί μου, η ευαγγελική περικοπή μας λέγει ότι ιδών ο Κύριος εσπλαχνίσθη επ’ αυτή. Δηλαδή για τη μητέρα. Για εκείνη που έμενε και όχι για τον νεανία που είχε πεθάνει.

Δεν είναι ο θάνατος του νεανία που συγκινεί τον Κύριο, αλλά είναι ο πόνος της χήρας που μένει μόνη. Με αυτή την ανθρώπινη θλίψη έρχεται να συναντηθεί σήμερα ο Χριστός μας. Με την ανθρώπινη αδυναμία μπροστά στο θάνατο. Με τους δεσμούς που δένουν όλους εμάς μεταξύ μας. Και όλοι όσοι ακολουθούν την σορό, αυτή τη θλίψη συνοδεύουν.

«Μη κλαίε» είπε στη γυναίκα και στον υιό της, «σοι λέγω, εγέρθητι».

Μόνο για να πάψει το πόνο της μητέρας, ο Χριστός διατάζει την επιστροφή του νεανίσκου. Γιατί γνωρίζει πόσο δύσκολο μας είναι να αποχωριστούμε τους δικούς μας. Πόσο δύσκολο μας είναι να καταλάβουμε το νόημα της ύπαρξής μας μέσα στο κόσμο του Θεού. Μέσα στην αγάπη ενός Θεού που ορίζει αυτό το όριο. «Σοι λέγω, εγέρθητι». Με αυτό το «σοι λέγω» αναφέρεται, προς τον άνθρωπο πρόσωπο προς πρόσωπο, προς κάποιον που διατηρεί το σοι, που έχει υπόσταση, που ζει και μπορεί να απαντήσει. Το καλεί το νεανία όπως θα καλέσει και το Λάζαρο, προσωπικά.

Για να δείξει αυτό το τόσο σημαντικό στοιχείο της σχέσης μας με τη ζωή. Τη διατήρηση της υπόστασης του προσώπου και πέρα από το κατώφλι του θανάτου. Από την εδώ ζωή στην άλλη. Και προσέξατε, η συνάντηση αυτή γίνεται στη πύλη. Δηλαδή σε ένα άλλο κατώφλι. Σε ένα συγκεκριμένο τόπο, έξω της πόλεως.

Και «έλαβε δε φόβος πάντας..» και «εδόξασαν τον Θεό».

Η θλίψη και ο πόνος έδωσαν τη θέση τους στο φόβο. Το γεγονός τους ξεπερνούσε αλλά εδόξασαν τον Θεό γιατί κατάλαβαν ότι είναι επίσκεψη Θεού αυτό που συνέβη.

Ενός Θεού που στέκει εκεί στο κατώφλι περιμένοντας. Που συναντά τη θλίψη, το πόνο και το κλάμα εκείνων που μένουν, με ευσπλαχνία.

Αλλά προσέξατε αδελφοί. Ευσπλαχνίσθη επ αυτή ο Ιησούς.

Για αυτήν που έμενε.

Και όχι για εκείνον που τόσο νέος άφηνε τη πόλη.

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2025

Άγιος Λογγίνος ο Εκατόνταρχος.

 

Ο στρατιώτης που βρισκόταν κάτω από το σταυρό και εκέντησε με τη λόγχη του την πλευρά του Χριστού μας και καθώς εκείνος παρέδωσε το πνεύμα Του, φοβισμένος, ψιθύρισε» Αληθώς Θεού Υιός ην ούτος».

Ο Άγιος Λογγίνος έζησε επί Τιβερίου. Καταγόταν από την Καππαδοκία και υπηρετούσε στο ρωμαϊκό στρατό ως εκατόνταρχος, υπό τις διαταγές του Ποντίου Πιλάτου, ηγεμόνος της Ιουδαίας. Έλαβε διαταγή να εκτελέσει μαζί με τους, άνδρες του την απόφαση του Πιλάτου, πού οδήγησε στο άγιο Πάθος του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και να φυλάξουν τον τάφο, από φόβο μήπως οι μαθητές κλέψουν το σώμα και διαδώσουν ότι ο Χριστός ανέστη. Έτσι λοιπόν ο Λογγίνος είδε ως αυτόπτης μάρτυρας όλα τα θαυμαστά σημεία πού συνόδευσαν το Πάθος του Κυρίου: τη γη πού εσείσθη, το σκότος πού απλώθηκε πάνω στη γη, το καταπέτασμα του Ναού πού σχίσθηκε στα δύο από άνω έως κάτω, τις πέτρες πού εσχίσθησαν, τα μνημεία πού ανεώχθησαν και τα πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων πού ηγέρθησαν και εμφανίσθηκαν σε πολλούς. Βλέποντας αυτά τα θαυμάσια, άνοιξαν οι οφθαλμοί της καρδιάς του και ο εκατόνταρχος αναφώνησε: Αληθώς Υιός Θεού ην ούτος! (Ματθ. 27, 54 Μάρκ. 15, 39).

