Δευτέρα 23 Αυγούστου 2021

Γιατί σε μένα;

 

Γιατί σε μένα, Θεέ μου; Ηχεί στα αυτιά μου αυτό το ερώτημα και αντηχεί βαθιά στην καρδιά μου. Είναι το ερώτημα κάθε γονιού που το παιδί του πάσχει ή κάθε ανθρώπου που έχει χτυπηθεί από ανίατη ασθένεια. Πώς είναι δυνατόν αυτό το ερώτημα να μεταμορφωθεί σε ομιλία, συμβουλή, γνώμη η απάντηση;… Ευλογημένα «γιατί»! Τα καθαγίασε ο Ίδιος ο Χριστός στο σταυρό: «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τί με εγκατέλειπες;». Θεέ μου, γιατί μου το έκανες αυτό; Τι σου έκανα; Δεν είμαι ο Υιός σου; Το ίδιο ακριβώς ερώτημα με το δικό μου· και έμεινε και αυτό αναπάντητο. Έμεινε αναπάντητο στα φαινόμενα. Τα γεγονότα όμως φανέρωσαν την απάντηση…

Το ερώτημα αυτό το απευθύνουμε στο Θεό, το λέμε στον εαυτό μας, το επαναλαμβάνουμε στους ανθρώπους που νιώθουμε ότι ιδιαίτερα μας αγαπούν. Το λέμε κυρίως για να εκφράσουμε το μέσα μας, το λέμε όμως και προσδοκώντας το χάδι μιας απάντησης. Ποιος όμως μπορεί να δώσει μια απάντηση; Ακόμη κι αν την ξέρει, ποιος μπορεί να μας την πει;

Το μεγάλο λάθος είναι να περιμένουμε την απάντηση απ’ έξω μας, από τους άλλους. Ποιος σοφός; Ποιος φωτισμένος; Ποιος φιλόσοφος; Ποιος ασφαλισμένος στην ορθότητα των επιχειρημάτων του ιερέας γνωρίζει την απάντηση των τόσο προσωπικών μας «γιατί»; Η απάντηση μπορεί να ανιχνευθεί μόνο μέσα μας. Όχι στις ανάλογες δήθεν περιπτώσεις, ούτε σε βαρύγδουπα βιβλία, ούτε σε συνταγές παρηγοριάς και σοφίας. Η απάντηση δεν υπάρχει κάπου, δεν την ξέρει κάποιος. Η απάντηση γεννιέται μέσα μας. Η δική μας απάντηση είναι το δώρο του Θεού.

Τελικά αυτά τα «γιατί» δεν έχουν τις απαντήσεις που η φτώχεια και η αδυναμία μας περιμένει. Στη λογική αυτή συνήθως παραμένουν αναπάντητα. Γι ̓ αυτό και ο Χριστός για το θάνατο δεν είπε παρά ελάχιστα. Απλά ο Ίδιος τον επέλεξε· και πόνεσε όσο κανένας άλλος. Και όταν αναστήθηκε, το στόμα Του έβγαλε περισσότερο πνοή και λιγότερα λόγια. Δεν είπε τίποτε για ζωή και θάνατο – μόνο προφήτευσε το μαρτύριο του Πέτρου. Ο πόνος δεν απαντιέται με επιχειρήματα. Ούτε η αδικία και ο θάνατος αντιμετωπίζονται με τη λογική. Τα προβλήματα αυτά λύνονται με το εμφύσημα και την πνοή που μόνο ο Θεός δίνει. Λύνονται με το Άγιο Πνεύμα. Ξεπερνιούνται με την ταπεινή αποδοχή του θελήματος του Θεού, που είναι τόσο αληθινό αλλά συνήθως και τόσο ακατανόητο.

Στο διάβα της, η δοκιμασία συνοδεύεται από το σφυροκόπημα των αναπάντητων ερωτημάτων. Κι εμείς, γαντζωμένοι στα «μήπως», στα «γιατί», στα «αν», συντηρούμε τις ελπίδες και αντέχουμε την επιβίωση σε αυτό τον κόσμο, προσδοκώντας κάτι σίγουρο ή κάτι σταθερό. Αυτό όμως συνήθως δεν εντοπίζεται στην προτεινόμενη από μας λύση, αλλά επικεντρώνεται στην απροσδόκητη, υπέρλογη θεϊκή παρηγοριά. Κάθε προσπάθεια αντικατάστασής της με ανθρώπινα υποκατάστατα αδικεί εμάς τους ίδιους. Κάθε περιορισμός στην ασφυκτική θηλιά των ορθολογιστικών απαντήσεων μας παγιδεύει βαθύτερα στο δράμα μας. Στο διάλογο με τον πόνο, την αδικία και το θάνατο είμαστε υποχρεωμένοι να βγούμε από τα ανθρώπινα μέτρα. Αυτή είναι όχι μόνο η έξοδος από τη δοκιμασία αλλά και η ευεργεσία της.

