Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2025

Η ψυχή σου εξομοιώνεται με όσα κάνεις!!!

 

H ψυχή σου εξομοιώνεται με όσα κάνεις, παίρνει τη μορφή και το σχήμα των πράξεών σου.

Η εμφάνισή σου, το ντύσιμο, το βάδισμα και ο τρόπος που κάθεσαι, όπως και το φαγητό σου, το κρεβάτι, το σπίτι και τα έπιπλα του σπιτιού, όλα να είναι απλά. Και τα λόγια και το τραγούδι και η παρέα με το φίλο, κι αυτά να τείνουν στο μέτρο κι όχι στην υπερβολή.

Μην κάνεις επίδειξη με περίτεχνα λόγια, ούτε με κορώνες στο τραγούδι, μην κάνεις διαλέξεις αλαζονικές και βαρυσήμαντες, μα απ’ όλα να αφαιρείς την υπερβολή.

Να είσαι καλός με το φίλο, μαλακός με τον υφιστάμενο, ανεξίκακος με τους θρασείς, φιλάνθρωπος με τους περιφρονημένους.

Να παρηγορείς όσους ταλαιπωρούνται, να επισκέπτεσαι όσους υποφέρουν, να συζητάς με γλυκύτητα, να απαντάς με χαμόγελο, να είσαι προσιτός σε όλους. Ούτε να πλέκεις εγκώμια του εαυτού σου, ούτε να παρακινείς τους άλλους να σου πλέκουν, και να μη συμφωνείς με λόγο υπερήφανο, καλύπτοντας όσο μπορείς τα προτερήματά σου.

Όσο για τα λάθη σου, πρώτος εσύ να κατηγορείς τον εαυτό σου, και να μην περιμένεις να σε διορθώσουν οι άλλοι […]

Με των άλλων τα λάθη να μην είσαι αυστηρός και να μην κάνεις παρατηρήσεις γρήγορα και θυμωμένα, ούτε να τους καταδικάζεις για μικροπράγματα, σαν να είσαι εσύ απόλυτα σωστός.

Αντίθετα, να στηρίζεις ψυχολογικά όσους έσφαλαν και να τους καθοδηγείς πνευματικά. Και να κάνεις τόση προσπάθεια για να αποφύγεις τη δόξα των ανθρώπων όση κάνουν άλλοι για να την αποκτήσουν. Μη ζημιώνεσαι λοιπόν θέλοντας να φαίνεσαι στους ανθρώπους.

Ο πραγματικός, ο μεγάλος θεατής είναι ο Θεός. Στρέψε σ’ Αυτόν τη φιλοδοξία σου. Δίνει λαμπρό μισθό. Ή μήπως απέκτησες κάποιο αξίωμα, και οι άνθρωποι σε ακολουθούν και σε χειροκροτούν;

Να γίνεις ίσος με αυτούς που διοικείς, γιατί, όπως λέει η Καινή Διαθήκη, «μην καταδυναστεύετε αυτούς που ποιμαίνετε», και μην τους εξουσιάζετε, όπως κάνουν οι ηγέτες στον κόσμο. Γιατί όποιος θέλει να είναι πρώτος πρέπει να γίνει δούλος όλων, έτσι όρισε ο Κύριος. Και γενικά, να κυνηγάς την ταπεινοφροσύνη σαν να ήσουν ερωτευμένος μαζί της. «Αγάπησέ την και θα σε δοξάσει». Έτσι θα βρεις το δρόμο για την αληθινή δόξα, τη δόξα που δίνει ο Θεός.

Κι ο Χριστός θα σε παρουσιάσει, για μαθητή Του, στους αγγέλους και θα σου δώσει δόξα, αν μιμηθείς την ταπεινοφροσύνη Του, Εκείνου που λέει: «Διδαχθείτε από το δικό μου παράδειγμα γιατί είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά και οι ψυχές σας θα βρουν ξεκούραση».

Άγιος Βασίλειος ο Μέγας:

Από το βιβλίο «Μικρή φιλοκαλία της καρδιάς»

 

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2025

Ζήλος και Θέληση: Δύο ισχυρές της ψυχής δυνάμεις.

 

Ένα ατέλειωτο ταξίδι είναι η ζωή μας. Κι όλο ταξιδεύ­ουμε κόντρα στο ρεύμα και στ' αφρισμένα τα κύματα. Όλο πολεμάμε και αγωνιζόμαστε. Αλλοίμονο αν έλειπε ο ενθουσιασμός!

Πολύ σοφά ο Θεός ζύμωσε τον άνθρωπο με την κίνηση και τον αγώ­να. «Έθετο αυτόν εν τω παραδείσω της τρυφής, εργάζεσθαι αυτόν και φυλάσσειν» (Γεν. Β', 15). Με ζήλο πρέπει να μελετήσει ο μαθητής για να μορφωθεί.

Με ενθουσιασμό ο τεχνίτης εργάζεται για να αποδώσει στην εργασία του, και ο επιστήμονας για να επιτύ­χει, και ο γεωργός για να απολαύσει τούς καρπούς των κόπων του. Με ενθουσιασμό και ο Ιεραπόστολος φεύ­γει μακριά για να μεταφέρει στις ψυχές το ευαγγέλιο του Χριστού. Ο ενθουσιασμός με­ταφράζεται σε αγάπη και αφοσί­ωση, σε ολόψυχο δόσιμο για κά­ποια ιδέα για κάποιο ιδανικό. Έτσι δούλεψαν όλοι οι μεγάλοι άντρες για να δώσουν κάτι αξιόλογο στην ανθρωπότητα. «Άρκεί εις άνθρωπος ζήλω ηεπυρωμένος, ολόκληρον  διορθώσασθαι δήμον». λέει ο Ιερός Χρυσόστομος. Αρκεί να υπάρχει η φλόγα του ενθουσιασμού στην καρδιά, και όλα μπορούν να γίνουν κατορθωτά. Ζήλος και θέληση είναι οι δύο ισχυρές της ψυχής δυνάμεις, που μπορούν τα αδύνατα να τα κά­νουν δυνατά. Είναι δύο αλληλένδετες δυνάμεις. Είναι η πιο εκλεκτή «καύσιμος ύλη» για την εκτόξευση των ωραιότερων εμπνεύσεων. Εάν όμως ο ενθουσιασμός χρειάζεται τόσο πολύ στη ζωή του ανθρώπου, τόσο πιο ασύγκριτα του απαιτεί η ψυχή για τον αγώνα της αρετής!