Όταν την τρίτη ημέρα, οι φύλακες του μνημείου έγιναν μάρτυρες της εμφανίσεως του αγγέλου στις μυροφόρες γυναίκες, τους κατέλαβε τρόμος σφοδρός και έμειναν σαν νεκροί. Κάποιοι απ’ αυτούς πήγαν στους αρχιερείς και ανέφεραν τα γεγονότα. Συνεδρίασαν οι αρχιερείς μετά των πρεσβυτέρων και αποφάσισαν να δώσουν στον Λογγίνο και στους στρατιώτες του παχυλή αμοιβή ώστε να διαδώσουν ότι ήλθαν τη νύκτα οι μαθητές και έκλεψαν το σώμα, ενόσω οι φύλακες κοιμούνταν. Φωτισθέντες όμως από το φως της πίστεως στην Ανάσταση του Κυρίου, ο εκατόνταρχος και δύο στρατιώτες αρνήθηκαν τα αργύρια. Τότε παραιτήθηκε ο Λογγίνος από το αξίωμα του εκατοντάρχου και το στράτευμα, και επέστρεψε στην πατρίδα του την Καππαδοκία για να μεταδώσει το ευαγγέλιο κατά μίμηση των αγίων Αποστόλων. Το πληροφορήθηκε ο Πιλάτος και, παρακινημένος από τα αργύρια και τα δώρα των Ιουδαίων πού διψούσαν για εκδίκηση, έστειλε στον αυτοκράτορα Τιβέριο επιστολή καταγγέλλοντας τον Λογγίνο.

Κατά θεία πρόνοια, οι στρατιώτες πού έστειλε ο Τιβέριος στην Καππαδοκία για να βρουν τον πρώην εκατόνταρχο, σταμάτησαν δίχως να το ξέρουν στο σπίτι όπου είχε καταλύσει ο Λογγίνος. Του ζήτησαν να τους παράσχει κατάλυμα και πληροφορίες για τον εκατόνταρχο, τον οποίο δεν είχαν δει ποτέ τους.

Ο άγιος τους υποδέχθηκε ο ίδιος με τον φιλόξενο τρόπο που διακρίνει τους μαθητές του Χριστού. Κατά τη διάρκεια της συζητήσεως του φανέρωσαν τον πραγματικό τους σκοπό. Άφατη χαρά ένιωσε ο Λογγίνος μαθαίνοντας το νέο και περιποιήθηκε ακόμα περισσότερο τους φιλοξενουμένους του. Τους εγκατέστησε άνετα στο σπίτι και γαλήνιος πήγε να ετοιμάσει τον τάφο και όλα τα αναγκαία για την κηδεία του. Πήγε μετά και βρήκε τους δύο συντρόφους του, πού είχαν φύγει μαζί του από την Παλαιστίνη, και τους έπεισε να προσέλθουν από κοινού στο μαρτύριο.

Επέστρεψε κατόπιν στους φιλοξενουμένους του και τους αποκάλυψε πώς ήταν ο Λογγίνος, εκείνος τον οποίο ζητούσαν να θανατώσουν. Οι απεσταλμένοι του αυτοκράτορος έμειναν άναυδοι μπροστά στο θάρρος του αγίου και βαθύτατη θλίψη ένιωσαν στην ιδέα ότι θα έπρεπε να θανατώσουν εκείνον ο οποίος τους παρείχε τόσο πλουσιοπάροχη φιλοξενία. Ο άγιος όμως τους ικέτευε να μη χρονοτριβούν και να πράξουν το καθήκον τους, ώστε ο ίδιος και οι σύντροφοί του να συναντήσουν και να συνευφρανθούν με τον Κύριο και Αφέντη τους. Με βαριά καρδιά, οι απεσταλμένοι του αυτοκράτορος αποκεφάλισαν τους τρεις μαθητές του Χριστού και έστειλαν την κεφαλή του Λογγίνου στα Ιεροσόλυμα, ώστε ο Πιλάτος και οι Ιουδαίοι να βεβαιωθούν για τη θανάτωσή του. Την κάρα του αγίου την έριξαν σ’ έναν λάκκο με κοπριά στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ.

Κι έτυχε εκείνο τον καιρό, κάποιας γυναίκας χήρας από την Καππαδοκία με τ’ όνομα Άννα, να πάθουν τα μάτια της και να τυφλωθεί. Καιρό πολύ γύριζε στους γιατρούς, στην Καισάρεια και σε άλλες πολιτείες, χωρίς να δει κανένα όφελος. Τότε σκέφθηκε να πάει στα Ιεροσόλυμα, να προσκυνήσει τα Άγια μέρη και τον Τάφο εκείνο, πού γι’ αυτόν ο γλυκόλογος άνθρωπος, πού λεγόταν Λογγίνος, είχε μιλήσει κάποτε στα πλήθη της Καππαδοκίας, σπέρνοντας στην ψυχή τους την αλήθεια. Εκεί να ζητήσει το έλεος του Θεού, για τα τυφλωμένα μάτια της. Πήρε λοιπόν τον μοναχογιό της και κίνησε κατεβαίνοντας από τα βουνά κατά τους κάμπους και πήγε το παιδί, κρατώντας την από το χέρι, έως τα Ιεροσόλυμα. Και φθάνοντας στα Άγια χώματα, ο γιός της χήρας έπεσε άρρωστος και σε λίγες μέρες πέθανε. Έκλαιγε η τυφλή γυναίκα κι έχυνε δάκρυα, συντριμμένη από την θλίψη. «Γιατί, έλεγε, τώρα έχασα για δεύτερη φορά το φως των ματιών μου;» Κι ήτανε απαρηγόρητη και θρηνούσε ολομόναχη ανάμεσα στα τείχη της Ιερουσαλήμ, σαν σε έρημο.