Νικόλαος, Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής. Άνθρωπος μεθόριος: Από τα αναπάντητα διλήμματα στα περάσματα της άλλης λογικής, 1η έκδ., Αθήνα, Εν πλω, 2005

 

 

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2021

Η Παναγία απαντάει αμέσως στην προσευχή μας.

 

Γέροντα, γιατί η Παναγία άλλοτε µου δίνει αμέσως αυτό που της ζητώ και άλλοτε όχι;

– Η Παναγία, όποτε έχουμε ανάγκη, απαντά αμέσως στην προσευχή µας όποτε δεν έχουμε, µας αφήνει, για να αποκτήσουμε λίγη παλληκαριά.

Όταν ήμουν στην Μονή Φιλοθέου, µια φορά, αμέσως μετά την αγρυπνία της Παναγίας µε έστειλε ένας Προϊστάμενος να πάω ένα γράμμα στην Μονή Ιβήρων.

Ύστερα έπρεπε να πάω κάτω στον αρσανά της μονής και να περιμένω ένα γεροντάκι που θα ερχόταν µε το καραβάκι, για να το συνοδεύσω στο μοναστήρι µας – απόσταση μιάμιση ώρα µε τα πόδια.

Ήμουν από νηστεία και από αγρυπνία. Τότε την νηστεία του Δεκαπενταύγουστου την χώριζα στα δύο μέχρι της Μεταμορφώσεως δεν έτρωγα τίποτε, την ημέρα της Μεταμορφώσεως έτρωγα, και μετά μέχρι της Παναγίας πάλι δεν έτρωγα τίποτε.

Έφυγα λοιπόν αμέσως μετά την αγρυπνία και ούτε σκέφθηκα να πάρω μαζί µου λίγο παξιμάδι. Έφθασα στην Μονή Ιβήρων, έδωσα το γράμμα  και κατέβηκα στον αρσανά, για να περιμένω το καραβάκι. Θα ερχόταν κατά τις τέσσερις το απόγευμα, αλλά αργούσε να έρθει.

Άρχισα εν τω μεταξύ να ζαλίζομαι. Πιο πέρα είχε μια στοίβα από κορμούς δένδρων, σαν τηλεγραφόξυλα, και είπα µε τον λογισμό µου: «Ας πάω να καθίσω εκεί που είναι λίγο απόμερα, για να µη µε δη κανείς και αρχίσει να µε ρωτάει τι έπαθα». Όταν κάθισα, µου πέρασε ο λογισμός να κάνω κομποσκοίνι στην Παναγία να µου οικονομήσει κάτι.

Αλλά αμέσως αντέδρασα στον λογισμό και είπα: «Ταλαίπωρε, για τέτοια τιποτένια πράγματα θα ενοχλείς την Παναγία;».

Τότε βλέπω μπροστά µου έναν Μοναχό. Κρατούσε ένα στρογγυλό ψωμί, δύο σύκα και ένα μεγάλο τσαμπί σταφύλι. «Πάρε αυτά, µου είπε, εις δόξα της Κυρίας Θεοτόκου», και χάθηκε.

 Ε, τότε διαλύθηκα µε έπιασαν τα κλάματα, ούτε ήθελα να φάω πια … Πα, πα! Τι Μάνα είναι Αυτή! Να φροντίζει και για τις μικρότερες λεπτομέρειες! Ξέρεις τι θα πει  αυτό!


Άγιος Γέροντας Παϊσιος "Λόγοι τόμος S Περί προσευχής" 'εκδ. Ησυχαστηρίου "Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος". Σουρωτή Θεσσαλονίκης.

Σάββατο 14 Αυγούστου 2021

Η Κοίμησις της Υπεραγίας Θεοτόκου.