Όχι μόνο να μη σβήσει η φωτιά, αλλά πρέπει πιότερο να φουντώ­σει: «Τω πνεύματι ζέοντες, τω Κυρίω δουλεύοντες», λέει ο φωτοδότης Απόστολος, ο Παύλος (Ρωμ. ιβ', 11).

Οι εσωτερικές πνευματικές δυνάμεις, να είναι γεμάτες από θερμή αφοσίωση και πάντοτε ζεστές από τη φλόγα του Πνεύματος «Ζέοντες» [...] «Τη ψυχή  διάπυροι περί τας  εντολάς του Θεού», σημειώνει ο Ζηγαβηνός. Και ο Θεοδώρητος προ­σθέτει: «ζέειν ημάς κελεύει τω πνεύματι και θερμόν έχει περί τα θεία τον ηόθον» .Ο άνθρωπος του Θεού έχει πάντα ξεχειλισμένο τον ενθουσιασμό στην καρδιά του. Όπου βαδίζει, όπου βρί­σκεται, μεταδίδει παλμό, φωτιά, χαρά, ζωή. Αγωνίζεται για το καθάρισμα της ψυχής. Εκριζώνει τα ζιζάνια. Νεκρώνει τα πάθη. Οι χριστιανοί πρέπει με όλη τους την καρδιά να ποθούν την άσκηση του αγαθού, και να μην επιχειρούν το έργο αυτό με χαλαρότη­τα και αδιαφορία. Πρέπει να δείχνουν την ίδια προθυμία και τον ίδιο ζήλο πά­ντοτε, μένοντας στα­θεροί μέχρι τέλους.

 «Επιθυμούμεν δε έκαστον υμών την αυτήν ενδείκνυσθαι σπουδήν προς την πληροφορίαν της ελπίδος άχρι τέλους, ίνα μη νω­θροί γένησθε», λέει ο Απόστολος Παύλος (Εβρ. στ', 11-12).

Ο Χριστιανός δεν μπορεί να μέ­νει ψυχρός, δυσκίνητος, οκνηρός προς το αγαθό. Ούτε χλιαρός και αδιάφορος. [...]

Πόσο ζηλωτές είναι πάντα οι Άγιοι του Θεού άνθρωποι! Από την Π. Διαθήκη έχουμε μεγάλα πρότυπα για μίμηση. Πατριάρχες,

προφήτες, βασιλιάδες! Ακοίμητοι φρουροί της ψυχής! Ιδιαίτερα ξεχω­ρίζει ο πύρινος προφήτης, ο Ηλίας ο Θεσβίτης. Νιώθει τόσο σφοδρή την αγάπη του στον Θεό των ποτέ­ρων του, ώστε έχει το προφητικό θάρρος να λέει στον Ίδιο τον Κύριο: «Ζηλών εζήλωκα τω Κυρίω παντοκράτορι» (Γ Βασ. Ιθ' 1α). Το ίδιο και ο τραγουδιστής του Θεού, ο προφήτης Δαβίδ, έψαλλε: «Έξέτηξέ με ο ζήλος σου». Ο πόθος μου για τη δόξα Σου, Κύριε, είναι τόσο θερμός, που με κάνει να λιώ­νω σαν το κερί στη φωτιά. Σε άλλη πάλι περίπτωση ο ίδιος έλεγε: «Ο ζήλος του οίκου σου κατέφαγέ με». Ο ζήλος δηλαδή για τον οίκο Σου, με έχει πυρπολήσει και με έχει μεταβάλει σε ζωντανό ολοκαύτω­μα. Πάνω όμως από τους προφήτες και τους αποστόλους και τος μάρτυρες, στέκεται το αιώνιο παράδειγμα του Ιησού Χριστού. Με την φλόγα του ουρανού πόθησε να μεταδώ­σει το άγιο Του Ευαγ­γέλιο. Κάποια μέρα που οι μαθητές Τον προσκάλεσαν για να πάρει λίγη τρο­φή, τους είπε: «Εμόν βρωμά εστίν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με και τε­λειώσω αυτού το έργο». Κα! άλλοτε τους είχε δηλώσει ότι «έμέ δει έργάζεσθαι... έως ημέρα εστί». Έτσι τον Ιησού ακολούθησε αναρίθμητη στρατιά φλογερών ψυχών με έντονο το ενθουσιαστικό στοιχείο στη ζωή τους. Από τον Ανδρέα τον Πρωτό­κλητο ως το μικρό κατηχητόπουλο των ημερών μας, που μάχεται για την αγάπη του Χριστού.

Εάν ψάξουμε στη ζωή μας, θα δούμε πως ο Θεός έδωσε στον κα­θένα μας διάφορα χαρίσματα. Σε όλους όμως έδωσε το χάρισμα του χρόνου. Είναι ένα πολύτιμο κεφά­λαιο, που το έχουμε όλοι μας. Εάν το αξιοποιήσουμε σωστά, τότε κερ­δίζουμε τη βασιλεία του Θεού. Γι' αυτό και ο χρόνος της ζωής μας είναι πολύτιμος. Παράλληλα όμως είναι και λιγοστός. Όμως όσο λιγότερο διαρκεί ένα πράγμα, τόσο μεγαλύ­τερη είναι η αξία του. [...]

