Σάββατο 14 Αυγούστου 2021

Η Κοίμησις της Υπεραγίας Θεοτόκου.

 

Οι περισσότεροι, από εμάς, περνάμε σχεδόν όλη την ζωή μας χωρίς καν να υποπτευθούμε ποιοι είμαστε ή γιατί είμαστε…..εδώ……

Η ύπαρξη μας σύνθετη, μας προσκαλεί να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, αυτόν τον άγνωστο, αλλά εμείς μένουμε προσηλωμένοι στο να γνωρίσουμε τους… άλλους ή τον κόσμο ολόκληρο, μακρινά και πολυέξοδα ταξίδια ενώ ο δρόμος προς την καρδιά μας, σύντομος παραμένει αταξίδευτος, ερημικός….

Για αυτό και τα στοιχεία που μας συνθέτουν παραμένουν ακατανόητα και μέσα στο Νου μας, ξένα, μεταξύ τους και με εμάς τους ίδιους. Και όταν κάποτε….φθάνουμε στην υποψία του θανάτου, έντρομοι ανακαλύπτουμε τι δεν ανακαλύψαμε τόσον καιρό. Και ο χωρισμός μας από το σώμα, επώδυνος, τραγικός όπως όλοι οι μέχρι τώρα χωρισμοί μας…. 

Σήμερα όμως, εδώ, στην εορτή, η Υπεραγία Θεοτόκος μας δείχνει έναν άλλο τρόπο…

Εάν κοιτάξουμε, προσεκτικά, στην εικόνα της εορτής, θα δούμε πως αναπαύεται το Σώμα της, ειρηνικό, οριζόντιο ανάμεσα στους Αποστόλους, αλλά και πως η ψυχή της, με την συμβολική μορφή βρέφους σπαργανωμένου, στην αγκαλιά Του Υιού της, ανάμεσα σε αγγέλους, τις νοερές δυνάμεις.

Η ψυχή της σαν βρέφος…διότι η ψυχή είναι πάντα καινούργια…Η ψυχή μας είναι πάντα καινούργια…..

Η Παναγία, αδελφοί μου, μεγάλωσε στο Ιερό, έμενε από την αρχή της ύπαρξης της σταθερά προσηλωμένη στον Θεό. Ο Νους της δεν περιπλανήθηκε έξω   από τον εαυτό της, δεν ταυτίστηκε με την ύλη, δεν δεσμεύτηκε με τίποτα.

Και στον Ευαγγελισμό της την είδαμε στο «ιδού η δούλη σου» στο «γεννηθήτω το θέλημά σου» πόση ταπείνωση, πόση βεβαιότητα…ήταν πάντα ενωμένη με τον Θεό, μέσα της…. Και ο κόσμος που την περιέβαλλε ήταν ο Κόσμος του Θεού, αλλά όχι ο δικός της κόσμος. Για αυτό η Παναγία λένε δεν αμάρτησε ποτέ! Ποτέ δηλαδή δεν βγήκε ο Νους της από τον εαυτό της για να δεσμευτεί σε κάτι κτιστό.

Τι είναι, αδελφοί μου, η αμαρτία;

Μα κάθε μας απομάκρυνση από το Θεό. Κάθε ταξίδι μας προς τα κτιστά. Και ενώ η παραμονή μας στο Θεό μας κάνει Θεοτόκους, η έξοδος και η περιπλάνηση μας προς τα κτιστά .... θνητούς.

Και ενώ η Θεοτοκία μας φέρνει στη πηγή μας, στη Φύση μας. που είναι η Αγκαλιά του Χριστού, με την ψυχή μας πάντα καινούργια σαν βρέφος.

Η εξορία μας όμως προς τα κτιστά, μας μπερδεύει τόσο πολύ, αφού ταυτίζουμε τον εαυτό μας με τόσα πολλά ξένα από τον εαυτό μας και την Ουσία μας. Και όχι με την Ουσία του Θεού. Και για αυτό βιώνουμε τα πάντα ως θάνατο. Με ότι ενωθήκαμε, προσωρινά, νιώσαμε ωραία, αλλά αργά ή γρήγορα, ο χωρισμός μας έφερε ακόμα λίγο θάνατο. Αφού δεν είναι όλοι αυτοί φυσικοί δεσμοί.

Και όταν θα φθάσουμε στο τέλος του δρόμου, θα αντικρίσουμε το χωρισμό από όλα και από το σώμα μας, σαν θάνατο…..

Η ψυχή μας όμως, υποχρεωτικά καινούργια θα φύγει για να γυρίσει εκεί που ανήκει. Το σώμα μας όμως θα μείνει εδώ, βαρύ, πυκνό…

Το σώμα Της Παναγίας, μετέστη. Δεν είχε συνάψει κανένα δεσμό με την ύλη. Δεν είχε αμαρτήσει… Δεν έμενε εδώ. Μετέστη και αποκατέστησε την ενότητα του με τη ψυχή απλά και μόνο γιατί ποτέ δεν την είχε αποχωρισθεί.

