Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Κυριακή της Σαμαρείτιδος.

 «Ει ήδεις την δωρεάν του Θεού, και τις έστιν ο λέγων σοι, δος μοι πιείν, ου αν ήτησας αυτόν, και έδωκεν αν σοι ύδωρ ζών».

Εάν αναγνώριζες την δωρεά του Θεού, και ποιος είναι αυτός που σου ζητά να πιει, τότε εσύ θα ζητούσες από εκείνον ,το ύδωρ της ζωής.

Σ αυτό το σημείο, αγαπητοί αδελφοί, γίνετε ακόμα πιο ξεκάθαρο αυτό που σημάνθηκε στις ευαγγελικές περικοπές των προηγουμένων εβδομάδων.

Εάν αναγνωρίσεις την δωρεά του Θεού...

Το λέγει αυτό ο ίδιος ο Κύριος, που έφθασε εκεί την ώρα την έκτη, κεκοπιακώς.

Κουρασμένος.

Εκεί έφθασε και μια γυναίκα .Σαμαρείτης.

Άφησε την πόλη και έφθασε έως εδώ, για να αντλήσει ύδωρ από το αγιασμένο φρέαρ του Ιακώβ. Κουρασμένη και αυτή. Από την δική της ζωή. Αυτήν την ζωή που θα της αποκαλύψει σε λίγο ο Κύριος.

Με ποιόν τρόπο;

Μα με τον δικό της τρόπο. Τον προσωπικό.

«Δος μοι πιείν».

Κι εκείνη ψάχνει την αιτίαν. Δεν ανταποκρίνεται κατευθείαν στο αίτημα του Θεού, αλλά αναζητά τις απαντήσεις που την απασχολούν. Κάτι για την δική της ταυτότητα.

Πώς εσύ, Ιουδαίος ον, ζητάς από εμένα, γυναίκας Σαμαρείτισας, να πιεις;

Η ίδια δυσκολία με τον παραλυτικό. Δυσκολία στην αναγνώριση.

«Εδώκουν ότι ο κηπουρός εστίν» οι Μυροφόρες στην συνάντηση στον Πανάγιο Τάφο.

Ο Χριστός παρακάμπτει την ερώτηση και της μιλά για το ύδωρ που εάν πιει δεν θα διψάσει ξανά. Κι εκείνη γυρίζει πάλιν στους δικούς της περιορισμούς. Χωρίς να το καταλαβαίνει.

Δεν έχεις άντλημα. Και μήπως είσαι εσύ καλύτερος από τον πατέρα μας τον Ιακώβ, που κι αυτός από εδώ ήπιε και έδωκε και στα παιδιά του, και σε εμάς;

«πας ο πίνων εκ του ύδατος τούτου, διψήσει πάλιν».

Είναι η έκτη ώρα. Είναι η ώρα που ο Χριστός θα καθίσει κεκοπιακώς. Και θα αποκαλύψει.

Φώναξε μου τον άνδρα σου.

Και η γυναίκα θα αποκαλύψει κι εκείνη την δικήν της αλήθεια.

Δεν έχω άνδρα.

«άνθρωπο ουκ έχω» είπε ο Παραλυτικός. Άλλη μία μοναξιά. Άλλη μία μάταια προσπάθεια.

Πέντε άνδρας είχες και αυτός που τώρα έχεις δεν είναι άνδρας σου.

Ο ορίζοντας αρχίζει να πλαταίνει για εκείνην που από γυναίκα Σαμαρείτισσα θα γίνει Φωτεινή.

Πού είναι σωστό να προσκυνώ τον Θεό;

Από την αποκάλυψη της προσωπικής της ζωής, ξεγλιστρά σε θρησκευτικές ερωτήσεις. Πού είναι σωστό να προσκυνώ τον Θεό;

Όχι πως, αλλά, που.