 

Οι περισσότεροι, από εμάς, περνάμε σχεδόν όλη την ζωή μας χωρίς καν να υποπτευθούμε ποιοι είμαστε ή γιατί είμαστε…..εδώ……

Η ύπαρξη μας σύνθετη, μας προσκαλεί να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, αυτόν τον άγνωστο, αλλά εμείς μένουμε προσηλωμένοι στο να γνωρίσουμε τους… άλλους ή τον κόσμο ολόκληρο, μακρινά και πολυέξοδα ταξίδια ενώ ο δρόμος προς την καρδιά μας, σύντομος παραμένει αταξίδευτος, ερημικός….

Για αυτό και τα στοιχεία που μας συνθέτουν παραμένουν ακατανόητα και μέσα στο Νου μας, ξένα, μεταξύ τους και με εμάς τους ίδιους. Και όταν κάποτε….φθάνουμε στην υποψία του θανάτου, έντρομοι ανακαλύπτουμε τι δεν ανακαλύψαμε τόσον καιρό. Και ο χωρισμός μας από το σώμα, επώδυνος, τραγικός όπως όλοι οι μέχρι τώρα χωρισμοί μας…. 

Σήμερα όμως, εδώ, στην εορτή, η Υπεραγία Θεοτόκος μας δείχνει έναν άλλο τρόπο…

Εάν κοιτάξουμε, προσεκτικά, στην εικόνα της εορτής, θα δούμε πως αναπαύεται το Σώμα της, ειρηνικό, οριζόντιο ανάμεσα στους Αποστόλους, αλλά και πως η ψυχή της, με την συμβολική μορφή βρέφους σπαργανωμένου, στην αγκαλιά Του Υιού της, ανάμεσα σε αγγέλους, τις νοερές δυνάμεις.

Η ψυχή της σαν βρέφος…διότι η ψυχή είναι πάντα καινούργια…Η ψυχή μας είναι πάντα καινούργια…..

Η Παναγία, αδελφοί μου, μεγάλωσε στο Ιερό, έμενε από την αρχή της ύπαρξης της σταθερά προσηλωμένη στον Θεό. Ο Νους της δεν περιπλανήθηκε έξω   από τον εαυτό της, δεν ταυτίστηκε με την ύλη, δεν δεσμεύτηκε με τίποτα.

Και στον Ευαγγελισμό της την είδαμε στο «ιδού η δούλη σου» στο «γεννηθήτω το θέλημά σου» πόση ταπείνωση, πόση βεβαιότητα…ήταν πάντα ενωμένη με τον Θεό, μέσα της…. Και ο κόσμος που την περιέβαλλε ήταν ο Κόσμος του Θεού, αλλά όχι ο δικός της κόσμος. Για αυτό η Παναγία λένε δεν αμάρτησε ποτέ! Ποτέ δηλαδή δεν βγήκε ο Νους της από τον εαυτό της για να δεσμευτεί σε κάτι κτιστό.

Τι είναι, αδελφοί μου, η αμαρτία;

Μα κάθε μας απομάκρυνση από το Θεό. Κάθε ταξίδι μας προς τα κτιστά. Και ενώ η παραμονή μας στο Θεό μας κάνει Θεοτόκους, η έξοδος και η περιπλάνηση μας προς τα κτιστά .... θνητούς.

Και ενώ η Θεοτοκία μας φέρνει στη πηγή μας, στη Φύση μας. που είναι η Αγκαλιά του Χριστού, με την ψυχή μας πάντα καινούργια σαν βρέφος.

Η εξορία μας όμως προς τα κτιστά, μας μπερδεύει τόσο πολύ, αφού ταυτίζουμε τον εαυτό μας με τόσα πολλά ξένα από τον εαυτό μας και την Ουσία μας. Και όχι με την Ουσία του Θεού. Και για αυτό βιώνουμε τα πάντα ως θάνατο. Με ότι ενωθήκαμε, προσωρινά, νιώσαμε ωραία, αλλά αργά ή γρήγορα, ο χωρισμός μας έφερε ακόμα λίγο θάνατο. Αφού δεν είναι όλοι αυτοί φυσικοί δεσμοί.

Και όταν θα φθάσουμε στο τέλος του δρόμου, θα αντικρίσουμε το χωρισμό από όλα και από το σώμα μας, σαν θάνατο…..