Η Παναγία αγάπησε τον Υιό και Πατέρα, πάντα, από την αρχή της ύπαρξης της. Σταθερά. Και η ύπαρξη της παρέμεινε ολόκληρη.

Και ολόκληρη τώρα, μαζί μας. Υπό την Σκέπη Της, γιατί τώρα μας αγαπά όλους.

Και γνωρίζει το Θεό και γνωρίζει τον καθ’ ένα από εμάς, αφού όλοι έχουμε προέλθει από το Θεό.

Και επιστρέφουμε συνεχώς και πάντα σε Αυτόν.

Μόνο που συχνά…

δεν το καταλαβαίνουμε…. 

    

 Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ YΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 «Προσευχή είναι η εδραίωση της επαφής με τον Θεό»

Κάθε στιγμή μπορεί να είναι μια στιγμή προσευχής, όταν πίνουμε ένα ποτήρι νερό, όταν κοιτάμε τον ουρανό, όλες οι σωματικές μας ενέργειες είναι προσευχές. Το σώμα μας δίνει ευγνώμονες ευχαριστίες, όταν διψά και πίνει νερό, ή όταν βουτάμε στην δροσερή θάλασσα καταμεσής μίας ζεστής ημέρας. Όλη μας η ύπαρξη, μελωδεί ύμνο ευχαριστίας προς τον Πλάστη μας.

Η Παναγία είχε δοθεί, ολόκληρη, στην προσευχή, από την αρχή. Εμείς, έξαφνα, αποσπασματικά, μερικές φορές εν διαστάσει το σώμα μας με την ψυχή, αιφνιδιαζόμεθα από την διάσταση της προσευχής, και από το πώς ενεργεί πάνω μας. Η Παναγία ζούσε την φυσική κατάσταση της ενότητας της τριμερούς της ύπαρξής της, με τον Κόσμο και την τριαδική Θεότητα.

Έτσι ή ψυχή και το σώμα της, διαπνέοντο από αυτήν την εν χάριτι ενότητα και επικοινωνία. Καμία σύγκρουση, καμία αντιπαράθεση ή ανυπακοή. Εγώ και εγωκεντρικός εαυτός στην Παναγία δεν υπήρξε ποτέ. Γι αυτό δεν είχε χώρο ή αμαρτία. Γιατί το εγώ, είναι κατά κάποιο τρόπο, μια επανάσταση κατά του Θεού, μια δημιουργία έξω από τη Δημιουργία του Θεού, ένα σύνορο εκτός Παραδείσου και πολλές φορές, για πολλούς από εμάς, ή αρχή του τόπου της κολάσεως μας.

Αυτό το Εγώ, δεν «έφτιαξε» ποτέ η Παναγία, για αυτό έμεινε, ο όντως, εαυτός της, και εντελώς φυσικά «έκλεινε» προς τον Θεό, ολόκληρη την ύπαρξη της. Και το ίδιο φυσικά -και όχι υπερφυσικά -«έκλεινε» και ο Θεός προς Εκείνη και την κατέστησε Θεοτόκο. Διότι στο σώμα και την ψυχή της Παναγίας δεν υπήρξε ταύτιση με την ύλη ή τον κόσμο, και έμειναν και τα δύο ενωμένα προς τον Θεό και μεταξύ τους, ώστε να χωρέσουν τον Αχώρητο.

Διότι εάν ο άνθρωπος δεν ενσωματώσει την αμαρτία δεν θα γνωρίσει τον θάνατο. Γιατί, χάριτι Θεού, ο άνθρωπος είναι Αθάνατος. Η υπακοή της Παναγίας, στο θείο θέλημα, ανα-καλύπτει στην ίδια την Θεοτόκο, την ενότητα της ανθρώπινης φύσης, την εσωτερική ενότητα σώματος και ψυχής και την υποστατική ενότητα με την θεότητα.

Έτσι η Παναγία μεθίσταται σήμερον από την Γη προς τον Ουρανό εν σώματι, διότι η πυκνότητα του σώματος δεν την οδηγεί προς τα κάτω, θεώμενο το σώμα από την άνευ όρων παράδοση του στη θεότητα, «ακολουθεί» την ψυχή, μιας και ούτε ένα λεπτό δεν χωρίσθηκαν.

Το σώμα δηλαδή της Παναγίας, ποτέ, δεν «κοίταξε» προς την Γη, δεν αποχωρίσθηκε της ψυχής, για να «ενωθεί» με την ύλη. Και έγινε η Γέφυρα, απ’ όπου μπόρεσε να περάσει ο Χριστός, το μόνο σταθερό

σημείο στο Σύμπαν, απ’ όπου κατέβηκε ο Υιός του Θεού προς τον Κόσμο. Έτσι και σήμερα, αυτή, ή ψυχοσωματική ενότητα, παραμένει

ενιαία, δεν διασπάται ο φυσικότατος δεσμός, και η Θεοτόκος, μεθίσταται, ολόκληρη, προς τον προορισμό της.

