Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2024

Η Κοίμηση και ο Ενταφιασμός του Αγίου Νεκταρίου.

 

Στο απόμακρο για κείνο τον καιρό νοσοκομείο της Αθήνας, το Αρεταίειο, η γραμματεία έπαιρνε απ' έξω εντολή και έδινε μέσα εντολή να κρατήσουν κάποιο κρεββάτι στον μικρό παθολογικό θάλαμο, για έναν γέροντα καλόγερο από την Αίγινα. Τον έφεραν κάποιο μεσημέρι δύο καλόγριες κι ένας μέτριος στο ανάστημα σαραντάρης, που από την πρώτη στιγμή που μπήκαν ανησυχούσε και κρυφόκλαιγε. Έκαναν τις διατυπώσεις της εισόδου και παραμονής του στο θεραπευτήριο και η μία από τις δύο καλόγριες έφυγε. Στον θάλαμο που τον τοποθέτησαν ήταν άλλα τέσσερα κρεββάτια ωστόσο μόνο τα δύο ήταν πιασμένα. Στο διπλανό του γέροντα της Αίγινας αναπαυόταν ένας άντρας περίπου σαραντάρης που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων.

Ήταν επαρχιώτης οικογενειάρχης, είχε πέσει σ' ένα γκρεμό από το ζώο του, χτύπησε κι από τότε τον έσερναν με τα φορεία. Στο παρακάτω, έμενε κάποιος γέροντας συνταξιούχος δάσκαλος, με ουρολογική κι αυτός πάθηση.

"Τι νομίζεις γερόντισσα Ευφημία, έκανε κάπου στον προθάλαμο σιγανασαίνοντας και σκουπίζοντας τα δάκρυά του ο άντρας, θα κάνει την εγχείρηση, θ' αντέξει στο μαχαίρι;"

Εκείνη απόμεινε συλλογισμένη.

"Τι θ' απογίνουμε δίχως την ευλογημένη του καθοδήγηση, πώς θα ζήσουμε χωρίς την προσευχή του;" συνέχισε ο άντρας.

"Ελπίζω, κύριε Σακκόπουλε, αποκρίθηκε τέλος η καλόγρια μισοταραγμένη. Ο καλός Θεός θα λυπηθεί την αδελφότητα, δεν θα επιτρέψει ν' απομείνουμε είκοσι οκτώ ψυχές ορφανές."

"Ω αδελφή Ευφημία, σ' αυτόν οφείλω τα πάντα. Και κυρίως τον θησαυρό της ψυχής μου. Αυτός με εισήγαγε εις το εύρος, το ύψος και το κάλλος που έχει ο Κύριος. Από νωρίς έχασα την μητέρα μου και το ξεπέρασα, πρόπερσι αναπαύθηκε κι ο πατέρας μου, άνθρωπος όλο αυταπάρνηση κι ευγένεια και το κατάπια. Αν μας εγκαταλείψει κι ο άγιος γέροντας, ο πνευματικός πατέρας και οδηγός και μεσίτης εις τον Θεόν, θα καταντήσω δυστυχής, θα παραμείνω δεντρί στην έρημο..."

Η καλόγρια τον ανακοίταξε με κάποια στοργή και κούνησε το κεφάλι.

Πέρασε ο πρώτος μήνας, πέρασε κι ο δεύτερος.

Δεν πρόλαβε να κάνει εγχείρηση, δεν πρόλαβε να περάσει από μαχαίρι.

Η Αθήνα συγκλονιζόταν από ιαχές και αλλαλαγμούς για την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, για τις αλλαγές στην Κυβέρνηση, για την επαναφορά του εξόριστου Βασιλιά Κωνσταντίνου, οι εκκλησιαστικοί κύκλοι συζητούσαν, σχολίαζαν την έκπτωση του Μελετίου και την επανανθρόνιση του Θεοκλήτου, όταν ο χλωμός ασκητικός εκείνος γέροντας, ο καλόγερος της Αίγινας, έβλεπε ξαφνικά καταμπροστά του ανοιγμένους τους ουρανούς και τους Αγγέλους κατά χιλιάδες να τον υποδέχονται.

Στάθηκε λίγο προτού ξεψυχήσει κι αφουγκράστηκε. Από ψηλά κάποια γνώριμη φωνή, κάποια ολόγλυκια φωνή σε ξένη χώρα τον καλούσε.