Και να, στη νύχτα της δυστυχίας της, ξαφνικά της φανερώνεται ο Άγιος Λογγίνος και την παρηγορεί:

– Χαροκαμένη μητέρα, μην κλαις, της είπε με καλοσύνη. Θα σου δείξω πού βρίσκεται ο μοναχογιός σου, στη δόξα του Κυρίου, και θα ξαναβρείς το φως των ματιών σου. Θυμήσου όσα μίλησα κάποτε για το Χριστό το Σωτήρα μας, για τα Πάθη και την Ανάστασή του, πού είδα με τα μάτια μου. Και μάθε, πώς ο γιος σου βρίσκεται κοντά στον Ιησού. Και μάθε ακόμα, πώς οι εχθροί της αλήθειας με κυνηγήσανε και με αφανίσανε μαζί με τους συντρόφους μου, και η κεφαλή μου είναι πεταμένη στα σκουπίδια, έξω από τα τείχη. Πήγαινε να τη βρεις. Κι αφού τη βρεις, θα φέξει πάλι η μέρα για σένα και τα μάτια σου θα δούνε.

Έπεσε το σκοτάδι και το όραμα χάθηκε. Η γυναίκα σηκώθηκε από κει πού καθότανε, και ταραγμένη, κίνησε γεμάτη ελπίδα κατά πού βασιλεύει ο ήλιος και έρχονταν ο θαλασσινός αέρας με τη μυρουδιά των σκουπιδιών. Και παρακάλαγε τους περαστικούς να τη βοηθήσουνε και να την πάνε στο μέρος όπου η πολιτεία αφήνει τις ακαθαρσίες της. «Οδηγείστε με όπου είναι τα πολλά σκουπίδια», έλεγε, κι εξηγούσε στους ανθρώπους το μέρος όπου της φανερώθηκε το όραμα.

Φθάνοντας εκεί ψηλάφησε το μέρος και το αναγνώρισε, κι άρχισε να ανασκαλεύει με τα χέρια. Κι όταν ένιωσε κάτω από τα δάκτυλά της εκείνο πού ζήταγε, μεμιάς σκόρπισε η καταχνιά, και στου ήλιου το φως είδε την κεφαλή του γλυκόλογου απόστολου της Καππαδοκίας.

Με δάκρυα χαράς, δόξασε τότε το Θεό και παίρνοντας στα χέρια την κεφαλή του Εκατόνταρχου, την ασπάσθηκε και την έφερε στο σπίτι της. Εκεί την έπλυνε, την άλειψε με μύρο, κι ένιωθε μέσα της ουράνια χαρά.

Την άλλη μέρα η χήρα, είδε πάλι τον Άγιο Λογγίνο λουσμένο στο φως, με ιμάτια λαμπερά και κρατώντας από το χέρι το μοναχογιό της, ντυμένο με ρούχα γιορτινά κι ο Άγιος τον αγκάλιασε και το παιδί χαμογέλασε ευτυχισμένο. «Βλέπεις γυναίκα, είπε στο όραμα, πού βρίσκεται ο γιος σου; Χαίρε, γιατί εδώ είναι η αιώνια βασιλεία. Σήκω. Βάλε την κεφαλή και το λείψανο του γιου σου στην ίδια κάσα και πήγαινέ τα στον τόπο όπου κήρυξα το λόγο του Κυρίου».

Βιαστικά σηκώθηκε η γυναίκα κι έκανε όπως της είπε ο Άγιος. Και παίρνοντας σε μια κάσα το άψυχο κορμί του παιδιού της και την κεφαλή του Εκατόνταρχου, πορεύτηκε στην πατρίδα της, περ’ απ’ τα βουνά, και κει έθαψε τα λείψανα σε τόπο γαλήνης κι ανάπαυσης, κοντά στο σπιτικό της.

Η μνήμη του Αγίου Λογγίνου και των δύο στρατιωτών, που μαρτύρησαν μαζί του, εορτάζεται στις 16 Οκτωβρίου.

 

 

 

 

 

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2025

Άνθρωποι χαράς και δοξολογίας!!!