Εμείς, καθημερινά, βιώνουμε την απόσταση, ανάμεσα στο σώμα μας και την ψυχή μας, ανάμεσα σε μας και τον Θεό, σαν απείρως τεράστια ,ενώ απόσταση ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Βιώνουμε την απόσταση με τον συνάνθρωπό μας, τον πλησίον μας, σαν τεράστια, τόσο πού ούτε βλέπουμε, πραγματικά, ούτε ακούμε κανέναν. Μόνο τον ίδιο μας τον «εαυτό» αναζητούμε στους γύρω ή στα κτίσματα. Διότι απ’ τη στιγμή πού θα απολέσουμε την τριαδική μας υπόσταση (λόγω αμαρτίας, λόγω του εγώ) αυτόματα εκπίπτουμε του Παραδείσου της διαρκούς συνομιλίας με τον Θεό και της συμπαντικής ενότητας με τους άλλους και με τον Κόσμο.

Αυτό μας ακυρώνει την δυνατότητα της θέωσης μας μέσω της Θεοτοκίας και μας οδηγεί προς τον «φυσικό» θάνατο, δηλαδή τον μη φυσικό χωρισμό σώματος και ψυχής. Διότι, πρέπει εδώ να το πούμε, θάνατος πραγματικός δεν υπάρχει. Αυτό που εμείς αντιλαμβανόμαστε σαν θάνατο, είναι η απώλεια της μορφής, έτσι όπως την γνωρίζουμε σαν σωματο-ψυχική.

Έτσι, αφού λόγω της επανάστασης μας απέναντι του Θεού, χάσαμε την όραση της καθόδου και της ανόδου ολόκληρης της κτίσης προς τον Θεό, παραμένουμε έντρομοι εμπρός, στο μυστήριο του θανάτου.

Σήμερα, όμως, αναγνωρίζουμε στο πρόσωπο της Παναγίας, αυτή την άνοδο ολόκληρης της ανθρωπότητας προς το Όλον.

Να δούμε στη Μετάσταση, όχι ένα θαύμα, αλλά την πραγματικότητα. Να δούμε στον δικό μας φόβο θανάτου, μόνο την αντίσταση και την αμαρτία. Και να εντρυφήσουμε όλοι, σήμερα σε αυτή την εορτή, τον φόβο μας, σαν ποιότητα και ποσότητα, και μέσα από αυτή την διαπίστωση, ο καθ’ ένας μας προσωπικά, ας μετρήσει πόσο θάνατο, έχει επιτρέψει να φιλοξενεί ή πόσο Θεό Μέσα Μας. Δηλαδή, πόσο Θεοτόκοι, εν χάριτι ή πόσο θανατο-τόκοι εν θελήματι έχουμε γίνει.

Και από αυτό το μέτρημα, σήμερα, ας ξεκινήσουμε, εκούσια, την πορεία εκ του θανάτου, προς τη Ζωήν, έτσι ώστε, η ποσότητα και η ποιότητα του Θεού, που κυοφορούμε μέσα μας, έτσι και αλλιώς, από την στιγμή της σύλληψής μας, να αυξάνεται πνεύματι και δυνάμει, ώστε να πραγματώσουμε συνειδητά, τον σκοπό της ζωής μας.

Την επιστροφή μας εκεί απ’ όπου προήλθαμε.


Παρασκευή 6 Αυγούστου 2021

Θεοφόροι , φορείς Θεού.

 

Ήταν λοιπόν Κυριακή, και ύστερα από την θεία Λειτουργία. Καθόμουν και παρατηρούσα τους χωρικούς, όπως έβγαιναν από το ναό. Ο πατέρας μου στεκόταν στα σκαλοπάτια και χαιρετούσε τον καθένα τους.

Όλο το χωριό βρισκόταν εκεί, γιατί τις Κυριακές κανείς δεν χάνει την θεία Λειτουργία. Εκκλησιάζονταν και γέροντες βουνίσιοι με πάλλευκη γενειάδα, που θύμιζαν πατριάρχες της Βίβλου, γυναίκες, άνδρες, παιδιά, με κυριακάτικες στολές, λινές η μάλλινες, κατάλευκες πάντα, όπως το γάλα ή όπως το χιόνι. Λευκό είναι το εθνικό χρώμα της Πετροντάβα. Λευκό πάντα, για όλες τις ηλικίες, για όλα τα φύλα. Λευκό στα ρούχα που όμως η καθαρότητά του δεν συγκρινόταν με την καθαρότητα των βλεμμάτων των πιστών που τα φορούσαν.