Δίπλα στο Φρέαρ του Ιακώβ, ένα σύμβολο της Παλαιάς Διαθήκης, ένα σύμβολο του ΠΟΥ, ο Χριστός αποκαλύπτει την δική Του Διαθήκη. Του ΠΩΣ.

Γιατί Πνεύμα ο Θεός και όσοι Τον προσκυνούν «εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν».

Άφησε η γυναίκα την υδρία της και έτρεξε στην πόλη να αναγγείλει την χαρά της ότι ίσως αυτός είναι ο Χριστός. Άφησε την υδρία της εκεί. Άρχισε ο δρόμος για την ελευθερία.

Θα επαναλάβει ο Κύριος και με τους Μαθητές του τον ίδιο σχεδόν διάλογο.

«Ραββί, φάγε» του λέγουν.

«εγώ βρώσιν έχω φαγείν, ην υμείς ουκ οίδατε».

Τι είναι αυτό πού ούτε και οι Μαθητές ακόμα δεν γνώριζαν;

Αυτό που δεν γνώριζαν ήταν το πόσο κοντά ήταν ο θερισμός.

«Επάρατε τους οφθαλμούς υμών, και θεάσασθε τας χώρας, ότι λευκαί εισί προς θερισμόν ήδη».

Και Εκείνος τους προσκαλεί να θερίσουν ότι δεν έσπειραν. Γιατί άλλος έσπειρε πριν από αυτούς. Μα ο καρπός πρέπει να συναχτεί. Για να χαρούν όλοι. Και ο σπείρων και ο θερίζων.

Πόσο όμορφη αυτή η  εικόνα αδελφοί. Αυτή η παρουσίαση της χαράς της Βασιλείας των Ουρανών. Εκεί που θα χαίρετε ομού ο σπείρων και ο θερίζων. Εκείνος που κοπίασε, που εσταυρώθη, που ετελείωσε το έργο του Θεού, και οι Θεριστές και ο καρπός, όλοι ομού.

Και όλα αυτά, σήμερα στην Κυριακή της Σαμαρείτιδας, της γυναίκας που διψούσε.

Σήμερα, δίπλα στο φρέαρ του Ιακώβ, λίγες ημέρες μετά που η Εκκλησία μας εόρτασε την μεγάλη εορτή της Μεσοπεντηκοστής.

«Και πολλώ πλείους επιστεύσαν δια τον λόγον αυτού…»

Και καλείτε η Σαμαρείτης να γίνει Φωτεινή.

Και καλούνται οι Μαθητές προς θερισμόν.

Βαδίζουμε λοιπόν προς την Κυριακή του Τυφλού. Εκεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, του Απεσταλμένου, όπου εάν νιφθούμε θα αναβλέψουμε.

Βαδίζουμε προς την Πεντηκοστή.

Αμήν.



ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ

Εκ του κατά Ιωάννη 

«Αλλ έρχεται ώρα και νυν εστίν, ότε οι αληθινοί Προσκυνηταί προσκυνήσουν τω Πατρί εν πνεύματι και αληθεία».

Με την αλήθεια συναντήθηκε εκείνο το απόγευμα, η Σαμαρείτης. Έφερνε μαζί της το βάρος της ημέρας, την υδρία αυτής και κάποιο ψέμα. Ένα από τα πολλά. Και το είπε πρώτο. Έτσι όπως όλοι κάνουμε συνήθως. Λέμε πρώτο αυτό που κρύβουμε. Φωνάζουμε το μυστικό μας.

Έτσι όπως ο παράλυτος «ουκ έχω άνθρωπο» και η Σαμαρείτιδα «ουκ έχω άνδρα» είπε, «δος μοι πιείν» θα ακούμε, όμως, πάντα τον Χριστό να μας λέγει,

«Δος μοι πιείν».. μα το φρέαρ για μας είναι βαθύ, και δεν έχουμε άντλημα. Γιατί δεν μπορούμε να δούμε την αλήθεια.