Η ψυχή μας όμως, υποχρεωτικά καινούργια θα φύγει για να γυρίσει εκεί που ανήκει. Το σώμα μας όμως θα μείνει εδώ, βαρύ, πυκνό…

Το σώμα Της Παναγίας, μετέστη. Δεν είχε συνάψει κανένα δεσμό με την ύλη. Δεν είχε αμαρτήσει… Δεν έμενε εδώ. Μετέστη και αποκατέστησε την ενότητα του με τη ψυχή απλά και μόνο γιατί ποτέ δεν την είχε αποχωρισθεί.

Η Παναγία αγάπησε τον Υιό και Πατέρα, πάντα, από την αρχή της ύπαρξης της. Σταθερά. Και η ύπαρξη της παρέμεινε ολόκληρη.

Και ολόκληρη τώρα, μαζί μας. Υπό την Σκέπη Της, γιατί τώρα μας αγαπά όλους.

Και γνωρίζει το Θεό και γνωρίζει τον καθ’ ένα από εμάς, αφού όλοι έχουμε προέλθει από το Θεό.

Και επιστρέφουμε συνεχώς και πάντα σε Αυτόν.

Μόνο που συχνά…

δεν το καταλαβαίνουμε…. 

    

 Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ YΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 «Προσευχή είναι η εδραίωση της επαφής με τον Θεό»

Κάθε στιγμή μπορεί να είναι μια στιγμή προσευχής, όταν πίνουμε ένα ποτήρι νερό, όταν κοιτάμε τον ουρανό, όλες οι σωματικές μας ενέργειες είναι προσευχές. Το σώμα μας δίνει ευγνώμονες ευχαριστίες, όταν διψά και πίνει νερό, ή όταν βουτάμε στην δροσερή θάλασσα καταμεσής μίας ζεστής ημέρας. Όλη μας η ύπαρξη, μελωδεί ύμνο ευχαριστίας προς τον Πλάστη μας.

Η Παναγία είχε δοθεί, ολόκληρη, στην προσευχή, από την αρχή. Εμείς, έξαφνα, αποσπασματικά, μερικές φορές εν διαστάσει το σώμα μας με την ψυχή, αιφνιδιαζόμεθα από την διάσταση της προσευχής, και από το πώς ενεργεί πάνω μας. Η Παναγία ζούσε την φυσική κατάσταση της ενότητας της τριμερούς της ύπαρξής της, με τον Κόσμο και την τριαδική Θεότητα.

Έτσι ή ψυχή και το σώμα της, διαπνέοντο από αυτήν την εν χάριτι ενότητα και επικοινωνία. Καμία σύγκρουση, καμία αντιπαράθεση ή ανυπακοή. Εγώ και εγωκεντρικός εαυτός στην Παναγία δεν υπήρξε ποτέ. Γι αυτό δεν είχε χώρο ή αμαρτία. Γιατί το εγώ, είναι κατά κάποιο τρόπο, μια επανάσταση κατά του Θεού, μια δημιουργία έξω από τη Δημιουργία του Θεού, ένα σύνορο εκτός Παραδείσου και πολλές φορές, για πολλούς από εμάς, ή αρχή του τόπου της κολάσεως μας.

Αυτό το Εγώ, δεν «έφτιαξε» ποτέ η Παναγία, για αυτό έμεινε, ο όντως, εαυτός της, και εντελώς φυσικά «έκλεινε» προς τον Θεό, ολόκληρη την ύπαρξη της. Και το ίδιο φυσικά -και όχι υπερφυσικά -«έκλεινε» και ο Θεός προς Εκείνη και την κατέστησε Θεοτόκο. Διότι στο σώμα και την ψυχή της Παναγίας δεν υπήρξε ταύτιση με την ύλη ή τον κόσμο, και έμειναν και τα δύο ενωμένα προς τον Θεό και μεταξύ τους, ώστε να χωρέσουν τον Αχώρητο.

Διότι εάν ο άνθρωπος δεν ενσωματώσει την αμαρτία δεν θα γνωρίσει τον θάνατο. Γιατί, χάριτι Θεού, ο άνθρωπος είναι Αθάνατος. Η υπακοή της Παναγίας, στο θείο θέλημα, ανα-καλύπτει στην ίδια την Θεοτόκο, την ενότητα της ανθρώπινης φύσης, την εσωτερική ενότητα σώματος και ψυχής και την υποστατική ενότητα με την θεότητα.