Καθώς έβγαιναν από την θεία Λειτουργία οι πιστοί έδειχναν μεταμορφωμένοι, καθαρισμένοι από κοσμικές έγνοιες, αγιασμένοι. Και κάτι περισσότερο από αγιασμένοι, θεωμένοι… Ήξερα το γιατί. Γιατί τα πρόσωπά τους ήταν έτσι ωραία, γιατί τα βλέμματα τόσο φωτεινά, γιατί οι άσχημες γυναίκες ομόρφαιναν, τα μέτωπα των σκληροτράχηλων ξυλοκόπων άστραφταν φως, λες και φόρεσαν φωτοστέφανο, τα παιδάκια θύμιζαν αγγέλους.

Βγαίνοντας από τη θεία Λειτουργία, άντρες και γυναίκες, μεταμορφώθηκαν σε Θεοφόρους, έφεραν δηλαδή τον Θεό. Είχαν κοινωνήσει και μέσα στις φλέβες τους έρρεε το αίμα του Θεού.

Τέκνα Θεού τώρα, θεωμένοι. Οι άνθρωποι τούτοι, χωρικοί άξεστοι, εξαθλιωμένοι και πένητες, ήξεραν τι ήταν, γι’ αυτό προσεύχονταν πριν κοινωνήσουν και έλεγαν: Κύριος, ο Θεός μου, οίδα, ότι ουκ ειμί άξιος ουδέ ικανός, ίνα μου υπό την στέγην εισέλθεις του οίκου της ψυχής… Και ως κατεδέξω εν σπηλαίω και φάτνη αλόγων… και εν τη οικία Σίμωνος του λεπρού… ούτω κατάδεξαι εισελθείν εις τον οίκο της ταπεινής μου ψυχής, του λεπρού και αμαρτωλού.

Και με τη θεία Μετάληψη ο Θεός είχε εισέλθει «υπό την στέγην» κάθε ψυχής μέσα σε όλες τις ψυχές των συχωριανών μας, που βγαίνοντας έξω από την εκκλησία έφεραν πια τον Θεό εντός τους, και βημάτιζαν προσεχτικά όπως βηματίζουμε όταν μεταφέρουμε ένα πράγμα πολύτιμο. Θεοφόροι, φορείς Θεού.

Όταν κάποιος κρατάει ένα κερί ή μια λαμπάδα, στο πρόσωπό του αντανακλά η φλόγα τους, αστράφτει. Όταν φέρει κάποιος εντός του τον Θεό, των φώτων το Φως, φωτίζεται έσωθεν τόσο, ώστε η σάρκα του όλη, το κορμί του, μεταμορφώνονται, ομορφαίνουν.

Οι ηθοποιοί, καθώς ερμηνεύουν το ρόλο τους πάνω στη θεατρική σκηνή, μεταμορφώνονται εντελώς, τους πλημμυρίζει το φως των προβολέων. Μέσα σε τούτη την πλημμυρίδα φωτός δύσκολα θα αναγνώριζε ακόμα κι ο γονιός τον γιο του ή την θυγατέρα του, τόσο πολύ αλλάζουν.

Το ίδιο δύσκολα κι εγώ αναγνώριζα τους συχωριανούς μου, την ώρα που, βγαίνοντας από το ναό, μετέφεραν τον Θεό «υπό την στέγην» της ψυχής τους. Τόσο ωραίοι, φωτεινοί, θαυμάσιοι έδειχναν τώρα.

Δεν είδα ποτέ μου δέρμα, σώμα, ωραιότερα από εκείνα των θεοφόρων ανθρώπων, που κουβαλούσαν την εκθαμβωτική λάμψη Θεού. Αποκτούσαν σάρκα θεωμένη, ανάλαφρη, δίχως όγκο, αλλοιωμένη από την ανταύγεια του θείου Πνεύματος.

Καθόμουν και κοίταζα λοιπόν τις κινήσεις των θεοφόρων χωρικών έτσι, όπως κοιτάζει ο θεατής ένα θέαμα. Και όμοια με τους θεατές των θεαμάτων, ήμουν μαγεμένος.

Όλοι οι χωρικοί, ακτινοβολώντας σαν διαμάντια, βάδιζαν και πλησίαζαν τον πατέρα μου, έστεκαν μπροστά του, λίγα βήματα πιο πίσω, έσκυβαν και προσκυνούσαν, όπως το κάνουμε μπροστά στις εικόνες, κι αυτό μου φαινόταν απολύτως φυσιολογικό. Γιατί ο πατέρας μου ήταν εικόνα.

Κατόπιν οι χωρικοί, με ενωμένες τις δυο παλάμες σε σχήμα ποτηριού, έπιαναν το απλωμένο δεξί χέρι του πατέρα μου, όπως αγγίζει κανείς άγιο λείψανο και το γλυκοφιλούσαν, το ασπάζονταν όπως φιλούμε άγιο άρτο, την αναφορά, πριν την βάλουμε στο στόμα και τη φάμε. Ο κάθε πιστός, ασπαζόμενος το δεξί του χέρι, πρόφερε:

– Ευλόγησον, πάτερ.

Κι εκείνος απαντούσε:

– Ο Θεός να σε ευλογεί παιδί μου.