Για τους πνευματικούς αγώνες της ζωής μας προετοιμάζει ο Απόστολος Παύλος. Να έχουμε, θέλει, ορθάνοιχτα τα μάτια της ψυχής, άγρυπνοι και πάντοτε έτοιμοι με την πανοπλία του Θεού μαζί μας.

Δεν μπορεί μπροστά στις ποικίλες μεθοδείες του πονηρού εμείς να μένουμε άοπλοι, αργοί, με σκου­ριασμένα τα πνευματικά μας όπλα.

 Αυθεντική πνευματική ζωή σημαίνει συνεχής αγώνας. Οι ραγδαίες μά­λιστα αλλαγές που συντελούνται καθημερινά σήμερα, μας ωθούν σε μια ουσιαστικότερη συνειδητοποίη­ση αυτού του «αόρατου πολέμου». Ένας άγιος γέροντας, άνθρωπος λί­γων γραμμάτων, αλλά μεγάλων χα­ρισμάτων, όταν έβγαινε από το κελί του και ερχόταν καμιά φορά στην πρωτεύουσα τον ρώταγαν: «Τί κά­νεις, γέροντα;» Εκείνος απαντούσε σταθερά: «Πολεμάω!»...

Οι χριστιανοί είναι στρατιώτες που πολεμούν ανάμεσα σε μύριους επικίνδυνους εχθρούς. Η ζωή τους είναι ζωή πάλης και μάχης, γι' αυτό και δεν πρέπει ποτέ να παραμένουν γυμνοί και ανυπεράσπιστοι, αλλά να φέρουν μέρα και νύχτα τον οπλισμό του φωτός. Είναι πάντα ετοιμοπόλε­μοι, τα δε όπλα της στρατείας τους, είναι «δυνατά προς καθαίρεση οχυρωμάτων», όπως λέει ο μεγάλος του πνεύματος οπλίτης, ο Παύλος. Τον αγώνα τον αναλαμβάνουν με ενθουσιασμό και αισιοδοξία και πι­στεύουν ακράδαντα στη μυριοπόθητη νίκη. Ο ενθουσιασμός, άλλωστε, είναι το μπαρούτι της μάχης και το μυστικό του θριάμβου.

Είναι πύρωμα και φωτιά, ο ενθουσιασμός. Είναι παλμός και αγώνας και δράση. Είναι κίνηση και δημιουργία. Είναι κατάχτηση και πολιτισμός. [...]

Πρέπει με δρα­στηριότητα να εργα­στούμε για τον κα­ταρτισμό της ψυχής μας. Να εκτελούμε πιστά όλα τα θρη­σκευτικά μας καθή­κοντα. Να μας καίει η φωτιά της αγάπης και των καλών έργων. Να παρηγορούμε και να ευεργετούμε. Να εργαζόμαστε ιεραπο­στολικά προς όλες τις κατευθύνσεις. Να έχουμε ζήλο και ενθουσιασμό.

Στο βιβλίο της «Φιλοκαλίας» αναφέρεται ένας λόγος κάποιου νηπτικού πατέρα. Λέει, εάν ένας άνθρωπος έρθει σε επαφή μαζί μας και μας σπρώξει, τότε θα αισθανθούμε την ύπαρξή του από το άγγιγμα και το σπρώξιμο.

Ας σκεφθούμε τί γίνεται όταν έρθουμε σε επαφή με τον Θεό. Η μετάληψη του σώματος και του αίματος του Χριστού μας δίνει αυτή τη δυνατότητα. Καταλαβαίνουμε την επίσκεψη του Θεού μέσα μας. Νοιώ­θουμε την ένωσή μας μαζί Του. Έτσι θα έχουμε τον άγιο και θείο ενθου­σιασμό, τη φωτιά που οδηγεί προς τη νίκη!

Ζήλος και θέληση, δύο ισχυρές της ψυχής δυνάμεις! 


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΣΑΚΙΡΗ

Θεολόγος.

                    ·

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2025

Άγιος Νικηφόρος ο Λεπρός; Το θαυμαστό υπόδειγμα της υπομονής.

 

Γεννήθηκε το έτος 1890 σε ένα ορεινό χωριό των Χανίων Κρήτης, το Σηρικάρι από φτωχούς, αλλά ευλαβής γονείς, οι οποίοι στάλαξαν από νήπιο ακόμη την ευσέβεια και την σώζουσα πίστη στο Θεό. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Νικόλαος και το επώνυμό του Τζανακάκης. Δυστυχώς, ενώ ήταν ακόμη παιδί, έχασε τους γονείς τους και απόμεινε να ζει με τον υπέργηρο και ανήμπορο παππού του. Εκείνος μη μπορώντας να τον συντηρήσει, τον έστειλε, στην τρυφερή ακόμα ηλικία των 13 ετών, στα Χανιά, σε κάποιο κουρείο να εργαστεί και να μάθει την τέχνη του κουρέα.

Ο νεαρός Νικόλαος επέδειξε ήθος, τιμιότητα, ευγένεια και υπακοή στο αφεντικό του, ο οποίος τον αγάπησε σαν παιδί του. Επίσης τον αγαπούσαν όλοι στη χανιώτικη εκείνη γειτονιά, για την ευγενή και κοινωνική του συμπεριφορά, την εξυπνάδα του και τον θαύμαζαν για την ασυνήθιστη ομορφιά του.