 

Ο Χριστιανός δεν είναι ο άνθρωπος που φοβάται τη ζωή, είναι ο άνθρωπος που χαίρεται τη ζωή! Η Θεία Λειτουργία, η Θεία Ευχαριστία, που είναι το Α και το Ω της ζωής μας, τι είναι; Είναι η προσπάθεια ο άνθρωπος να ζήσει ευχαριστιακά, δοξολογικά! Δεν αρνείται την ύλη· τη μεταμορφώνει σε σχέση με τον Θεό. Οπότε κι εμείς μπορούμε τα πάντα να τα μεταμορφώσουμε σε σχέση με τον Θεό!

Κάποτε είχα πει κάτι πάνω σε αυτά, σε μια ομιλία, και με ρώτησε μια κοπέλα από το ακροατήριο: «Είπατε ότι ο Άγιος Πορφύριος έλεγε ότι να τα χαίρεστε όλα· και τη θάλασσα και το μπάνιο και αυτά. Μα δεν πρέπει να προσέχουμε από αυτούς τους πειρασμούς;». 

Ναι. Αλλά το πρόβλημα κατά την ορθόδοξη θεολογία, όπως πολύ ωραία τα λέει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, είναι η προαίρεση και η θέληση του ανθρώπου. Δεν είναι τα πράγματα κακά από μόνα τους· είναι το πως εμείς τα προσεγγίζουμε. Η ζωή δεν είναι κακή, εμείς την παραμορφώνουμε, εμείς την παραχαράσσουμε, εμείς την κάνουμε κόλαση! Τα δημιουργήματα του Θεού δεν είναι κακά, είναι το πως εμείς τα χρησιμοποιούμε, το πως εμείς τα βλέπουμε. 

Το θέμα, λοιπόν, είναι εμείς να μπορέσουμε να τα δούμε ως χαρά και ευλογία. Για να ζήσεις την πνευματική ζωή δεν είναι ανάγκη να φύγεις από τον κόσμο. Είναι ανάγκη να μεταμορφώσεις τον κόσμο, να τον δεις «εν ετέρα μορφή», με άλλη ματιά, με άλλη κατανόηση, με άλλη σύνθεση. Να τον δεις «κατά Θεόν». Αυτό, όμως, δεν είναι ανάγκη να σε βγάλει έξω από τον κόσμο για να το κάνεις και να σου δημιουργήσει μια νεύρωση και έναν εγκλεισμό εσωτερικής κατάρρευσης. 

Και αυτό το βλέπουμε στους μεγάλους αγίους. Εγώ αγαπάω πάρα πολύ τον Άγιο Πορφύριο, του έχω μεγάλη αδυναμία! Δεν ξέρω αν αυτός μου έχει βέβαια, αλλά εγώ του έχω! Ήταν ο Άγιος που άλλαξε τη ζωή μου, διότι είναι ο άνθρωπος της χαράς, του φωτός... Και αυτός χαιρόταν τα πάντα. Φοβερά κείμενα για τα δάση, για τις θάλασσες, τους ανθρώπους, με τα ανθρώπινα πρόσωπα, από την απλή χειραψία ενός ανθρώπου, ας πούμε, μέχρι τη θεία Λειτουργία, μέχρι τα πάντα! Αυτό άλλωστε είναι και η Λειτουργία... 

Να μάθουμε ξανά αυτό που έχουμε ξεχάσει, να είμαστε ευχαριστιακοί, δοξολογικοί άνθρωποι. Να λέμε «Δόξα σοι ο Θεός!». Δεν το λέμε αυτό το πράγμα!..... Να είμαστε άνθρωποι χαράς!

 

Π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος. Από το βιβλίο του «Ότι λάμπει δεν είναι Χριστός", εκδόσεις "Αρχονταρίκι"

 

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2025

Κυριακή τετάρτη εκ του κατά Λουκά.

  

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ.


«..Εξήλθεν ο σπείρων του σπείραι τον σπόρον αυτού…».

Υπάρχει μια απίστευτη ομορφιά στις λέξεις αυτές, μια μοναδική, ολόκληρη αλήθεια, μια ενότητα.

Όλα έρχονται από τον Θεό, όλα προ-έρχονται από τον Θεό.

Η κίνηση. Η ενέργεια. Η θέληση.

Είναι ο «σπείρων» αλλά είναι και ο «σπόρος αυτού». Είναι Αυτός που εξέρχεται. Είναι Αυτός που ενεργεί.

Εμείς είμαστε κάτω από αυτήν την ενέργεια, την θέληση, την κίνηση. Είμαστε άλλοτε ένας δρόμος, δίχως όρια, δίχως φύλαξη, ακόμα και τα πετεινά του ουρανού, σκέψεις φευγαλέες, ριπές του ανέμου, κλέβουν τον Λόγο του Θεού από τις καρδιές μας, μας κατατρών σκέψεις, ο νους μας πετάει διασκορπίζεται, ο σπόρος που είναι για εμάς γίνεται τροφή στα πετεινά του ουρανού και του νου μας, φεύγει μακριά.