Βίργκιλ Γκεοργκίου «Από την 25η ώρα στην αιώνια ώρα» εκδ. Αρμός.

 

 

 

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2021

Η Μεταμόρφωσις του Ιησού Χριστού.

 

Ο Θεός είναι πανταχού παρών, πληρή τα πάντα, δεν υπάρχει κάπου που να μην είναι ο Θεός και δεν υπάρχει κάτι που να μην περιέχει ο Θεός. Είναι τόσο κοντά μας ώστε να μην υπάρχει καμία απόσταση, ώστε και αν πούμε ότι είναι μέσα μας ο Θεός πάλι και αυτό έχει κάποια απόσταση, ενώ απόσταση ΔΕΝ υπάρχει ανάμεσα σ’ εμάς και τον Θεόν…

Κι όμως σήμερα, παρουσιάζεται εμπρός μας εν ετέρα μορφή, λαμπρός ως ο ήλιος και δείχνει το πρόσωπο Του μέσα σε φως, προς εμάς και τους Μαθητές Του, για να Τον καταλάβουμε, πιο πολύ για να κατανοήσουμε το Πάθος Του, το πάθος μας.

Ο Χριστός Μεταμορφώνεται όχι σε κάτι «άλλο» αλλά στον ίδιο τον εαυτό Του, στην υπόστασή Του, ένα βήμα πιο μπροστά απ’ αυτό που ξέρουμε. Εάν μας παραλαμβάνει με την Θεανθρώπινη υπόσταση Του και μας φέρει εις μέρος υψηλόν και μεταμορφούται έμπροσθεν ημών, το κάνει ώστε όταν Τον δούμε Σταυρούμενον να καταλάβουμε ότι αυτό γίνεται εκούσια.

Εκούσια είναι μια λέξη, ΑΓΑΠΗ, όμως είναι το δεικνύμενο. Όταν αφήνομαι απέναντι σου, όταν δίνω, δίνω με επίγνωση, εκούσια…εκούσια θα πει, με ελευθερία. Και αγάπη υπάρχει μόνο μέσα στην ελευθερία.

Σήμερα είναι μία εορτή του Προσώπου. Του όντως Προσώπου. Του δικού μας προσώπου. Μόνον που εμείς πίπτουμε στη γη, συνεχώς, όταν εμπρός μας, γύρω μας, πάνω μας, σε ένα όρος Θαβώρ της ζωής μας, ο Χριστός Μεταμορφούται..  Για εμάς. Για να μας δείξει το πρόσωπό μας. Εμείς μεριμνάμε για σκηνές και σκηνώματα, ταξιδεύουμε μακριά σε Θαβώρ γεωγραφικά, ενώ τα πάντα συμβαίνουν εδώ και τώρα, σε αυτήν την στιγμή της ζωής μας με τους ανθρώπους που αυτήν την στιγμή βρίσκονται δίπλα μας.

Αλλά το επερχόμενο πάθος μας γεμίζει άγχος, φόβο, βιασύνη…

Ο χρόνος που περνά, τα πράγματα που αλλάζουν, που ματαιώνονται, που δεν τελεσφορούν τις επιθυμίες μας, η αλλαγή που συντελείται επάνω μας, στο σώμα μας και εμείς το νομίζουμε για γήρας, για ασθένεια, για πάθος, ενώ είναι πορεία προς Μεταμόρφωση.

Είναι πορεία προς τα εκεί που Μωυσής και Ηλίας και Νεφέλη και φωνή από την Νεφέλη, θα μας αποκαλύψουν ότι Αυτός που βλέπουμε εμπρός μας και εντός μας είναι ο Υιός Του Ανθρώπου, αυτού πρέπει να ακούουμε.

Για να γίνει αυτό, χρειάζεται αυτό το «εκούσια», δηλαδή με ελευθερία, με πολύ Αγάπη. Κι όλα αυτά που μας εμποδίζουν να τα δούμε σαν Φως θα τα δούμε ότι είναι Φως.

Προς το παρών, μένουμε πεσμένοι κατά γης.…παρακολουθούμε όλα αυτά που αλλάζουν γύρω μας, πάνω μας και μέσα μας έντρομοι. Γιατί δεν βλέπουμε τι γίνεται γύρω μας και μέσα μας, όμως, εν ετέρα μορφή…..

Η ζωή μας και ο κόσμος μας υπάρχουν εν ετέρα μορφή, λουσμένα όλα στο Φως της Μεταμορφώσεως. Όταν θα εγερθούμε πραγματικά δεν θα είμαστε καθόλου μόνοι. Δίπλα μας παραμένει ο Χριστός στην διπλή Του υπόσταση, Θεάνθρωπος, πλησίον, αναλλοίωτος, καταληπτός, έτσι στον καθ’ ένα, έτοιμος να ενωθεί μαζί μας, προσωπικά.