Γιατί ενώ συναντώμεθα με την αλήθεια, η αλήθεια μας ξεπερνά. Και η Αλήθεια επιμένει:

«ός δ άν πίη εκ του ύδατος τούτου, διψήσει πάλιν. Ος δ αν πίη εκ του ύδατος, ο εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήσει εις τον αιώνα...».

Ανατρέπει την δική μας, περιορισμένη αλήθεια, με την δική Του. Φθάνουμε πάντα κεκοπιακότες δίπλα στο φρέαρ, και το βρίσκουμε βαθύ, δίπλα στον Κύριο, και δεν βλέπουμε το άντλημα. Και πάντα διψάμε. Και πάντα Εκείνος προσφέρει ύδωρ πηγής αλλομένου εις ζωήν αιώνιον.

Γύρω μας τα όρια μιας πόλης, οι αντιλήψεις και οι περιορισμοί, Ιουδαίοι και Σαμαρείτες, δίκαιοι και άδικοι, αναμάρτητοι και μοιχοί. Αλυσίδες που μας δένουν σαν τον παραλυτικό, πάντα δίπλα σε μιαν πηγή, πάντα δίπλα στην ελπίδα. Κάτι να αλλάξει. Κάποιος άγγελος να κατέβει και να ταράξει τα ύδατα, ή να φτάσω έως εδώ, στο όρος Χωρήβ ή στα Ιεροσόλυμα ή κάπου αλλού ή σε κάποιον τέλος πάντων, που θα με σώσει. Και Εκείνος πάντα να θέτει πρώτος το ερώτημα «θέλεις υγιής γενέσθε;», «ύπαγε, φώνησον τον άνδρα σου και ελθέ ενθάδε…». Δείξε ποιος είσαι. Πως ζεις.

Οι περισσότεροι από εμάς θα αλλάξουμε συζήτηση, θα μπερδέψουμε τα λόγια μας, θα ζητήσουμε να μάθουμε άλλα αντί άλλων. Και ίσως θα ξοδέψουμε όλη μας την ζωή σε αυτό το ανώφελο κρυφτό. Θα πηγαινοερχόμαστε στο αγιασμένο φρέαρ και πάντα θα απομένουμε διψασμένοι. Δίπλα στην κολυμβήθρα αλλά πάντοτε κάποιος άλλος θα μπαίνει πριν από εμάς. Και θα ξοδεύουμε το κορμί και την ψυχή που μας δόθηκε, απαντώντας 

«όταν έλθει εκείνος, αναγγελεί ημίν πάντα». Αστείο. Να είσαι πάντα δίπλα Του, να είσαι δίπλα στο νερό και να λες «όταν έλθει». Τυφλός και μωρός. Να κρύβεις και να κρύβεσαι.

Μα κάποιος μας αγαπά και επιμένει:

«εγώ ειμί, ο λαλών σοι».

Ώρα έκτη, συναντώνται ο Θεός και ο Άνθρωπος.

Στο τέλος μιας ημέρας, στο τέλος μιας προσπάθειας.

Να σηκώσουμε τα μάτια, αδελφοί, και να δούμε τι μας περιβάλλει. Έτοιμες οι «χώρες» προς θερισμόν. Έτοιμες μέσα μας οι αρετές. Έτοιμη η βασιλεία του Θεού. Δεν έχουμε παρά να θερίσουμε εκεί που δεν σπείραμε. Να συνάξουμε καρπούς εκεί που δεν κοπιάσαμε. Να χαρούμε εμείς που θερίζουμε με Εκείνον που έσπειρε. Με Εκείνον που μας αγάπησε τόσο, που συναντάται μαζί μας δίπλα σε ένα φρέαρ βαθύ, το φρέαρ της προσωπικής μας αγωνίας.

Για να μας

Αλλάξει, για να μας ξεδιψάσει μια για πάντα.

Μόνο να δεχτούμε την αλήθεια. Να γίνουμε αληθινοί Προσκυνηταί «εν πνεύματι και αληθεία», «και γαρ ο Πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν».

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Οσία Σοφία η εν Κλεισούρα ασκήσασα.