Εμείς είμαστε σαν την πέτρα, λίγο φυτρώνει, λίγο μας συγκινεί, αλλά, δια το μη έχειν ικμάδα, ξηραίνεται.

Είμαστε, αφήσαμε να γεμίσει η ψυχή μας άκανθες, στοιχεία ξένα, γεμάτη η ζωή μας συνήθειες και έξεις κακές. Συμβιώσεις που μας πνίγουν, παρουσίες που ψηλώνουν δίπλα μας και μέσα μας, ψηλότερα από εμάς τους ίδιους τελικά και όταν ζει μέσα μας ο Λόγος του Θεού, αυτά τα αγκάθια «ζουν» πιο έντονα, μέσα μας, δίπλα μας και μας πνίγουν πια και αποπνίγουν και τον Λόγο του Θεού, τον Λόγο της ύπαρξης μας.

Και όμως…… είμαστε, όταν, χωρίς όλα αυτά, κατά φύσιν γη αγαθή….. Αυτήν τη γη έπλασε ο Θεός και αυτή η γη, καρποφορεί κατά χάριν, καρπόν εκατονταπλασίονα, τόσο πολύ και πολύ…..αυτή την δυνατότητα μας έδωσε……εκατονταπλασίονα….!

Είμαστε γη αγαθή, αδελφοί μου. Αλλά όχι μόνον αυτό, είμαστε αυτοί που έχουν την δυνατότητα να πολλαπλασιάσουμε αυτό που λαμβάνουμε, εκατό φορές πιο πολύ, αυτό είναι το μεγάλο δώρο του Θεού, η μεγάλη μας δυνατότητα. Ο σκοπός μας.

 Είμαστε κι΄ εμείς δημιουργοί. Που δημιουργούμε αυτό που ο Θεός δίνει έτι περισσότερο.

Εξέρχεται η ενέργεια του Θεού και προς τα πάντα και τους πάντες και τον ακούμε και χαιρόμαστε.

Σήμερα, εδώ μέσα, κάθε Κυριακή, χαιρόμαστε αυτόν τον Λόγο.

Ας ακούσουμε, αδελφοί και ας δούμε. Την θέση μας…., πού είμαστε….. πού στεκόμαστε….παρά την οδόν…..; πάνω σε πέτρες και γίναμε και εμείς σαν τις πέτρες; Ρίζες δεν έχουμε; Ποιούς έχουμε δίπλα μας και γύρω μας, ακάνθους που συμπνίγουν την Ζωή μας, μέριμνες για πλούτο, ηδονές του βίου, τίποτα δεν τελεσφορούμε….

Ο Σπείρων όμως, εξήλθε και σήμερα, αδελφοί μου, να σπείρει τον σπόρον Αυτού.

Ο σπόρος αυτός είναι ήδη μέσα στη καρδιά μας…. από πριν…..από καταβολής κόσμου, απ’ όταν μας έφτιαξε ο Θεός, γη αγαθή και καλή.

Κατέχουμε τον σπόρο, ας ακούσουμε και σήμερα τον Λόγο του Θεού με υπομονή….. όπως η γη γύρω μας, αξίζει ο κόπος.

Καλή υπομονή, αδελφοί μου.

 


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Εκ του κατά Λουκά

 

 «..Εξήλθεν ο σπείρων τον σπόρον αυτού».

Όμως εμάς μας συνάντησε «παρά την οδόν», να περπατάμε σε δρόμους που επιλέξαμε, να έχουμε στόχους, να φανταζόμαστε κάποιαν αφετηρία απ’ όπου ξεκινήσαμε κι ακόμα περισσότερο να φανταζόμαστε ότι έχουμε κάποιον προορισμό, μορφή και σχήμα της δικής μας επίσης φαντασίας. Πάμε προς τα εκεί που μας οδηγούν οι σκέψεις μας….. Αυτές οι σκέψεις μας είναι τα πετεινά του ουρανού που μας κατατρώγουν, που κατατρώγουν, δηλαδή, την ουσία μας, Τον σπόρο, το Λόγο του Θεού που είναι μέσα μας, εκεί όπου Τον έσπερε ο Σπορέας από καταβολής κόσμου.

Αυτές μας οι σκέψεις, οι λογισμοί, όσο βαδίζουμε στο δρόμο που χαράξαμε, μας γεμίζουν…… παράπονα, κρίσεις και κατακρίσεις, μας σκληραίνουν και ο Λόγος Του Θεού ξηραίνεται, από την πέτρα που επιτρέψαμε να σχηματιστεί μέσα μας. Και αφήσαμε, να φυτρώσουν άκανθες, σαν άκανθες, όλες αυτές οι αρνητικές εμπειρίες και τα βιώματα, είναι άκανθες που υπερισχύουν του αγαθού που είμαστε.