Αυτό εορτάζουμε σήμερα. Τον βλέπουμε με τα μάτια μας στον κάθε συνάνθρωπό μας, αλλά βρίσκεται όπως μας λέει σήμερα η εορτή πάντα με τον Πατέρα και πάντα δίπλα μας.

Αλλά πρέπει να περιμένουμε, ίνα όταν Τον ίδωμεν Σταυρούμενον…περιμένουμε δηλαδή να μας δοθεί εντελώς…εκούσια.

Μήπως και εμείς, μπορέσουμε, επιτέλους, να δούμε, όχι από ανάγκη, με βία, αλλά εκούσια….με πολλή Αγάπη.

Εντελώς και Τέλεια.

Αμήν.

 

 

Η ΑΓΙΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η ζωή δεν είναι κατάσταση, δεν δόθηκε για να είναι κατάσταση. Είναι διαδικασία.

Είναι μία πορεία προς Όρος Θαβώρ, προς μία αποκάλυψη ενός Προσώπου, «εν ετέρα μορφή». Βρισκόμαστε εντελώς ανυποψίαστοι σε μία διαδικασία να δούμε τα πάντα γύρω μας λουσμένα στο φως. Όμως βεβαρημένοι ύπνω παραμένουμε στους πρόποδες του Όρους, στηρίζοντας ο ένας τον άλλο σε αυτήν την κατάσταση.

Ενώ δίπλα μας, πάντα δίπλα μας, εμπρός μας και εντός μας ο συνοδοιπόρος μας Ιησούς Μεταμορφώνεται σε αυτό που είναι, σε αυτό που, φυσικά, είμαστε και εμείς.

Όλα αποδεικνύονται μέσα σε αυτό το Φως του Αυγούστου, όλα αλλάζουν και παρά που εμείς δεν θέλουμε τις αλλαγές, μας αρέσουν. «Καλόν εστίν ημάς ώδε είναι…..» λέμε κάθε φορά, που μια αναπάντεχη στροφή στη ζωή μας ανατρέπει την ζωή μας σαν κατάσταση και χωρίς εμείς να το θέλουμε, την κάνει διαδικασία.

Μία ασθένεια ή μια απειλή για ασθένεια, ένας χωρισμός, μια αποτυχία, μια σκληρή αποκάλυψη μιας ακόμη πλάνης μας και εμπρός εξαστράπτει το πρόσωπον Αυτού, έτερον και ο ιματισμός Αυτού λευκός, απέναντι στις σκούρες σκιές των δικών μας μάταιων καταστάσεων….

Και αναβλέπουμε σαν πρώτη φορά, ποια είναι η ζωή μας και πόσο ωραία είναι αυτή η ζωή, που θα θέλαμε να ποιήσουμε σκηνές εδώ, μέσα σε αυτήν Την λαμπρότητα, γιατί είναι ο Χώρος στον οποίον πραγματικά ανήκουμε. Και σαν ορόσημο του Χθες και του Αύριο, Μωυσής και Ηλίας, και σαν όνειρο η Νεφέλη, και γύρω μας παντού φωνή εκ της Νεφέλης και μέσα σε αυτήν την απόλυτη ενότητα, υπάρχουμε πραγματικά, ίσως και για πρώτη φορά ΟΛΟΚΛΗΡΟΙ.

Αυτή είναι η διαδικασία της ζωής μας, ή η ζωή μας σαν διαδικασία.

Να υπάρξουμε ολόκληροι μέσα σε ολόκληρο το Θεό, βλέποντας τον Θεό σαν Φως, και ακούγοντας ξανά την φωνή Του, όπως στην αρχή της ύπαρξής μας, να μιλά για ΑΓΑΠΗ, «ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός».

Αυτή η σημερινή μας συνάντηση, είναι μια γιορτή Αγάπης. Ο Χριστός εμφανίζεται εμπρός μας έτσι στην πλήρη Αγάπη Του προς εμάς, γιατί εκεί που αγαπάς πολύ αποκαλύπτεσαι.

Σήμερα, εδώ, αποκαλύπτει και ο Πατέρας Την Αγάπη Του για Τον Υιό και για εμάς, μέσω Αυτού, λέγοντας μας, «αυτού ακούετε».

Και όταν ολοκληρώθηκε, τότε , αυτή η μεγάλη γιορτή, ευρέθη ο Ιησούς μόνος. Μαζί μας. Και συνεχίζει να είναι μαζί μας.

Κατέβηκε από το όρος, κατευθυνόμενος προς τον Γολγοθά, και είπε προς τους ανθρώπους της στιγμής εκείνης, «Μηδενί είπητε το όραμα έως ού ο Υιός Του ανθρώπου εκ νεκρών αναστή.»

Χρειάζεται Σταύρωση και Ανάσταση για να κατανοηθεί η Μεταμόρφωση.

Είναι μια Τριάδα γεγονότων, αλλά προηγείται η Μεταμόρφωση. Για να ξέρουμε ποιοι πραγματικά είμαστε. Έτσι θα γίνει εκούσια η Σταύρωση και η Ανάσταση θα συμβεί.