Αλλά η σωματική του ομορφιά δεν κράτησε για πολύ, διότι κάποια στιγμή προσβλήθηκε από τη φοβερή και αγιάτρευτη, για την εποχή εκείνη, λοιμώδη νόσο της λέπρας (νόσος Χάνσεν, όπως είναι γνωστή, στη ιατρική ορολογία), η οποία ήταν τότε σε έξαρση στο νησί της Κρήτης. Ας σημειωθεί πως η τρομερή αυτή νόσος ήταν μεταδοτική και προσέβαλε το δέρμα και τους ιστούς του σώματος, προκαλώντας νέκρωση, σήψη και παραμόρφωση του σώματος. Ταυτόχρονα προκαλούσε  φοβερό αίσθημα κνησμού και πόνων από τις βαθιές και αφορμισμένες  πληγές, οι οποίες δεν έκλειναν. Η λέπρα θεωρούνταν από τα πανάρχαια χρόνια ως «κατάρα του Θεού» και οι λεπροί στιγματίζονταν ως «καταραμένοι άνθρωποι». Για να μη μεταδώσουν τη νόσο και στους άλλους, είτε τους έδιωχναν στις ερήμους, όπως έκαναν οι Εβραίοι (Λουκ.17,12-19), είτε τους απομόνωναν σε ειδικές εγκαταστάσεις, όπου περνούσαν απομονωμένοι, το υπόλοιπο της τραγικής ζωής τους. Αυτά βεβαίως ως το 1947 όταν ο ιατρός Χάνσεν ανακάλυψε το φάρμακο κατά της λέπρας, σώζοντας χιλιάδες ανθρώπους από αυτή την τρομερή αρρώστια, το μαρτύριο και το θάνατο.

Ο Νικόλαος λοιπόν ήταν ένας από τους άτυχους ανθρώπους. Στα 16 του χρόνια προσβλήθηκε από τη λέπρα και συνειδητοποίησε ότι θα περνούσε την υπόλοιπη ζωή του με φρικτές ταλαιπωρίες. Φυσικό ήταν να τον διώξει το αφεντικό του από το κουρείο, όταν κατάλαβε το πρόβλημά του για να μην μολυνθεί ο ίδιος και οι πελάτες του. Οι Κρητικοί είχαν δημιουργήσει κάποιες εγκαταστάσεις στο νησί Σπιναλόγκα, απέναντι από το Ηράκλειο, για να απομονώνουν εκεί τους λεπρούς και να τους προσφέρουν στοιχειώδη βοήθεια. Αλλά οι συνθήκες εκεί ήταν τόσο τραγικές, ώστε το όνομα του νησιού Σπιναλόγκα είχε ταυτιστεί με την φρίκη. Όποιος οδηγούνταν και απομονώνονταν εκεί δεν έβγαινε ποτέ ζωντανός. Άφηνε τα κόκαλά του στο φρικτό εκείνο τόπο!

Έτσι ο Νικόλαος, όταν άρχισε η νόσος να εκδηλώνεται, για να αποφύγει τον βίαιο εγκλεισμό του στη Σπιναλόγκα, πήρε κάποιο πλοίο και έφυγε για την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Κατέφυγε στην ελληνική κοινότητα και ζήτησε βοήθεια. Του έδωσαν εργασία σε κουρείο, να ασκήσει την τέχνη που ήξερε. Προσπαθούσε να κρύψει όσο μπορούσε τις πληγές του να μη γίνει αντιληπτός και τον διώξουν. Αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ. Τα φοβερά σημάδια της νόσου έγιναν εμφανή και για τούτο η ελληνική κοινότητα τον οδήγησε στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας, να δώσει τη λύση εκείνος, να βρει τρόπο να τον βοηθήσει.

Με τη μεσολάβηση κάποιου αρχιερέα, τον έστειλαν στη Χίο, όπου λειτουργούσε ένα καλά οργανωμένο λωβοκομείο (λεπροκομείο). Ο Νικόλαος ήταν τότε 24 ετών. Έφτασε στο νησί και ύστερα από θλίψεις, ταλαιπωρίες και κακουχίες, τον βοήθησε ο Θεός να γνωρίσει έναν σπουδαίο  πνευματικό άνθρωπο, ο οποίος θα άλλαζε τη ζωή του. Ήταν ο άγιος Άνθιμος Βαγιάνος, (εορτάζει στις 15 Φεβρουαρίου), ο λειτουργός και πνευματικός του ιδρύματος. Ο Νικόλαος βρήκε στο πρόσωπο του αγίου κληρικού το στήριγμα, που είχε ανάγκη για να αντιμετωπίσει τα βάσανα και τους πόνους του. Εκείνος του μίλησε για τις θλίψεις στη ζωή μας, οι οποίες δεν έχουν πάντοτε αρνητική επίδραση, αλλά και θετική, διότι μας θυμίζουν τη φθαρτότητα της ανθρώπινης φύσης και γίνονται συχνά αιτία χαλύβδωσης της πίστης μας. Ο Νικόλαος άκουγε με θέρμη τα λόγια του Ανθίμου, τα οποία λειτουργούσαν στην ψυχή του σαν βάλσαμο και πνευματικό γιατρικό. Άρχισε λοιπόν να καλλιεργεί στην ψυχή του την αρετή της υπομονής, ασκούνταν να υπομένει με καρτερία το πρόβλημά του και να δοξάζει το Θεό, ο Οποίος του έδωσε αυτή τη δοκιμασία, εν τέλει, για το καλό του.