Και όλα αυτά, γιατί αντί να είμαστε αγρός, χωράφι εύφορο, πρόσφορο, ορισμένο σταθερά στο σκοπό του, επιλέξαμε εντελώς επιπόλαια, τον δρόμο. Όλο κάπου πάμε, από κάπου ερχόμαστε και συνεχώς προς τα κάπου πάμε, αλλά δεν φθάνουμε. Δρόμος πετρώδης, ακανθώδης δοσμένος σε μια μάταιη κίνηση, ενώ, η γη η ακίνητη, δέχεται, μόνο δέχεται και τον Σπόρο και Τον Σπορέα και εύκολα, ποιεί εκαντοταπλασίονα.

Ας δούμε πού έχουμε σκληρύνει σαν την πέτρα, ας δούμε ποια αγκάθια μας συμπνίγουν, τι και ποιοι μας πνίγουν, εμείς ποιους συμπνίγουμε, πού;

για να βλαστήσει ο σπόρος- Λόγος Του Θεού, μέσα και από μέσα από αυτό που όντως είμαστε: Η γη η αγαθή…..όμως, ας βγούμε έστω και για λίγο από το δρόμο μας,…..των ψευδαισθήσεων των μάταιων σχεδίων……

Αυτό που μας έχει δοθεί, αυτό που έσπειρε ο Σπείρων τον σπόρον Αυτού, είναι σίγουρα…….καλλίτερο.

Καλή Μετά-νοια

 

  

 

 

 

 

 

 

Του Αγίου Ευγνώμονος Ληστού.