Σήμερα πρέπει να καταλάβουμε όλοι τι είδαμε. Και να σιγήσουμε. Πορευόμαστε προς ένα Γολγοθά, που ο Κύριος ανέβηκε πρώτος Αυτός. Για αυτό και μας αποκαλύπτεται σήμερα. Δείχνοντας μας ότι η ζωή την οποίαν ζούμε βεβαρημένοι ύπνω, δεν είναι κατάσταση, είναι μάταιο να την κάνουμε συνεχώς κατάσταση.

Είναι διαδικασία.

Είναι Θαβώρ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2021

Θεοτόκος, η Μεσίτρια του Γένους των Χριστιανών.

 

Η Παρθένος, έχοντας αφιερωθεί τελείως στο Θεό, παρόλο που απώθησε κάθε παρόρμηση προς αμαρτία, ένιωσε την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης πολύ περισσότερο από άλλους και επιθυμούσε διακαώς την έλευση του Σωτήρα.

Μέσα στην ταπείνωσή της θεωρούσε τον εαυτό της ανάξιο ακόμη και να διακονήσει την Παρθένο που θα τον κυοφορούσε.

Για να μην την αποσπά τίποτα από την προσευχή και την εγρήγορση, η Μαρία έδωσε στο Θεό όρκο να μην νυμφευθεί, έτσι ώστε να ευχαριστεί μόνον Αυτόν σε όλη της τη ζωή. Ήταν αρραβωνιασμένη με τον ηλικιωμένο Ιωσήφ. Όταν η ηλικία της δεν Της επέτρεπε να παραμείνει στο Ναό, εγκαταστάθηκε στην οικία του στη Ναζαρέτ.

Εδώ η Παρθένος συγκατατέθηκε στον αρχάγγελο Γαβριήλ που της έφερε τα χαρμόσυνα νέα της γέννησης του Υιού του Υψίστου απ’ αυτήν· «Χαίρε, κεχαριτωμένη· ο Κύριος μετά σου· ευλογημένη συ εν γυναιξί… Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε, και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι· διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού».

Η Μαρία αποδέχθηκε την αγγελική χαρμόσυνη είδηση ταπεινά και υποτακτικά. «Τότε ο Λόγος, με τρόπο γνωστό σε αυτόν, κατήλθε και, όπως Αυτός ο ίδιος θέλησε, εισήλθε στη Μαρία και κατοίκησε μέσα σε αυτή».

«Όπως η αστραπή φωτίζει ό,τι είναι κρυμμένο, έτσι και ο Χριστός εξαγνίζει ό,τι είναι κρυμμένο στη φύση των πραγμάτων. Εξάγνισε και τη Μαρία και ύστερα γεννήθηκε, έτσι ώστε να δείξει ότι εκεί που είναι ο Χριστός, είναι εμφανής η αγνεία σε όλη της τη δύναμη. Εξάγνισε την Παρθένο, έχοντας ετοιμάσει αυτή με το Άγιο Πνεύμα, και τότε η κοιλία, έχοντας γίνει αγνή, Τον συνέλαβε. Εξάγνισε την Παρθένο όταν αυτή ήταν άθικτη διότι, έχοντας γεννηθεί, την άφησε Παρθένο.

Δεν λέω ότι η Μαρία έγινε αθάνατη, αλλά ότι όντας φωτισμένη με τη χάρη, δεν ενοχλείτο από αμαρτωλές επιθυμίες». «Το Φως κατοίκησε σε αυτή, εξάγνισε το νου της, έκανε τις σκέψεις της καθαρές , αγνές τις ανησυχίες της, καθαγίασε την Παρθενία της». «Εκείνη που ήταν αγνή σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική, Αυτός την έκανε αγνή κατά χάρη».

Η Μαρία δεν είπε σε κανένα για την εμφάνιση του αγγέλου, αλλά ο ίδιος ο άγγελος αποκάλυψε στον Ιωσήφ τη θαυμαστή σύλληψη της Μαρίας από το Άγιο Πνεύμα μετά τη γέννηση του Χριστού με πλήθος επουρανίων στρατιών των αγγέλων, το ανήγγειλε στους ποιμένες. Οι ποιμένες, ερχόμενοι να προσκυνήσουν το νεογέννητο, είπαν πως είχαν ακούσει γι’ Αυτό.

Έχοντας προηγουμένως υπομείνει την υποψία με σιωπή, η Μαρία και τώρα άκουσε με σιωπή και συντήρησε στη καρδιά Της τα ρήματα σχετικά με τη μεγαλοσύνη του Υιού της. Σαράντα ημέρες αργότερα άκουσε τη δοξαστική προσευχή του Συμεών και την προφητεία σχετικά με τη ρομφαία πού θα διαπερνούσε τη ψυχή της. Αργότερα είδε πώς ο Ιησούς προόδευε στη σοφία· τον άκουσε σε ηλικία δώδεκα ετών να διδάσκει στο Ναό, και όλα τα συντήρησε στη καρδιά της.