Πέρασαν δύο χρόνια και ο Νικόλαος αισθάνθηκε την ανάγκη να ασπασθεί τον μοναχισμό. Έτσι πήρε την απόφαση να γνωστοποιήσει την επιθυμία του στον πνευματικό του πατέρα. Ο Άνθιμος, αφού εξέτασε αν πραγματικά ήθελε να αλλάξει τη ζωή του με το μοναχικό σχήμα, δέχτηκε και έκαμε το δέοντα να γίνει η κουρά του, παίρνοντας το όνομα Νικηφόρος. Αμέσως άρχισε τον πνευματικό του αγώνα, με προσευχή, νηστεία, αγρυπνία, άσκηση των αρετών και αποκοπή των παθών. Παρά το γεγονός ότι η υγεία του επιδεινώνονταν συνεχώς, οι πληγές ήταν πλέον εμφανείς στο σώμα του και οι πόνοι και οι κνησμοί τον βασάνιζαν ανελέητα,  προσεύχονταν τις νύχτες και έκανε αμέτρητες μετάνοιες. Τηρούσε με ακρίβεια τις νηστείες, παρά το ότι δεν το επέτρεπε η υγεία του. Παράλληλα εργαζόταν σκληρά στους κήπους του ιδρύματος και είχε αναλάβει καθήκοντα ψάλτη στο ναΐδριο του λεπροκομείου.

Με το παράδειγμά του, την υπομονή του και τους γλυκείς και παρηγορητικούς λόγους του έδινε κουράγιο στους άλλους ασθενείς, τους οποίους υπηρετούσε και στήριζε όσο του επέτρεπαν οι δυνάμεις του. Αλλά η νόσος προχωρούσε ραγδαία. Κάποια στιγμή προσβλήθηκαν και τα μάτια του και τυφλώθηκε. Η νέα περιπέτεια δεν τον κατέβαλε. Διακονούσε με την αφή και έψαλλε από μνήμης! Η μόνη δύναμη και παρηγοριά,  που του έμεινε ήταν η θερμή, η αδιάλειπτη, η νοερά προσευχή. Όλες τις ώρες της ημέρας κινούνταν τα παραμορφωμένα χείλη του, ψελλίζοντας την ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλό»!

Το 1957 έκλεισε το λεπροκομείο της Χίου και ο άγιος Άνθιμος φρόντισε να στείλει τον Νικηφόρο στον αντιλεπρικό σταθμό Αγίας Βαρβάρας στο Αιγάλεω Αττικής. Του έδωσε δε και συστατική επιστολή προς τον εκεί υπηρετούντα κληρικό π. Ευμένιο, τονίζοντάς του να προσέξει «τον θησαυρό που του έστειλε η Παναγία, διότι είχε πολλά να ωφεληθεί από εκείνον». Ο θησαυρός ήταν ο ασθενής μοναχός Νικηφόρος! Ο π. Ευμένιος δέχτηκε με καλοσύνη τον 67χρονο τότε μοναχό Νικηφόρο, του οποίου το σώμα είχε παραμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό από τη νόσο. Η όρασή του είχε χαθεί εντελώς και το πρόσωπό του είχε αλγεινή μορφή.

Γρήγορα διαπίστωσε ο π. Ευμένιος ότι είχε να κάμει με όντως άγιο άνθρωπο. Προσπάθησε να τον στηρίξει, όμως σύντομα διαπίστωσε πως όχι μόνο δεν είχε ανάγκη τη δική του στήριξη, αλλά εκείνος είχε τη δική του! Του ζήτησε να γίνει ο πνευματικός του πατέρας!

Σύντομα διαπιστώθηκε η αγιότητά του λεπρού μοναχού Νικηφόρου. Τα χαρίσματα του Θεού, ήταν εμφανή σ’ αυτόν και η φήμη του έγινε γνωστή στην Αθήνα. Πληθώρα κόσμου έτρεχε στο ταπεινό κελί του ιδρύματος να τον γνωρίσει και να πάρει την ευχή του. Παρά την παραμόρφωση του προσώπου του, αυτό έλαμπε από ουράνια ιλαρότητα και είχε μια παράδοξη ηρεμία. Ήταν πλέον κατάκοιτος και τα άκρα του σώματός του ήταν μόνιμα αγκυλωμένα και παράλυτα. Οι πόνοι του αφόρητοι, οι κνησμοί ανυπόφοροι και πυκνό σκοτάδι σκέπαζε τα βλέφαρά του. Όμως όλα αυτά δεν τον εμπόδιζαν να υποδέχεται τους επισκέπτες του και να τους δίνει συμβουλές και κουράγιο στα δικά τους προβλήματα! Τους συμβούλευε να υπομένουν τις θλίψεις της ζωής, διότι εν τέλει αυτές λειτουργούν ευεργετικά για την πνευματική μας πρόοδο και προκοπή! Δίδασκε με το προσωπικό του παράδειγμα την υπομονή και την πίστη στην πρόνοια του Θεού!

Στις 4 Ιανουαρίου του 1964, σε ηλικία 74 ετών, τον κάλεσε ο Θεός κοντά Του. Τον πήρε στα υπερουράνια δώματά Του, για να τον αναπαύσει στους αιώνες των αιώνων. Να τον ανταμείψει για την υπομονή του και την εμπιστοσύνη του στη δική Του πρόνοια. Κηδεύτηκε στον Ιερό Ναό Αγίων Αναργύρων και ετάφη στο εκεί κοιμητήριο. Όταν έγινε εκταφή του σκηνώματός του τα χαριτόβρυτα οστά του ευωδίαζαν, σαφές δείγμα της αγιότητάς του. Δεν είναι λίγες οι μαρτυρίες για επιτέλεση θαυμάτων. Ο πιστός λαός αποφάνθηκε ενωρίς για την αγιότητά του. Η τυπική αγιοκατάταξή του έγινε τον Δεκέμβριο του 2012 και ορίστηκε να τιμάται η μνήμη του την 4η Ιανουαρίου, ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του.