"Είσελθε τέκνον, είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου. Σε αναμένει ο της δικαιοσύνης στέφανος."

"Εις εμέ, εις εμέ το λέγεις Κύριε;" πρόλαβαν να ψιθυρίσουν για στερνή φορά τα χείλη του.

Κι ανοίγοντας το στόμα να πάρει ανασεμιά, είδε πως μεταφέρεται. Παρέδωσε την άγια του υπομονετική ψυχή στον αγαπημένο του Αφέντη. Στον Αφέντη των ουρανίων, των επιγείων και καταχθονίων.

Η γερόντισσα Ευφημία αναστατώθηκε.

"Σεβασμιότατε, Σεβασμιότατε, ανάκραξε με λυγμούς. Κύριε Σακκόπουλε, πού είναι ο κύριος Σακκόπουλος;... Το τηλέφωνο παρακαλώ, το τηλέφωνο...

Ήρθε μια σαβανώτρα από το προσωπικό του νοσοκομείου να βοηθήσει τη γερόντισσα. Το νεκρό σώμα, μοσκομύριζε... Θεέ και Κύριε!... Κάτι πήγε να πει η γερόντισσα δεν το μπόρεσε. Για μια στιγμή έβγαλαν τη μάλλινη φανέλλα και την πέταξαν πρόχειρα στο διπλανό κρεββάτι. Κι ώσπου να προχωρήσουν να τελειώσουν με τα σάβανα, ο διπλανός άρρωστος, ο άνθρωπος που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων κινήθηκε, ξεπετάχθηκε όρθιος, αμφιταλαντεύθηκε, στάθηκε στα πόδια του κι έκανε το σταυρό του.

"Σηκώθηκα, περπατάω! ανάκραξε δυνατά, Θεέ μου, έγινα καλά! Τι έχει αυτή η φανέλλα;"

Για δες, ήταν στ' αλήθεια όρθιος, περπατούσε!

Δεν καλοκατάλαβαν, απόμειναν να χάσκουν. Το νεκρό σώμα μοσκομύριζε... Η γερόντισσα πήρε τη φανέλλα, την έβαλε ένα κουβάρι στο ράσο της. Τα χέρια της έτρεμαν.

Απόρησαν οι γιατροί, απόρησε και το προσωπικό του νοσοκομείου όταν έμαθαν πως ο φτωχός ρασοφόρος από την Aίγινα, ήταν άλλοτε γενικός διευθυντής στη Ριζάρειο και ήταν λέει... Δεσπότης!

Μια νύχτα θρήνου πέρασε η γερόντισσα Ευφημία.

Αργά το πρωί έφθασε ένας φίλος Αρχιμανδρίτης, ιεροκήρυκας, ο Παντελεήμων Φωστίνης και λίγο πιο έπειτα ο Πρωτοπρεσβύτερος Άγγελος Νησιώτης, διαλεκτός μαθητής του στη Ριζάρειο και δημιουργός αργότερα κατηχητικών σχολείων. Έφθασε σωστό ανθρώπινο ράκος κι ο Κωστής Σακκόπουλος. Παράγγειλαν το φέρετρο, παράγγειλαν τη νεκροφόρα και λίγo αργότερα ξεκίνησαν για τον Πειραιά.

Το βαποράκι της γραμμής η "Πτερωτή", θα σήκωνε άγκυρα για την Αίγινα ακριβώς στις δύο το μεσημέρι. Η νεκροφόρα με λογής - λογής διατυπώσεις που έπρεπε να γίνουν, έφθασε εμπρός στον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Τριάδος στον Πειραιά, λίγo μετά τις δώδεκα. Ο Ναός βρέθηκε κλειστός, όλοι οι αρμόδιοι κι ο νεωκόρος, έλειπαν για μεσημεριάτικη διακοπή.

Αυθόρμητα μαζεύτηκε ολόγυρα στο πεζοδρόμιο κόσμος. Από λαλιά σε λαλιά, ακούστηκε, μαθεύτηκε στην εργατική πόλη, η Κοίμηση του γέροντα της Ριζαρείου. Κι ένας λαός περικύκλωσε το φέρετρο.