Ήταν ο ληστής που κρεμόταν πάνω στον Σταυρό, μόλις λίγα μέτρα μακριά από το Σταυρό του Χριστού μας, πάνω στον Γολγοθά. Ο Κύριός μας συσταυρώθηκε με δύο κακούργους, εγκληματίες,  ώστε να πληρωθεί το ρηθν υπό του Αγου Προφήτου Ησαου, ότι ο Μεσσας «ν τος ανμοις λογσθη». Ο ευγνώμων ληστής, ήταν συσταυρωμένος μαζί με έναν ακόμη ληστή πιθανόν συνεργό του. Ο άλλος ληστής όμως, ο αμετανόητος, ελοιδώρησε τον Κύριο λέγοντας «Ε σ εί ο Χριστς, σσον σεαυτν και ημάς!». Δεν μετάνιωσε ούτε  την τελευταία στιγμή της ζωής του. Ακόμη και τότε δεν συναισθάνθηκε την πνευματική κατάσταση που βρισκόταν.
Σε αντίθεση με τον αμετανόητο ληστή, ο ευγνώμον ληστής, που σήμερα εορτάζουμε τη μνήμη του, βαθιά μετανιωμένος πάνω στο σταυρό , απευθύνθηκε στον αμετανόητο ληστή αρχικά λέγοντάς του, «Οδ φοβ σ τν Θεν, ότι εν τω αυτώ κρματι ε; κα μες μν δικαως· άξια γρ ν πρξαμεν απολαμβνομεν· οτος δ, οδν άτοπον έπραξε». Ομολόγησε τον Χριστό ως Θεό, με συντριβή, με μετάνοια, με αγάπη, με παρρησία, με προσμονή. Μετά γύρισε  και είπε προς τον Θεάνθρωπο Χριστό, «Μνσθητ μου, Κριε, όταν έλθεις ν τη Βασιλείᾳ Σου!».
Ο Κύριός μας, ανταποκρίθηκε άμεσα στην ειλικρινή μεταμέλειά του, «Αμν λγω σοι, σμερον μετ᾿ μου σ εν τω παραδεσω». Έτσι , ο ευγνώμον ληστής ήταν ο πρώτος άγιος που πέρασε τις θύρες του Παράδεισου. Δεν χρειάσθηκαν εις αυτόν χρόνια ασκήσεως, δάκρυα και προσευχές· μόνον η ειλικρινής του μετάνοια και η ομολογία της θεότητας του Χριστού, κατά την στιγμή της άκρας Ταπεινώσεως Του, ήταν αρκετή για να παράσχει σε αυτόν την απόλαυση των αιώνιων αγαθών.
Οι Ευαγγελιστές δεν μας έχουν διασώσει το όνομά ή την καταγωγή του. Αγνοούμε τα πάντα γι’ αυτόν! Οι Πατέρες και οι υμνογράφοι της Εκκλησίας μας τον εγκωμιάζουν ανώνυμα και τον προβάλλουν ως παράδειγμα! Οι αγιογράφοι τον παριστάνουν εντός του Παραδείσου κουβαλώντας στην πλάτη το σταυρό του και γύρω από το φωτοστέφανο σημειώνουν: «Ο Άγιος Ληστής»! Ήταν ο «κακούργος» κι έγινε Άγιος, πρώτος πολίτης του Παραδείσου!
Ο Ευγνώμον ληστής ήταν μέλος συμμορίας που δρούσε στην ύπαιθρο. Λήστευε τους περαστικούς. Δεν ήταν ένας επαναστάτης που αγωνιζόταν ενάντια στη ρωμαϊκή κυριαρχία, τέτοιος ήταν ο Βαραββάς. Ήταν ένας κακοποιός! Στο ενεργητικό του είχε φόνους και ληστείες. Ο ίδιος ομολόγησε πως είχε διαπράξει σωρό άτοπα και απρεπή. Όμως στη ζωή του, και ειδικά την ύστατη στιγμή ξεφύτρωσε μέσα του ο φόβος του Θεού, η μετάνοια! Πίστεψε στη μέλλουσα ζωή! Πιθανότατα να είχε ιουδαϊκή καταγωγή, γιατί αναγνώρισε τη μεσσιανική ιδιότητα του Ιησού και γνώριζε την προφητεία του Ησαΐα, πως ο Μεσσίας θα ανάσταινε τους άξιους Ισραηλίτες, για να λάβουν μέρος μαζί με τους Πατριάρχες στη μεσσιανική πανήγυρη, γι’ αυτό ζήτησε από τον εσταυρωμένο Χριστό να τον συγχωρήσει. Κι Εκείνος απλόχερα χάρισε στον αφυδατωμένο από την αιμορραγία και πνιγμένο στην αμαρτία ληστή τη συμπάθεια και την αιωνιότητα!
Τι στάθηκε, αλήθεια, ικανό να μεταστρέψει την πονηρή διάθεση του ληστή, αφού δεν ήταν παρών σε νεκραναστάσεις και σε θαύματα του Ιησού; Αυτή την ώρα εμπρός του είχε έναν Ιησού εγκαταλελειμμένο, εξευτελισμένο, σταυρωμένο, πικραμένο. Έναν Ιησού φαινομενικά αδύναμο. Τι τον εντυπωσίασε;
Κάτω από τους τρεις σταυρούς έβλεπε ένα πλήθος να βρίζει και να περιγελά το σταυρωμένο Δάσκαλο της Γαλιλαίας κι ενώ περίμενε να δει σ’ Αυτόν έστω έναν ελάχιστο θυμό, Τον άκουσε να λέει: «Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν», « Πατέρα συγχώρησέ τους, διότι δεν ξέρουν τι κάνουν»!
Στο άκουσμα αυτό, ο ληστής συγκλονίστηκε. Συγχωρά ο διπλανός του, που δεν έχει κάνει τίποτα το κακό σε αντίθεση με εαυτό του καθώς και τον άλλον ληστή που έχουν κάνει απίστευτα και αμέτρητα κακά. Συγχωρά Αυτός που έχει θεραπεύσει πλήθος ασθενών, έχει ταΐσει πλήθη πεινασμένων, έχει αναστήσει νεκρούς, έχει κάνει αναρίθμητα άλλα θαύματα που πιθανώς είχε ακούσει αλλά δεν είχε δει,  τους σταυρωτές του. Συγχωρά αυτούς που προηγουμένως Τον είχαν μαστιγώσει, Τον είχαν φραγγελώσει, Τον είχαν χτυπήσει, Τον είχαν φτύσει, Τον είχαν κοροϊδέψει και περιγελάσει, αυτούς που Τον γύμνωσαν, Τον πότισαν χολή και ξύδι, αυτούς που Του φόρεσαν το ακάνθινο στεφάνι, τους συγχωρεί και αναλογίζεται ο ευγνώμων ληστής,  Ο Ιησούς έχει αγάπη, κι αν συγχωρεί τους σταυρωτές Του, άραγε  θα συγχωρήσει και θ’ αποδεχθεί κι εμένα, όποιος κι αν είμαι, ότι κι αν έχω διαπράξει, γιατί μετανιώνω με συντριβή για όλα αυτά που έκαμα. Μετανιώνω για όλα και ζητώ το Έλεος Του.  Και δε λάθεψε σ’ αυτό, δεν διαψεύστηκε ο ληστής.