 

 

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2025

Χριστός Ανέστη, χαρά μου!!!

 

Για μας ο θάνατος δεν είναι παρ μια αιώνια χαρά. Η Βασιλεία των  Ουρανών είναι ειρήνη και χαρά εν  Αγί Πνεύματι. Τίποτα δεν είναι καλύτερο από την ειρήνη του Χριστού

Να προσεύχεσθε αδιάκοπα. Να ευχαριστείτε τον Θεό για τα πάντα. Νάστε πάντα χαρούμενες. Μην αφήσετε να κυριευθείτε από πνεύμα απογοητεύσεως.

 «Σε ικετεύω, χαρά μου, απόκτησε το πνεύμα της ειρήνης και χιλιάδες ψυχές θα σωθούν γύρω σου».

«Οποιοσδήποτε ερχόταν στον στάρετς Σεραφείμ, ένιωθε να τον αγγίζει η θεϊκή φλόγα που υπήρχε σ᾿ αυτόν και ν᾿ αγκαλιάζει την ψυχή του».

Μιλούσε πολύ για την Ανάσταση του Χριστού. Χαιρετούσε τους επισκέπτες του με τα λόγια: «Χαρά μου, Χριστός ανέστη!». Και κάθε φορά που κοινωνούσε, απήγγελλε τον πασχαλινό κανόνα «Αναστάσεως ημέρα…».

Γνώριζε ιδιαίτερα πώς να ενθαρρύνει τους επισκέπτες του και να τους δίνει χαρά.  Η συνάντηση με τον Γέροντα ήταν αληθινή γιορτή.  Εν συντομία, ο φλογερός Σεραφείμ πυρπολούσε τους ανθρώπους με το ουράνιο πυρ και με το πνεύμα της αναγέννησης το οποίο είναι δώρο της χάριτος. Είναι δύσκολο να το συνειδητοποιήσει κανείς αυτό… Οι άνθρωποι έφευγαν από αυτόν λες και βρίσκονταν επάνω σε φτερά, ή αντίθετα, ασυνήθιστα σοβαροί, υποταγμένοι, αλλά σταθερά αποφασισμένοι να πολεμήσουν εναντίον του κακού. Ποιο ήταν το μυστικό της πνευματικής δύναμης του π. Σεραφείμ; Αυτό βρισκόταν στην διαρκή αίσθηση της Αναστάσεως και της πασχαλινής χαράς που υπερνικά τα πάντα……Συνήθως ο Αγ. Σεραφείμ χαιρετούσε τους επισκέπτες του με τον πασχάλιο χαιρετισμό. Ασπαζόμενος τους ανθρώπους οι οποίοι έρχονταν σε αυτόν , έλεγε: «Χριστός ανέστη»!

 Από το βιβλίο: «Αρχιμανδρίτου . Λαζάρου Μουρ, Ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ, Πνευματική Βιογραφία», εκδόσεις Άθως.

 

 

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2025

Ο Αληθινός Επίσκοπος.

 

Το φθινόπωρο του 371 οι ορθόδοξοι της Καππαδοκίας αποτελούσαν ένα νησάκι μέσα στον ωκεανό των αρειανών. Ο αυτοκράτωρ Ουάλης προσπαθούσε ν’ απλώσει την αίρεση του Αρείου παντού. Και τώρα πολιορκούσε ασφυκτικά την Καισάρεια, που ήταν η μητροπολιτική έδρα του Μ. Βασιλείου.
Τα άλλα κέντρα της αυτοκρατορίας υποτάχτηκαν στη θέληση του. Αυτό όμως έγινε με διωγμούς, δημεύσεις περιουσιών, βασανιστήρια, ακόμη και με θανατώσεις. Η Καππαδοκία απέμεινε τελευταίο φρούριο αντιστάσεως της Ορθοδοξίας. Ο αυτοκράτωρ έστειλε τότε εναντίον του Μ. Βασιλείου τον έπαρχο Μόδεστο. Ο Μόδεστος πήρε αρκετούς πραιτωριανούς, μπήκε στην Καισάρεια, εγκαταστάθηκε στο διοικητήριο της και διέταξε να παρουσιαστεί την επόμενη μέρα ο επίσκοπος ενώπιον του.
Ο Μ. Βασίλειος, έπειτα από μια νύχτα αγρυπνίας και φλογερής προσευχής, ξεκίνησε… Το κρύο του πρωινού περόνιαζε το ασθενικό του σώμα, η ψυχή του όμως ήταν θερμή. Βάδιζε γαλήνιος και αποφασιστικός για τη μεγάλη αναμέτρηση. Τον ακολουθούσαν αρκετοί αφοσιωμένοι πιστοί. Οι πραιτωριανοί όμως του Μοδέστου πρότειναν τα δόρατα και άφησαν να περάσει ο επίσκοπος μόνος.
Ο έπαρχος τον περίμενε με ύφος προκλητικό και απειλητικό στην επίσημη αίθουσα. Τον περιστοίχιζαν αξιωματούχοι και φρουροί. Με φωνή βαριά είπε:
-Βασίλειε, πώς τολμάς – μόνον εσύ – να εναντιώνεσαι στο θέλημα του βασιλιά; Πώς τολμάς να τον περιφρονείς; Ποιος νομίζεις ότι είσαι;
Ο άγιος δεν δείλιασε με όσα έβλεπε και άκουγε. Με απόλυτη ηρεμία ρώτησε:
-Για ποιο πράγμα με κατηγορείς; Ποιο είναι το σφάλμα μου;
-Δεν ακολουθείς την πίστη του βασιλιά. Είσαι ο μόνος ανυπότακτος.
-Ο βασιλιάς δεν έχει τη σωστή πίστη! Πιστεύει πως ο Υιός του Θεού είναι κτίσμα. Εγώ όμως προσκυνώ τον Υιό σαν Θεό.
-Τότε εμείς τί είμαστε, που ακολουθούμε τον αυτοκράτορα;
-Αιρετικοί!
Ο έπαρχος τα είχε κυριολεκτικά χαμένα. Δεν περίμενε τέτοια παρρησία από τον Μ. Βασίλειο.
-Μα δεν θέλεις να είσαι με το μέρος μας; Να μας έχεις φίλους;
-Σαν χριστιανός που είμαι, θέλω να έχω φίλους με πίστη, όχι με αξιώματα.
-Δεν φοβάσαι την εξουσία μου;
-Μα γιατί να φοβηθώ; Τί μπορείς να μου κάνεις;
-Τί μπορώ; έκανε εξαγριωμένος. Δήμευση της περιουσίας σου, εξορία, βασανιστήρια, θάνατο!
-Αυτά δεν τα φοβάμαι. Τί άλλο έχεις;
-Δεν τα φοβάσαι; Γιατί;
-Η μόνη μου περιουσία είναι λίγα τριμμένα ρούχα και κάτι παλαιά βιβλία. Γι’ αυτό δεν φοβάμαι τη δήμευση. Η εξορία πάλι δεν με τρομάζει. « Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής». Άλλωστε, σ’ αυτή τη γη είμαι πάροικος και παρεπίδημος. Όσο για τα βασανιστήρια, μάθε ότι το σώμα μου είναι πολύ ασθενικό και σύντομα θα υποκύψει. Με απειλείς τέλος με τον θάνατο; Θα μου γίνεις ευεργέτης! Αυτόν ποθώ κι εγώ, για να ενωθώ το συντομότερο με τον Θεό μου.
Ο έπαρχος έπεσε σε βαθιά συλλογή. Κατόπιν σήκωσε αργά το κεφάλι και ομολόγησε:
-Βασίλειε, κανείς επίσκοπος δεν μου μίλησε μέχρι τώρα με τόσο θάρρος.
-Ναι, γιατί ποτέ μέχρι τώρα δεν συνάντησες αληθινό επίσκοπο!
Ο Μόδεστος βρέθηκε σε δύσκολη θέση και αναγκάστηκε ν’ αφήσει τον άγιο ελεύθερο. « Μεγαλειότατε, ηττηθήκαμε!» ομολόγησε αργότερα στον αυτοκράτορα Ουάλη.