 

Μια σύγχρονη Αγία της Ορθοδοξίας μας, η  Αγία Σοφία η ασκήτισσα της Κλεισούρας Καστοριάς., ήρθε πρόσφυγας από τον Πόντο και ασκήτεψε μέχρι τα τέλη του βίου της, το 1974, στο Μοναστήρι της Παναγίας, στην περιοχή της Κλεισούρας της Καστοριάς.

 Η Οσία Σοφία Χοτοκουρίδου, το γένος Αμανατίου Σαουλίδου, γεννήθηκε το 1883 μ.Χ. στο χωριό Σαρή-ποπά (ή Σαρή-παπά) της επαρχίας Αρδάσης Τριπόλεως, Νόμου Τραπεζούντας του Πόντου.

Το 1907 μ.Χ. παντρεύεται με τον Ιορδάνη Χοτοκουρίδη στο χωριό Το(γ)ρούλ της επαρχίας Αρδάσης και μετά από τρία χρόνια, το 1910 μ.Χ., απέκτησε ένα παιδί.

Έπειτα από δύο χρόνια, χάνει το παιδί της το οποίο βρίσκει τραγικό θάνατο, αφού φαγώθηκε από χοίρους, ενώ δυο χρόνια μετά, το 1914 μ.Χ. χάνει και τον άντρα της τον οποίο τον πήραν οι Τούρκοι στα τάγματα εργασίας, όπου και μάλλον απεβίωσε.

Η νεαρή χήρα κατέφυγε στα βουνά, όπου ζούσε ασκητικά, με μεγάλη νηστεία. Εκεί της εμφανίστηκε ο Άγιος Γεώργιος και την προειδοποίησε για επικείμενη επιδρομή των Τσετών. Η Σοφία ενημέρωσε τους συγχωριανούς της, που κρύφτηκαν και απέφυγαν τον κίνδυνο.

Στην ανταλλαγή των πληθυσμών το καράβι που μετέφερε τους συγχωριανούς της Σοφίας στην Ελλάδα κινδύνεψε να καταποντιστεί. Αυτή έβλεπε τα κύματα γεμάτα από Αγγέλους και την Παναγία.

Ζήτησε από αυτήν να πνιγεί η ίδια και να σωθούν οι συγχωριανοί της. Η Παναγία τους έσωσε όλους. Ο καπετάνιος δεν το πίστευε πώς σώθηκαν κι έλεγε: «Κάποιον άγιο έχουμε» και οι χωριανοί του απάντησαν: «Τη Σοφία».

Το 1927 μ.Χ. με παρότρυνση της Παναγίας πηγαίνει στο μοναστήρι της στην Κλεισούρα της Καστοριάς, στην Ιερά Μονή του Γενεθλίου της Υπεραγίας Θεοτόκου, όπου έζησε ασκητικά για μισό περίπου αιώνα.

Εκεί βρήκε έναν ενάρετο ιερομόναχο, τον π. Γρηγόριο, που είχε έλθει από το Άγιο Όρος, ο οποίος την κατάρτισε στη μοναχική ζωή. Έζησε ασκητικά ως λαϊκή, φορώντας τα μαύρα της χηρείας και της ασκήσεως, καθισμένη πάνω στο τζάκι και αλείφοντας το πρόσωπό της με στάχτη, για να μη φαίνεται η ομορφιά του.

Τα περισσότερα χρόνια τα πέρασε μόνη της, με μόνο τον Θεό, μια και το μοναστήρι έμεινε χωρίς μοναχούς. Υπέμεινε τους δριμείς χειμώνες, με τη θερμοκρασία να πέφτει στους -15 βαθμούς, και την πολλή υγρασία του τόπου.

Όταν της έλεγαν ν’ ανάψει φωτιά, φώναζε ένα μακρόσυρτο «Όχι!», που ακόμα ηχεί στα αυτιά όσων την άκουσαν. Κυκλοφορούσε ξυπόλητη, ενώ τα ρούχα της ήταν πάντα κουρελιασμένα και ανεπαρκή για τις συνθήκες της περιοχής. Της έδιναν καινούργια.