Παρ’ όλο που ήταν κεχαριτωμένη, δεν είχε ακόμα καταλάβει σε τί θα συνίστατο το λυτρωτικό έργο και η μεγαλοσύνη του Υιού της. Οι Εβραϊκές αντιλήψεις για το Μεσσία τις ήταν οικείες και φυσιολογικά συναισθήματα την έκαναν να ανησυχεί γι’ Αυτόν, προστατεύοντάς τον από εργασίες και κινδύνους που μπορούσαν να φανούν υπερβολικοί.

Επομένως, στην αρχή ακουσίως ευνοούσε τον Υιό της κάτι που προκάλεσε την υπόδειξή του για την ανωτερότητα της πνευματικής συγγένειας από τη σαρκική. «Ανησυχούσε βέβαια για την τιμή της Μητέρας του, αλλά πιο πολύ για τη σωτηρία της ψυχής της και τη σωτηρία των ανθρώπων, για τους οποίους είχε ενδυθεί τη σάρκα».

Η Παναγία το κατανοούσε αυτό και άκουσε το λόγο του Θεού και τον φύλαξε. Όπως κανείς άλλος άνθρωπος, είχε τα ίδια αισθήματα με το Χριστό· αγόγγυστα σηκώνοντας τον πόνο μιας μητέρας, όταν έβλεπε τον Υιό της να διώκεται και να υποφέρει συναγαλλόμενη την ημέρα της Αναστάσεως, ενδεδυμένη την ημέρα της Πεντηκοστής με «δύναμη εξ ύψους».

Το Άγιο Πνεύμα που κατήλθε σε Αυτήν .Την δίδαξε τα πάντα, και «Την οδήγησε εις πάσαν την αλήθεια». Όντας φωτισμένη, ξεκίνησε να εργάζεται όλο και περισσότερο ενθουσιωδώς για να εκτελέσει ό,τι είχε ακούσει από τον Υιό της και Σωτήρα, έτσι ώστε να ανέλθει σ’ Αυτόν και να είναι μαζί Του.

Το τέλος της επίγειας ζωής της Υπεραγίας Θεοτόκου ήταν η αρχή της μεγαλοσύνης της. «Όντας κεκοσμημένη με θεία δόξα» στέκεται και θα στέκεται και την ήμερα της Κρίσεως και στον μέλλοντα αιώνα, στα δεξιά του θρόνου του Υιού της.

Βασιλεύει μαζί με Αυτόν και έχει παρρησία προς Αυτόν ως η κατά σάρκα Μητέρα του και ως ένα πνεύμα με Αυτόν ως μία που έκανε το θέλημα του Θεού και δίδαξε άλλους. Ελεήμων και γεμάτη αγάπη, επιδεικνύει την αγάπη της προς τον Υιό της και Θεό, από αγάπη για το ανθρώπινο γένος. Μεσιτεύει γι’ αυτό ενώπιον του Ελεήμονος, και ασχολούμενη με τον κόσμο, βοηθάει τους ανθρώπους.

Έχοντας ζήσει όλες τις δυσκολίες της επίγειας ζωής, η Μεσίτρια του γένους των χριστιανών βλέπει κάθε δάκρυ, ακούει κάθε στεναγμό και ικεσία απευθυνόμενη προς Αυτή. Ιδιαίτερα κοντά της είναι όσοι εργάζονται στη μάχη κατά των παθών και ποθούν ένθερμα μια θεάρεστη ζωή. Αλλά ακόμα και για τις επίγειες έγνοιες είναι αναντικατάστατη βοηθός.

«Πάντων θλιβομένων η χαρά, και αδικούμενων προστάτις και πενομένων τροφή , ξένων τε παράκλησις και βακτηρία τυφλών, ασθενούντων επίσκεψις, καταπονουμένων, σκέπη και αντίληψις και ορφανών βοηθός, Μήτερ του Θεού του Υψίστου, συ υπάρχεις Άχραντε»· «Η ελπίς και μεσιτεία και καταφύγιο των Χριστιανών».

«Η εν πρεσβείαις ακοίμητη Θεοτόκος», «η κραταιά βοήθεια του κόσμου»· «ημέρας γαρ και νυκτός πρεσβεύεις υπέρ ημών και τα σκήπτρα της βασιλείας ταις σαις ικεσίαις κρατύνονται».

Δεν υπάρχει νους ή λόγια για να εκφραστεί το μεγαλείο Αυτής που γεννήθηκε στην αμαρτωλή ανθρώπινη φυλή αλλά έγινε «τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξότερα ασυγκρίτως των Σεραφείμ».

 

Πηγή: Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς, «Η τιμή της Θεοτόκου στην Ορθόδοξη Εκκλησία», εκδ. Μυριόβιβλος.