 

 Η ζωή ενός Μεγάλου, Βασίλειος Καισαρείας, Στυλιανού Παπαδόπουλου.

 

 

 

Το Νέο Έτος.

 

Είναι παλιό το έθιμο: την παραμονή του Νέου Έτους, όταν το ρολόι κτυπήσει μεσάνυχτα, σκεφτόμαστε τις επιθυμίες μας για το νέο έτος και προσπαθούμε να εισέλθουμε στο άγνωστο μέλλον μ’ ένα όνειρο, προσδοκώντας ταυτόχρονα την εκπλήρωση κάποιας αγαπητής μας επιθυμίας. Σήμερα, για άλλη μια φορά βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα νέο έτος. Τι επιθυμούμε για τους ίδιους, για τους άλλους, για τον καθένα; Ποιο είναι το τέλος όλων μας των ελπίδων; 

Η απάντηση είναι μονίμως η ίδια αιώνια λέξη: ευτυχία. Ευτυχές το Νέο Έτος! Ευτυχία για το Νέο Έτος! Η ιδιαίτερη ευτυχία που επιθυμούμε είναι φυσικά διαφορετική και προσωπική για τον καθένα, αλλά όλοι μας μετέχουμε στην κοινή πίστη πως αυτό το έτος η ευτυχία θα μάς πλησιάσει, πως μπορούμε να ελπίσουμε σ’ αυτή με προσδοκία.

Πότε όμως είναι κάποιος αληθινά ευτυχισμένος; Μετά από αιώνες εμπειρίας και γνώσης σχετικά με τον άνθρωπο, δεν μπορούμε πλέον να εξισώσουμε την ευτυχία με οποιοδήποτε εξωτερικό γνώρισμα, π.χ. χρήματα, υγεία, επιτυχία κλπ. Γνωρίζουμε πως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν ανταποκρίνεται πλήρως σ’ αυτή τη μυστηριώδη και πάντοτε φευγαλέα έννοια της ευτυχίας. Είναι σαφές πως η φυσική άνεση φέρνει ευτυχία, αλλά και άγχος. Η επιτυχία φέρνει ευτυχία, αλλά και φόβο. Είναι εκπληκτικό πως όσο περισσότερη εξωτερική ευτυχία διαθέτουμε, τόσο περισσότερο εύθραυστη γίνεται και πιο ατίθασος ο φόβος πως θα τη χάσουμε και θα μείνουμε με άδεια χέρια. Πιθανώς αυτός είναι και ο λόγος που ευχόμαστε ο ένας στον άλλο «μια νέα ευτυχία» για το Νέο Έτος. Η «παλιά» ευτυχία ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε, κάτι πάντοτε έλειπε. Τώρα όμως ατενίζουμε ξανά μπροστά μας με μια ευχή, ένα όνειρο, μια ελπίδα…