Δεν τα φορούσε, αλλά τα πρόσφερε σε όσους είχαν ανάγκη. Κοιμόταν και σ’ έναν άλλο χώρο, πάνω σε άχυρα, αλλά από κάτω είχε βάλει σουβλερές πέτρες. Δεν λουζόταν ποτέ ούτε χτενιζόταν, και τα μαλλιά της είχαν σκληρύνει πολύ.

Όταν κάποτε χρειάστηκε να τα σηκώσει από τα μάτια της, για να βλέπει καλύτερα, αναγκάστηκε να τα κόψει με το ψαλίδι που κούρευαν τα πρόβατα. Παρ’ όλα αυτά όμως, το κεφάλι της ευωδίαζε.

Το φαγητό της ήταν λιτότατο, συνήθως με ό, τι έβρισκε στην περιοχή: μανιτάρια, μούσκλια, αγριόχορτα, φτέρη, φύλλα των δέντρων, ή με λίγη ντομάτα τουρσί, μουχλιασμένη.

Τα σαββατοκύριακα έβαζε και μια κουταλιά λάδι στο πιάτο της. Άλλες φορές άνοιγε καμιά κονσέρβα ψάρι και το έτρωγε όταν είχε πιάσει ένα δάχτυλο μούχλα. Έτρωγε και σε παλιά σκουριασμένα ορειχάλκινα σκεύη, αλλά δεν πάθαινε τίποτα.

Νήστευε και με το παλαιό και με το νέο ημερολόγιο, για να μη σκανδαλίζει κανέναν και όταν κάποιοι διαμαρτύρονταν για τις «υπερβολές» της, τους απαντούσε: «Παιδεύω το σαρκίο μου».

Κι όμως, αυτή η αυστηρή με τον εαυτό της ασκήτρια ήταν πολύ γλυκιά και επιεικής με τους άλλους. Δεν κρατούσε δραχμή από τα χρήματα που της έδιναν, αλλά τα έκρυβε για να τα δώσει στους αναγκεμένους όταν θα ερχόταν η ώρα.

Τα τότε κοριτσάκια, σημερινές γερόντισσες της Κλεισούρας, που μιλούσαν ελληνικά και βλάχικα, αγαπούσαν τη συντροφιά της, έστω κι αν δεν καταλάβαιναν τα ποντιακά της.

Νουθετούσε τις άγαμες κοπέλες που τύχαινε να παραστρατήσουν, φρόντιζε να παντρευτούν, τις προίκιζε από τα χρήματα που της έδιναν και ανέθετε στην Παναγία την προστασία τους. «Η Παναΐα κι θα χαντ᾿ σας» (δεν θα σας χάσει η Παναγία), τους έλεγε.

Ποτέ δεν πλήγωσε ή στενοχώρησε κανένα. Αν καταλάβαινε ότι κάποιος είχε προβλήματα μέσα του, περνούσε από δίπλα του, του έλεγε ένα δυο λόγια, χωρίς να την αντιληφθούν οι άλλοι, απομακρυνόταν, κι εκείνος την ακολουθούσε.

Τον παρηγορούσε, τον συμβούλευε, τον ενίσχυε με τη χάρη του Θεού, κι αυτός έφευγε άλλος άνθρωπος. Έλεγε πολλές φορές: «Αυτοί ήρθαν μαύροι στην Παναγία και φεύγουν άσπροι».

Γνώριζε πολλά σκάνδαλα από ιερείς, μοναχούς, λαϊκούς… Δεν κατηγορούσε ποτέ κανέναν, αλλά έλεγε: «Να σκεπάζετε, να σας σκεπάζει ο Θεός».