Καθώς το έφεραν σιμά στα σκαλοπάτια του Ναού για να πάρουν τουλάχιστον μια φωτογραφία στην πόλη και στο χώρο που τόσο είχε κηρύξει κι αγαπήσει, κι άνοιξαν το καπάκι, μούδιασαν, τάχασαν... Παρατήρησαν κάτι το ασυνήθιστο, το καταπληκτικό. Από την ήρεμη και γαλήνια μορφή έσταζε κάτι σαν ιδρώτας που μοσκομύριζε... Θεέ και Κύριε!

Ο Κώστας ο Σακκόπουλος σαστισμένος έτρεξε κι αγόρασε από το περίπτερο ένα πακέτο μπαμπάκι και σκούπισε σιγά - σιγά και απαλά από το πρόσωπο τον μοσκομύριστο ιδρώτα. Μερικοί τότε έπεσαν επάνω του, του άρπαξαν τις τούφες το μπαμπάκι, το έφερναν ευλαβικά στο μέτωπό τους, άλλοι το έκρυβαν στις τσέπες τους, άλλοι το παράχωναν στο στήθος.

"Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι ελαφρύς σαν πούπουλο", φώναξαν και oι άνδρες που σήκωναν το φέρετρο, έτοιμοι να το ξαναφέρουν στη νεκροφόρα.

Το βαποράκι της γραμμής η "Πτερωτή" έφθασε στις τέσσερις παρά κάτι, απόγευμα στην Αίγινα με τη σημαία "μετζάστρα" (μεσίστια) στο πλωριό κατάρτι.

Προτού αράξει στο μώλο, ο καπετάνιος σφύριξε τρεις φορές πένθιμα και συνθηματικά.

Στα γαλανά νερά του Σαρωνικού ταξίδευε το Ιερό Λείψανο ενός ανθρώπου του Θεού. Ενός Κληρικού που δεν καυχήθηκε ποτέ για κάτι δικό του. Ενός Ιερομόναχου που ευαρέστησε τον Άγιο Θρόνο με την υπακοή, το ταπεινό φρόνημα, την υπομονή, την πίστη, την αγάπη.

Αμέτρητος λαός πλημμύρισε κάτω την παραλία. Όλος σχεδόν ο Κλήρος, όλοι οι Ιερομόναχοι, όλες οι καλόγριες από τα ντόπια Μοναστήρια.

Οι γυναίκες έκλαιγαν σιωπηλά, μερικές στέναζαν, μερικές μοιρολογούσαν.

"Παππούλη μας, προστάτη της φτωχολογιάς, τι θ' απογίνουμε τώρα που μας άφησες ορφανές και μόνες;"

Διακόσιοι τόσοι άντρες τσακώθηκαν ποιος θα σηκώσει το φέρετρο. Ήταν οι φίλοι του, οι ψαράδες του γιαλού, οι σφουγγαράδες που ταξίδευαν και βουτούσαν πέρα στην Τζιμπεράλτα και στο Τούνεζι κι έφερναν σφουγγάρια της ευλογίας με χαραγμένο στη μέση τον Τίμιο Σταυρό, εργάτες που δούλεψαν στη Μονή κι έφαγαν ψωμί από τα χέρια του, οικοδόμοι, αγρότες, αμπελουργοί, επαγγελματίες και πλανόδιοι.

Ο δήμαρχος με τον αστυνόμο για να τους φέρουν σε λογαριασμό, τους χώρισαν σε τετράδες και υπολόγισαν το δρόμο κάπου δυο ώρες και κάτι, ώσαμε το Μοναστήρι. Σε λίγο τα πάντα τακτοποιήθηκαν και η πομπή ξεκίνησε.

Ήταν κάτι το ριγηλό και συγκινητικό. Ποτέ η Αίγινα δε θυμόταν ένα τέτοιο ξόδι. Αυθόρμητα η λαϊκή ψυχή αγκάλιασε το Λείψανο - Θησαυρό του διαλεκτού παιδιού της και το έφερνε με σφιχτή ανασεμιά στη θέση Ξάντος.

Πένθιμη διακόσμηση γυρόφερνε την πόλη και την παραλία. Οι καμπάνες στους Ναούς σιγοχτυπούσαν όπως τη Μεγάλη Παρασκευή. Θυμίαμα καιγόταν σ' όλες τις πόρτες και δροσερά λουλούδια έπεφταν από γριές και νιες και δροσερές παρθένες.

Ένα πλήθος νέοι ρασοφόροι Ριζαρείτες ακολουθούσαν σιωπηλοί.

"Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι ελαφρύς σαν πούπουλο", φώναζαν κατάπληκτοι κάθε τόσο οι άνδρες από τα σταυροδρόμια και τις λαγκαδιές, καθώς σήκωναν το φέρετρο κι ετοιμάζονταν ν' αλλάξουν βάρδια.

Το Μοναστήρι γέμισε κόσμο. Ατελείωτη μυρμηγκιά, κάθε λογής άνθρωποι, γνωστοί, άγνωστοι, καταλαχάρηδες του βουνού, του λόγγου, της ακρογιαλιάς. Όλοι τους είχαν διάθεση να παρασταθούν, να προσευχηθούν, να ξενυχτήσουν, να κλάψουν.

Σ' όλο τούτο το πλήθος και στις καλόγριες της αδελφότητας που έκλαιγαν σαν μικρές νεαρές κοπέλες, ξεχώριζε η φυσιογνωμία της Ηγουμένης, της Οσίας Ξένης, της τυφλής.

Στάθηκε κάποια στιγμή καταμπροστά στο φέρετρο, πάνω στη γαλήνια κι ευγενική μορφή, που θαρρούσες ότι λαφροκοιμόταν, τη μορφή του πνευματικού πατέρα και οδηγού, του ευεργέτη και προστάτη της και μη μπορώντας με τα τυφλά μάτια να δει, να προσέξει τον ιδρώτα - Μύρο που κυλούσε από το μέτωπο, το ένιωσε σαν όσφρηση, σαν ευωδιά και μένοντας ακίνητη και κάνοντας τρεις φορές το σημείο του σταυρού, είπε:

"Ο πατέρας μας δεν πέθανε. Ζει, μας βλέπει και προσεύχεται απόψε για μας. Το Μοναστήρι μας θα προκόψει, δεν θα το αφήσει ο Κύριος. Όταν ζούσε και τον απολαμβάναμε δίπλα μας, κοντά μας, φάρο και οδηγό, αυτό πάντα μας έλεγε, αυτή την Προφητεία: Από εδώ, μας έλεγε, κόρες μου, απ' αυτές τις ερημιές, σε μερικά χρόνια θα διαβαίνουν άμαξες, θα περνά πλήθος ο κόσμος με αφιερώματα, χρυσάφια και λαμπάδες. Και εμείς οι άπραγες στεκόμασταν δίβουλες, ξαφνιασμένες. Μήπως τάχα παραλογίζεται ο Σεβασμιότατος, αναρωτιόμασταν με ανησυχία. Αδελφές μου, μη κλαίτε, αδέλφια μου μη θρηνείτε. Η Αίγινα και η Ελλάδα απόκτησε έναν Όσιο, ένα σημερινό ικέτη εμπρός εις τον Εσταυρωμένο".

Τα λόγια της σκέπαζαν τους κρυφούς λυγμούς της από μια Θεϊκή Δύναμη και Χάρη. Τα λόγια της έπεσαν στο πλήθος με τέτοια αρμονία που γλύκαναν ευθύς όλες τις καρδιές και για κάμποσο χρονικό διάστημα της νύχτας, απόδιωξαν τις μελαγχολικές σκέψεις του θανάτου.

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κράτησε το λαϊκό τούτο προσκύνημα. Και το Λείψανο αδιάκοπα έσταζε ιδρώτα - Μύρο και σκορπούσε ολοτρόγυρα Ευωδία!

Μια από τις τρόφιμες της αδελφότητας ανησύχησε.

"Θα πρέπει να επισπεύσουμε τον ενταφιασμό, πέταξε με σπουδή στην Οσία Ξένη. Δεν μπορεί, γερόντισσά μου, σώμα είναι, θα βρωμίσει".

Το βράδυ που κοιμήθηκε, είδε ολοζώντανο σιμά της τον γέροντα ντυμένο στα αρχιερατικά του άμφια.

"Σεβασμιότατε", ανάκραξε. Και γονάτισε να του ασπασθεί το χέρι.

"Βρωμά παιδί μου, το χέρι μου;" τη ρώτησε επιτιμητικά.

"Μοσκομυρίζει Σεβασμιότατε", ψιθύρισε.

"Τι μυρίζει;"

"Λιβάνι και αλόη."

"Τότε μη φοβείσαι και διά το Λείψανον."