Χριστέ και Παναγία! Το ευαγγέλιο πριν από πάρα πολύ καιρό είχε καταγράψει την ιστορία ενός ανθρώπου που πλούτισε, έκτισε καινούριες αποθήκες για να αποθηκεύσει τα αγαθά του, και αποφάσισε πως πλέον είχε όλα τα αναγκαία που εγγυώντο την ευτυχία του! Είχε άνεση και μέσα. Εκείνη όμως τη νύχτα άκουσε: «άφρων, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου, α δε ητοίμασας τίνι έσται;» (Λουκ. 12, 20). Η σταδιακή συνειδητοποίηση ότι τίποτε δεν μπορεί να κρατηθεί, πως μπροστά μας βρίσκεται ο αναπόφευκτος θάνατος και η φθορά, είναι το δηλητήριο που δηλητηριάζει τη μικρή και περιορισμένη ευτυχία που διαθέτουμε. Αυτός είναι σίγουρα και ο λόγος για τη συνήθεια που έχουμε να κάνουμε τέτοιο σαματά και θόρυβο, φωνάζοντας και γελώντας, καθώς το ρολόι κτυπάει δώδεκα την παραμονή του Νέου Έτους. Φοβούμαστε να μείνουμε μόνοι και σιωπηλοί, καθώς το ρολόι κτυπάει σαν την ανελέητη φωνή της μοίρας: πρώτο κτύπημα, δεύτερο, τρίτο και συνεχίζει, τόσο αδυσώπητα, ομοιόμορφα, τόσο τρομακτικά μέχρι τέλους. Τίποτε δεν μπορεί να το αλλάξει, τίποτε να το σταματήσει.

Έτσι έχουμε δύο πολύ βαθείς και ακατάλυτους άξονες της ανθρώπινης συνείδησης: φόβος και ευτυχία, εφιάλτης και όνειρο. Η καινούρια ευτυχία που ονειρευόμαστε την παραμονή του Νέου Έτους θα μπορέσει τελικά να ηρεμήσει, να σκορπίσει και να κατανικήσει το φόβο; Ονειρευόμαστε μια ευτυχία στην οποία να μην παραμονεύει ο φόβος βαθιά μέσα της, ένας φόβος από τον οποίο προσπαθούμε πάντοτε να προφυλαχθούμε, πίνοντας, ή με το να είμαστε συνεχώς απασχολημένοι, περιβαλλόμενοι από θόρυβο. Η σιγή όμως αυτού του φόβου είναι ισχυρότερη από κάθε άλλο θόρυβο. «Άφρων»! Μάλιστα, το αθάνατο όνειρο της ευτυχίας είναι εκ φύσεως ανόητο σ’ έναν κόσμο μολυσμένο από φόβο και το θάνατο. Ακόμη και στις ανώτερες στιγμές του ανθρώπινου πολιτισμού, οι άνθρωποι το γνωρίζουν καλά. Μπορούμε να νιώσουμε τη θλίψη και τη θλιβερή αλήθεια πίσω από τα λόγια του μεγάλου ποιητή Αλέξανδρου Πούσκιν, που τόσο πολύ αγαπούσε τη ζωή, όταν έγραφε: «Δεν υπάρχει ευτυχία στον κόσμο». Όντως, μια βαθιά θλίψη διαπερνά κάθε γνήσια τέχνη. Μόνο χαμηλά, στον πάτο του ανθρώπινου πολιτισμού, τα πλήθη ξετρελαίνονται με το θόρυβο και τις φωνές, ως εάν ο θόρυβος και τα θορυβώδη πάρτι θα μπορούσαν να φέρουν την ευτυχία.

«Εν αυτώ ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων, και το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν» (Ιωάν. 1,4-5). Αυτό που υπονοεί αυτή η φράση είναι πως το φως δεν μπορεί να καταποθεί από τον φόβο και το άγχος, δεν μπορεί να σκορπισθεί από τη λύπη και την απελπισία. Να μπορούσαν οι άνθρωποι, σ’ αυτή, σ’ αυτή τη μάταιη δίψα για στιγμιαία ευτυχία, να έβρισκαν μέσα τους τη δύναμη να σταματήσουν, να σκεφτούν, να ατενίσουν τα βάθη της ζωής! Να μπορούσαν να ακούσουν τα λόγια, τη φωνή που τους καλεί αιώνια μέσα σ’ αυτά τα βάθη. Ας γνώριζαν μόνο τι είναι αληθινή ευτυχία. «Την χαράν υμών ουδείς αίρει αφ’ υμών» (Ιωάν. 16, 22). Δεν είναι αυτό που ονειρευόμαστε όταν το ρολόι κτυπήσει μεσάνυκτα; Τη χαρά που κανείς δεν μπορεί να αφαιρέσει. Πόσο σπάνια όμως φτάνουμε σε τέτοια βάθη! Πόσο τα φοβόμαστε για κάποιο λόγο και τα παραμερίζουμε: «Όχι σήμερα, αλλά αύριο, ή μεθαύριο, θα στρέψω την προσοχή στα ουσιώδη και αιώνια, μόνο, όχι σήμερα. υπάρχει καιρός».

Ο καιρός όμως στην πραγματικότητα είναι τόσο λίγος. Μόνο στιγμές περνούν πριν το βέλος του χρόνου σφυρίξει πετώντας προς το μοιραίο στόχο. Γιατί καθυστερούμε; Επειδή ακριβώς εδώ, ανάμεσά μας, δίπλα μας, στέκεται Κάποιος: «ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω» (Αποκ. 3, 20). Αν μόνο παραμερίζαμε το φόβο μας και Τον κοιτάζαμε, θα βλέπαμε ένα τέτοιο μια τέτοια χαρά, και μια τέτοια περίσσεια ζωής, που σίγουρα θα καταλαβαίναμε το νόημα αυτής της φευγαλέας και μυστηριώδους λέξης «ευτυχία».


Αλέξανδρος Σμέμαν Από το βιβλίο:  Εορτολόγιο  Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος, Εκδόσεις Ακρίτας