Έτσι η Παναγία μεθίσταται σήμερον από την Γη προς τον Ουρανό εν σώματι, διότι η πυκνότητα του σώματος δεν την οδηγεί προς τα κάτω, θεώμενο το σώμα από την άνευ όρων παράδοση του στη θεότητα, «ακολουθεί» την ψυχή, μιας και ούτε ένα λεπτό δεν χωρίσθηκαν.

Το σώμα δηλαδή της Παναγίας, ποτέ, δεν «κοίταξε» προς την Γη, δεν αποχωρίσθηκε της ψυχής, για να «ενωθεί» με την ύλη. Και έγινε η Γέφυρα, απ’ όπου μπόρεσε να περάσει ο Χριστός, το μόνο σταθερό

σημείο στο Σύμπαν, απ’ όπου κατέβηκε ο Υιός του Θεού προς τον Κόσμο. Έτσι και σήμερα, αυτή, ή ψυχοσωματική ενότητα, παραμένει

ενιαία, δεν διασπάται ο φυσικότατος δεσμός, και η Θεοτόκος, μεθίσταται, ολόκληρη, προς τον προορισμό της.

Εμείς, καθημερινά, βιώνουμε την απόσταση, ανάμεσα στο σώμα μας και την ψυχή μας, ανάμεσα σε μας και τον Θεό, σαν απείρως τεράστια ,ενώ απόσταση ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Βιώνουμε την απόσταση με τον συνάνθρωπό μας, τον πλησίον μας, σαν τεράστια, τόσο πού ούτε βλέπουμε, πραγματικά, ούτε ακούμε κανέναν. Μόνο τον ίδιο μας τον «εαυτό» αναζητούμε στους γύρω ή στα κτίσματα. Διότι απ’ τη στιγμή πού θα απολέσουμε την τριαδική μας υπόσταση (λόγω αμαρτίας, λόγω του εγώ) αυτόματα εκπίπτουμε του Παραδείσου της διαρκούς συνομιλίας με τον Θεό και της συμπαντικής ενότητας με τους άλλους και με τον Κόσμο.

Αυτό μας ακυρώνει την δυνατότητα της θέωσης μας μέσω της Θεοτοκίας και μας οδηγεί προς τον «φυσικό» θάνατο, δηλαδή τον μη φυσικό χωρισμό σώματος και ψυχής. Διότι, πρέπει εδώ να το πούμε, θάνατος πραγματικός δεν υπάρχει. Αυτό που εμείς αντιλαμβανόμαστε σαν θάνατο, είναι η απώλεια της μορφής, έτσι όπως την γνωρίζουμε σαν σωματο-ψυχική.

Έτσι, αφού λόγω της επανάστασης μας απέναντι του Θεού, χάσαμε την όραση της καθόδου και της ανόδου ολόκληρης της κτίσης προς τον Θεό, παραμένουμε έντρομοι εμπρός, στο μυστήριο του θανάτου.

Σήμερα, όμως, αναγνωρίζουμε στο πρόσωπο της Παναγίας, αυτή την άνοδο ολόκληρης της ανθρωπότητας προς το Όλον.

Να δούμε στη Μετάσταση, όχι ένα θαύμα, αλλά την πραγματικότητα. Να δούμε στον δικό μας φόβο θανάτου, μόνο την αντίσταση και την αμαρτία. Και να εντρυφήσουμε όλοι, σήμερα σε αυτή την εορτή, τον φόβο μας, σαν ποιότητα και ποσότητα, και μέσα από αυτή την διαπίστωση, ο καθ’ ένας μας προσωπικά, ας μετρήσει πόσο θάνατο, έχει επιτρέψει να φιλοξενεί ή πόσο Θεό Μέσα Μας. Δηλαδή, πόσο Θεοτόκοι, εν χάριτι ή πόσο θανατο-τόκοι εν θελήματι έχουμε γίνει.

Και από αυτό το μέτρημα, σήμερα, ας ξεκινήσουμε, εκούσια, την πορεία εκ του θανάτου, προς τη Ζωήν, έτσι ώστε, η ποσότητα και η ποιότητα του Θεού, που κυοφορούμε μέσα μας, έτσι και αλλιώς, από την στιγμή της σύλληψής μας, να αυξάνεται πνεύματι και δυνάμει, ώστε να πραγματώσουμε συνειδητά, τον σκοπό της ζωής μας.

Την επιστροφή μας εκεί απ’ όπου προήλθαμε.