Ξύπνησε καταφοβισμένη. Έτρεξε στο φέρετρο, ασπάσθηκε τρεις φορές τα κρινοδάχτυλα των χεριών. Kαι ξαναπρόσεξε που έτρεχε συνέχεια στη μορφή ιδρώτας - Μύρο.

Φυσικά φρόντισαν και για τον ενταφιασμό. Θα τον τοποθετούσαν εκεί πλάγια στο Ναό, χαμηλά στο πεύκο. Στο καταπράσινο και φουντωτό βελονόφυλλο δεντρί που τόσο αυτός καμάρωνε κι αγαπούσε. Εκεί, που κάποτε η πρώτη εκείνη γερόντισσα κάτοικος, σαν έσκαβε για να το φυτέψει, τοσοδούλι και μικράκι, άκουσε την παράδοξη φωνή : "Άφησε τόπο για ένα τάφο". Ναι, τώρα όλα ξεκαθάριζαν. Ο καλός Θεός είχε προδιαλέξει τόπο για το σκήνωμα του διαλεκτού παιδιού Του.

Προτού σκεπάσουν το φέρετρο για τον ενταφιασμό, όλες σχεδόν oι μαθήτριες και υποτακτικές έφεραν κι έριξαν λεμονανθούς από τις λεμονίτσες που είχε φυτέψει ο ίδιος ο γέροντας με το χέρι του, σε διάφορες πρασιές ολόγυρα από το Ναό και παράπλευρα έξω.

 

 Από το βιβλίο του Σώτου Χονδρόπουλου  Ο Άγος του αιώνα μας- ο Όσιος Νεκτάριος Κεφαλάς.

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2024

Αγαπώ σημαίνει θυσιάζομαι...

 

Θυμάμαι όταν ήμουν πρωτοετής φοιτητής: Ήμουν στο χειρουργικό τμήμα και είχαμε ένα νεαρό παιδί που πέθαινε από ένα τεράστιο απόστημα στο πόδι. Τον είχαν βάλει σε ξεχωριστό δωμάτιο λόγω της φριχτής μυρωδιάς. Τον επισκέφτηκα μαζί με την προϊσταμένη. Ο νέος, ήταν κάπου 16-17 ετών, γύρισε προς την μεσόκοπη γυναίκα και της είπε:

– Προϊσταμένη, θα πεθάνω πριν από το επισκεπτήριο. Δεν θα προλάβω να αποχαιρετήσω τη μητέρα μου και να με φιλήσει πριν πεθάνω. Φίλησέ με εσύ αντί γι’ αυτήν.

Η προϊσταμένη έκανε βήματα πίσω και είπε:

– Δεν μας επιτρέπεται να φιλάμε τους ασθενείς» και βγήκε από το δωμάτιο…

Εγώ τον πλησίασα και του είπα:

–Δεν είμαι μητέρα, αλλά μπορώ να είμαι αδελφός σου και τον φίλησα. Τον αποχαιρέτησα και βγήκα από το δωμάτιο. Εκεί στεκόταν η προϊσταμένη και έκλαιγε.

– Ήταν λάθος μου είπε, λάθος μου, αλλά η μυρωδιά ήταν τέτοια που μου ήρθε εμετός, δεν μπορούσα να τον φιλήσω, όπως μου το ζήτησε για να πεθάνει εν ειρήνη.

 Καταλαβαίνετε πού βρίσκεται η αγάπη; Αν η γυναίκα αυτή είχε μπορέσει εκείνη τη στιγμή να υπερβεί το συναίσθημα της αηδίας και να πει:

«Ό,τι και να μου συμβεί, αυτό το παιδί χρειάζεται ένα φιλί από μια μητέρα και θα του το δώσω. Ό,τι και να συμβεί σε μένα δεν έχει σημασία καμία, σημασία έχει αυτό το παιδί».

Κανείς δεν μπορεί ν’ αγαπά έναν αόρατο Θεό αν πρώτα δε μάθει ν’ αγαπά το συγκεκριμένο, ζωντανό, πραγματικό πρόσωπο το οποίο έχει απέναντί του. Πριν λοιπόν θέσουμε το ερώτημά του πως θα φτάσουμε στο Θεό, ας ρωτήσουμε τους εαυτούς μας ποια είναι η στάση μας απέναντι στον πλησίον μας αν η καρδιά μας είναι κρύα, επιφυλακτική και κλεισμένη, αν μας τρομοκρατεί ακόμη και η ιδέα ότι ο πλησίον μας μπορεί να απαιτήσει την καρδιά και τη ζωή μας δεν υπάρχει κανένας λόγος να επιζητούμε συνάφεια με το Θεό. Θα πρέπει πρώτα να μάθουμε το πως ν’ αποκτήσουμε μια καρδιά ζεστή, μια καρδιά ζωντανή, μια καρδιά που να ανταποκρίνεται στον πλησίον μας και η καρδιά εκείνη τότε, ανοιγμένη, με την καθαρότητά της θα δει το Θεό.