Ο ληστής εξομολογήθηκε από καρδιάς πάνω στο σταυρό. Μετάνιωσε με συντριβή καρδιάς. Κατηγόρησε τον εαυτό του. Ομολόγησε τις αμαρτίες του. Δεν προέβαλε δικαιολογίες. Πεθύμησε την αιωνιότητα και την ζήτησε από τον Κύριο. Κι ο Θεός της αγάπης και της συγγνώμης, ο Ιησούς, ξεψυχώντας ως άνθρωπος, ως Θεός πήρε για συνοδό Του στη Βασιλεία Του ένα κακούργο! Ο κακούργος ληστής «αυθημερόν» στον Παράδεισο! Η μετάνοιά του, έγινε το εισιτήριο του για τη Βασιλεία των Ουρανών!
Ο βίος του Αγίου Πορφυρίου επισκόπου Γάζης, μας διασώζει το θαύμα του Αγίου ευγνώμονος ληστού. Περιγράφει ο άγιος Πορφύριος επίσκοπος Γάζης. Όταν ασκήτευε στα  μέρη του Ιορδνου, αρρώστησε βαρει· η ασθένεια του ήταν κρρωσις του ήπατος, με συνεχή λεπτότατο πυρετό. Τον μετάφεραν, κατόπιν παρακλήσεως του, στα Ιεροσόλυμα, όπου δεν σταματούσε, παρά την βαριά ασθένεια του, να επισκέπτεται τοις άγιους Τόπους, κυρτωμένος, επειδή δεν του ήταν δυνατόν να ορθώσει το παράστημα του, αλλά ακουμπώντας σε ραβδί.. Ο μαθητής και βιογράφος του Μάρκος, όταν επέστρεψε μετά από ένα ταξίδι του στην Θεσσαλονίκη, ευρήκε τον Άγιο υγιέστατο και με το πρόσωπο του ροδοκόκκινο.
Στην απορία του, άγιος Πορφύριος του απάντησε, χαμογελώντας. Μην απορείς, αδελφέ Μάρκε, που με βρήκες υγιή και εύρωστο, αλλά μάθε την αιτία της αποκατάστασης της υγείας μου, και τότε να υπερθαυμάσεις την ανείπωτη φιλανθρωπία του Χριστού. Πώς δηλαδή εκείνα για τα οποία έχουν χάσει κάθε ελπίδα οι άνθρωποι βρίσκουν θεραπεία κοντά Του». Και εγώ τον παρακαλούσα να μου φανερώσει την αιτία της ίασης του και πώς εξαφανίστηκε μια τέτοια πάθηση. Αυτός τότε μου αποκρίθηκε: «πριν από σαράντα περίπου ημέρες, ενώ βρισκόμουν στην αγρυπνία της Αγίας Κυριακής , με έπιασε ένας φοβερός πόνος στο συκώτι και μη μπορώντας να υποφέρω τον πόνο, πήγα και ξάπλωσα κοντά στο Άγιο Κρανίο , και από την πολλή οδύνη, έπεσα σαν σε έκσταση. Και βλέπω τον Σωτήρα καρφωμένο στον Σταυρό και τον ένα από τους Ληστές κρεμασμένο μαζί Του σε άλλο σταυρό και αρχίζω να φωνάζω και να ψελλίζω τους λόγους του Ληστή· «μνσθητ μου, Κύριε, όταν έλθεις εν τη  Βασιλεία Σου».
Τότε αποκρίθηκε Σωτήρας και λέει στον κρεμασμένο Ληστή, «κατέβα από τον σταυρό και σώσε εκείνον τον ξαπλωμένο, όπως ακριβώς σώθηκες και συ». Και ο Ληστής, αφού κατέβηκε από τον σταυρό, με αγκάλιασε και με καταφίλησε και απλώνοντας το δεξί του χέρι, με ανασήκωσε, λέοντας· «έλα προς τον Σωτήρα». Και αμέσως, σηκώθηκα και έτρεξα προς Αυτόν και Τον βλέπω να έχει κατεβεί από τον Σταυρό και να μου λέγει· «πάρε αυτό το Ξύλο και φύλαξέ το». Και αφού πήρα το ίδιο Τίμιο Ξύλο και το βάσταξα, αμέσως ήλθα στα συγκαλά μου από την έκσταση· και από εκείνη την ώρα πια δεν ξανααισθάνθηκα οδύνη, ούτε το σημάδι της αρρώστιας μου καν φαίνεται»
Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί. Ας προβληματιστούμε όλοι μας σκεπτόμενοι το πως η μετάνοια ανοίγει τις θήρες του Παραδείσου. Ας προσπαθήσουμε και εμείς από καρδιάς μας να βιώσουμε την μετάνοια του Ευγνώμονος Ληστού, που πρώτος μετά το Χριστό μας εισήλθε στον Παράδεισο, και μέσω της ιεράς εξομολογήσεως να  αποπλύνουμε τα κρίματα της ψυχής μας, μικρά και μεγάλα. Το έχουμε όλοι μας επιτακτική ανάγκη. Πως μπορώ να πλησιάσω στη Θεία Κοινωνία με ανεξομολόγητη καρδιά, με καρδία που βρίθει κριμάτων μικρών και μεγάλων, με καρδιά που μοιάζει με σπήλαιο ληστών.
Άλλωστε τίποτα δεν υπάρχει που να μην συγχωρεί ο Ύψιστος, η Θεία Αγάπη Του όλους μας χωράει, κανέναν μας δεν θέλει να χάσει. Ένα μόνο πράγμα δεν συγχωρεί ο Θεός, την αμετανοησία. Η αμετανοησία είναι βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος.
Ας μετανιώσουμε αδελφοί μου για τις αμαρτίες μας, πραγματικά με συντριβή, ας εξομολογηθούμε, και ας αναφωνήσουμε από καρδιάς μας την προσευχή του ληστού, «Μνσθητ μου, Κριε, όταν έλθεις εν τη Βασιλεία Σου»!!! Και ο Χριστός μας θα είναι δίπλα , στον καθένα από εμάς για να μας ακούσει και να μας πάρει όταν έλθει η ώρα μαζί Του, στην Βασιλεία των Ουρανών.