Η αγάπη του Θεού είναι απέραντη και βαθιά και αγκαλιάζει τους πάντες… Πρέπει να πάρουμε φωτιά με ολόκληρο το είναι μας, με μυαλό και καρδιά και θέληση και σώμα και να γίνουμε η καιόμενη βάτος την οποία είδε ο Μωυσής να καίγεται ολόκληρη χωρίς να αναλίσκεται… Η θεϊκή αγάπη καίει, κάνει το κάθε τι μια ζωντανή φλόγα, δεν τρέφεται όμως με το υλικό της: καταστρέφει αυτό που δεν μπορεί να ζήσει στην αιωνιότητα αυτό που μένει είναι μία καθαρή φλόγα η οποία μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε Θεό.

Το νόημα της αγάπης είναι το νόημα της ζωής, επειδή αγάπη, παρότι πολύ συχνά πιστεύουμε ή φανταζόμαστε, δεν είναι ένα απλό συναίσθημα. Όταν μιλάμε για τον Θεό, και λέμε ότι ο Θεός είναι αγάπη, δεν εννοούμε ότι Αυτός είναι ένα συναίσθημα δίχως τέλος. Εννοούμε κάτι βαθύτερο απ’ αυτό: ότι ο Θεός είναι πλούτος ζωής και ύπαρξης. Και αυτό βρίσκει εφαρμογή στην δική μας ανθρώπινη αγάπη. Κάποιος που κατέχεται από την αγάπη είναι ένας άνθρωπος που έχει μέσα του πλούτο ζωής, στον οποίο η αίσθηση της ζωής, η δύναμη της ζωής είναι τόσο πλήρης, τόσο σπουδαία, ώστε αυτή η αγάπη είναι σίγουρη για τον εαυτό της. Και αυτό γεννάει χαρά, κουράγιο, ενθουσιασμό, και πηγαίνει τόσο βαθιά ώστε φτάνει πέρα από τον ίδιο το θάνατο. Η Αγία Γραφή λέει ότι η αγάπη είναι πιο δυνατή από τον θάνατο.

Και πρέπει να μάθουμε ν’ αγαπάμε ο ένας τον άλλον σύμφωνα με το πνεύμα του Ευαγγελίου: όχι απλώς να κάνουμε το καλό σε κάποιους ανθρώπους, αλλά να σκεφτόμαστε ποιο είναι αληθινά καλό για ένα πρόσωπο. .

Προϋπόθεση για μια ζωή προσευχής είναι μια ζωή σύμφωνη με το Ευαγγέλιο. Μια ζωή που καθιστά τις εντολές και τις νουθεσίες του Ευαγγελίου δεύτερη φύση μας.
Δεν αρκεί να τις υπακούμε όπως ο δούλος υπακούει τις επιθυμίες του κυρίου του. Πρέπει να θέλουμε να υπακούουμε μ’ όλη μας την καρδιά, όπως ένα παιδί, σαν τέκνα της Βασιλείας τα οποία ζητούν ειλικρινά αυτό για το οποίο προσεύχονται, όταν προφέρουν το 
«αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου, γενηθήτω το θέλημά σου».


Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ « Ο Εαυτός μας και ο Άλλος.»

 

 

 

 

 

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2024

Η δύναμη της Προσευχής.

 

Η προσευχή έχει τόσο μεγάλη δύναμη, ώστε θα μπορούσαμε να πούμε: «Προσεύχου και κάνε ό,τι θέλεις», η προσευχή θα σε οδηγήσει στο σωστό και στο αγαθό. Το μόνο που χρειάζεται για να ευαρεστήσουμε το Θεό είναι η αγάπη: «Αγάπα και κάνε ό,τι θέλεις», έλεγε ο ιερός Αυγουστίνος, «επειδή εκείνος που αγαπά αληθινά δεν μπορεί να θέλει τίποτε άλλο παρά αυτό που ευχαριστεί τον αγαπώμενο». Αφού η προσευχή είναι έκχυση αγάπης, μπορούμε κατ’ αναλογία να πούμε: «Η αδιάλειπτη προσευχή είναι αρκετή για να κερδίσεις τη σωτηρία». «Προσεύχου και κάνε ό,τι θέλεις» και θα επιτύχεις το σκοπό της προσευχής. Αυτή θα σε φωτίσει.

Για να το καταλάβουμε καλύτερα, ας δούμε κάποια παραδείγματα:

1. Προσεύχου και σκέψου ό,τι θέλεις. Η προσευχή θα εξαγνίσει τις σκέψεις σου. Η προσευχή θα σου δώσει διάκριση, θα διώξει κάθε κακό λογισμό. Είναι αυτό για το οποίο μας βεβαιώνει ο Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης: Αν θέλεις να καθαρίσεις το νου σου και να διώξεις τους κακούς λογισμούς, «φυγάδευσε τους δια της προσευχής», διότι τίποτε δεν μπορεί να κυριαρχήσει επί των λογισμών όπως αυτή. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέει για το ίδιο θέμα: «Ιησού ὀνόματι μάστιζε πολεμίους», δηλαδή να μαστιγώνεις τους εχθρούς με το όνομα του Ιησού, διότι ούτε στη γη ούτε στον ουρανό θα βρεθεί άλλο όπλο ισχυρότερο από αυτό.

2. Προσεύχου και κάνε ό,τι θέλεις. Οι πράξεις σου θα ευχαριστούν το Θεό και θα είναι χρήσιμες και σωτήριες. Η συχνή προσευχή, για οποιοδήποτε θέμα, δε μένει ποτέ άκαρπη, διότι μέσα της έχει τη δύναμη της Χάρης: «Καὶ ἔσται πας ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται» (Πράξεις των Αποστόλων, κεφ. β΄ 21). Για παράδειγμα: ένας άνθρωπος που προσευχήθηκε χωρίς επιτυχία και χωρίς ζήλο, έλαβε από την προσευχή αυτή τη διάκριση και την επιθυμία της μετάνοιας. Μία κοπέλα που ζούσε απρόσεκτη ζωή προσευχήθηκε, όταν επέστρεψε στο σπίτι της, και η προσευχή της έδειξε το δρόμο της αγνότητας και της υπακοής στις εντολές του Χριστού.

3. Προσεύχου και μη κοπιάζεις πολύ να νικήσεις τα πάθη σου με τη δική σου δύναμη. Η προσευχή θα τα εξαλείψει από μέσα σου, επειδή «μείζων ἐστὶν ὁ ἐν ὑμῖν ἢ ὁ ἐν τῷ κόσμῳ» (Επιστολή Ιωάννου Α΄, κεφ. δ΄, 4), λέει η Αγία Γραφή. Ο Άγιος Ιωάννης ο Καρπάθιος διδάσκει ότι, αν δεν έχεις το δώρο της αυτοκυριαρχίας, δεν πρέπει να θλίβεσαι, αλλά να γνωρίζεις ότι ο Θεός σου ζητά να επιμελείσαι το έργο της προσευχής και η προσευχή θα σε σώσει. Ένα καλό παράδειγμα είναι ο πνευματικός εκείνος, στο βιβλίο «Η ζωή των Πατέρων», ο οποίος, όταν έπεσε στην αμαρτία, δεν απογοητεύτηκε, αλλά κατέφυγε στην προσευχή και δι’ αυτής ξαναβρήκε την πνευματική του ισορροπία.

4. Προσεύχου και μη φοβάσαι τίποτε. Ούτε ατυχίες ούτε καταστροφές. Η προσευχή θα σε προστατέψει και θα αποσοβήσει κάθε κακό. Να θυμάσαι τον Απόστολο Πέτρο που είχε ολιγοπιστία και άρχισε να βυθίζεται, τον Απόστολο Παύλο που προσευχόταν μέσα στη φυλακή, το μοναχό που η προσευχή τον απάλλαξε από τις επιθέσεις του πειρασμού, την κοπέλα που δια της προσευχής, σώθηκε από τις κακές προθέσεις ενός στρατιώτη και πολλές άλλες παρόμοιες περιπτώσεις που δείχνουν τη δύναμη, την ισχύ, την παγκοσμιότητα της προσευχής στο όνομα του Ιησού.

5. Προσεύχου με όποιον τρόπο θέλεις, αλλά μην αφήνεις τίποτε να σε αποτραβήξει από την προσευχή. Να είσαι χαρούμενος και γαλήνιος. Η προσευχή θα τα τακτοποιήσει όλα και θα σε διδάξει. Να θυμάσαι συχνά τα λόγια του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και του οσίου Μάρκου του Ασκητή για τη δύναμη της προσευχής. Ο πρώτος δηλώνει ότι η προσευχή, ακόμη κι αυτή που κάνουμε εμείς, οι γεμάτοι με τόσες αμαρτίες, μας καθαρίζει αμέσως. Ο δεύτερος πάλι λέει: «Το να προσευχόμαστε εναπόκειται στη διάθεσή μας, αλλά το να προσευχόμαστε με καθαρότητα είναι δώρο της θείας χάρης». Πρόσφερε λοιπόν στο Θεό αυτό που είναι στο χέρι σου να προσφέρεις. Δώσε Του, στην αρχή, μόνο την ποσότητα, αυτό που μπορείς, και ο Θεός θα εκχύσει δύναμη στη δική σου αδυναμία. Η προσευχή, ακόμη κι αν είναι ξηρή ή διασπασμένη, όταν είναι συνεχής, θα δημιουργήσει συνήθεια, θα γίνει δεύτερη φύση και θα μεταβληθεί σε καθαρή, φωτεινή, θαυμαστά φλογερή προσευχή.

6. Κλείνοντας, έχει σημασία να σημειώσουμε ότι, όταν επιμηκύνεται ο χρόνος της επαγρύπνησης στην προσευχή, τότε δε μένει χρόνος για να κάνεις κακές πράξεις αλλά ούτε καν να σκεφθείς κάτι κακό.

Οι περιπέτειες ενός προσκυνητή, μετάφραση Κατερίνα Τσαλίκη.

 

 

 

 

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2024

Η ησυχία είναι μυστική προσευχή.

 

 

Η ησυχία είναι μεγάλη υπόθεση. Ακόμη και να μην προσεύχεται κανείς, και μόνο με την ησυχία προσεύχεται. Είναι μυστική προσευχή και πολύ βοηθάει στην προσευχή σαν την άδηλη αναπνοή στον άνθρωπο. Αυτός που κάνει δουλειά πνευματική στην ησυχία βυθίζεται μετά στην ευχή. Ξέρεις τι θα πει βυθίζεται;

Το παιδάκι, όταν λουφάζει στην αγκαλιά της μάνας, δεν μιλάει. Είναι ένωση πλέον, επικοινωνία.

Η εξωτερική ησυχία, μακριά από τον κόσμο, με την διακριτική άσκηση και την αδιάλειπτη προσευχή, πολύ γρήγορα φέρνει και την εσωτερική ησυχία –την ειρήνη της ψυχής – η οποία είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την πνευματική λεπτή εργασία. Τότε πια ο άνθρωπος δεν ενοχλείται από την εξωτερική ανησυχία, γιατί στην ουσία μόνον το σώμα βρίσκεται στην γη, ενώ ο νους βρίσκεται στον Ουρανό.

Πάντως, νομίζω, δεν είναι τόσο ο εξωτερικός θόρυβος που ενοχλεί, όσο η μέριμνα. Πρέπει να φθάσει ο άνθρωπος στην θεία αφηρημάδα, για να ζήσει την εσωτερική ησυχία και να μην ενοχλείται από τον θόρυβο στην προσευχή. Φθάνει στο σημείο εκείνο της θείας αφηρημάδας που δεν ακούει πια τους θορύβους ή τους ακούει όταν θέλει ή, μάλλον, όταν κατεβαίνει ο νους από τον Ουρανό.

Και θα φθάσει σ’ αυτό το σημείο, αν δουλέψει πνευματικά, αν αγωνισθεί. Τότε θα ακούει όποτε αυτός θέλει.

Οι μέριμνες απομακρύνουν από τον Θεό. Όταν υπάρχει πολύς περισπασμός, υπάρχουν πολλά πνευματικά παράσιτα και οι πνευματικοί ασύρματοι δεν εργάζονται με σήματα καλά.

 

 Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου – ΛΟΓΟΙ Α’ «Με Πόνο και Αγάπη».