Αγαπούσε και τα ζώα. Είχε μια αρκούδα, που ζούσε στο δάσος και την έλεγε «ρούσα». Ερχόταν κι έπαιρνε τροφή από τα χέρια της, της έγλειφε τα χέρια και τα πόδια από ευγνωμοσύνη κι επέστρεφε στο δάσος.

Έβαζε ψίχουλα στα περβάζια των παραθύρων για τα πουλάκια, κι αυτά, όταν η αγία προσευχόταν, φτερούγιζαν γύρω της και κελαηδούσαν. Σαν να ζούσε στον Παράδεισο, πριν από την πτώση.

Είχε κοινωνία με την Παναγία και τους Αγίους. Το 1967 μ.Χ., αρρώστησε βαριά, από σκωληκοειδίτιδα ή κήλη, ώστε να διπλωθεί στα δύο από τον πόνο. Δεν δέχτηκε γιατρό αλλά έλεγε: «Θα ‘ρθει η Παναγία να με πάρει από τον πόνο».

Έβαζε στουπιά η φυτίλια από τις κανδήλες, ώσπου σάπισε η πληγή κι έβγαζε κακοσμία. Τότε της εμφανίστηκε η Παναγία με τον αρχάγγελο Γαβριήλ και τον Άγιο Γεώργιο. Της είπε ο αρχάγγελος: «Θα σε κόψουμε τώρα». Αυτή απάντησε: «Είμαι αμαρτωλή, να εξομολογηθώ, να κοινωνήσω, και να με κόψεις».

Μια «εγχείρηση θα σου κάνουμε», της απαντά. Έγινε η επέμβαση, η Σοφία έγινε καλά και συχνά σήκωνε χωρίς ντροπή την μπλούζα ή το φόρεμά της, για να δείξει στον κόσμο την τομή που έκλεισε μόνη της.

Η Οσία Σοφία, η «ασκήτισσα τής Παναγιάς» όπως αποκαλείται, εκοιμήθη εν Κυρίω στις 6 Μαΐου 1974 μ.Χ. Στις 7 Ιουλίου 1981 μ.Χ. γίνεται η πρώτη ανακομιδή των λειψάνων της, τα οποία ευωδιάζουν. Στις 27 Μαΐου 1998 μ.Χ. γίνεται η δεύτερη ανακομιδή των λειψάνων της τα οποία μεταφέρονται στο μοναστήρι από το Σεβ. Μητροπολίτη Καστοριάς κ.κ. Σεραφείμ.

Η Μεγάλη Εκκλησία την ενέταξε το 2011 μ.Χ. στις αγιολογικές δέλτους της και την 1η Ιουλίου 2012 μ.Χ., έγινε η επίσημη ανακήρυξή της από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην Καστοριά.


 

 

 

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Βίος του Αγίου Εφραίμ.

 

Ο Άγιος Εφραίμ, κατά κόσμο Κωνσταντίνος Μόρφης, γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 14 Σεπτεμβρίου 1384 μ.Χ. σε ειδυλλιακή τοποθεσία , κοντά στον Ληθαίο ποταμό. Έμεινε ορφανός από πατέρα σε μικρή ηλικία μαζί με τα άλλα εφτά αδέλφια του, τη δε φροντίδα τους, μετά τον Θεό, ανέλαβε η ευσεβής μητέρα του. Σε ηλικία 14 ετών, για να αποφύγει τον εξισλαμισμό και τα γενιτσαρικά σώματα, εισήλθε στην ακμάζουσα τότε σταυροπηγιακή Ιερά Μονή του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου του όρους των Άμωμων (Καθαρών) της Αττικής.

Ο Άγιος Εφραίμ ακολούθησε με ένθεο ζήλο τον Χριστό, και διέπρεψε με την λαμπρότητα της ζωής του και τους πόνους της αθλήσεως του στο ορός των Άμωμων Αττικής (Περιοχή Νέας Μάκρης). Αξιώθηκε ακόμα να λάβει το μέγα Μυστήριο της Ιεροσύνης και το χάρισμα να υπηρετεί το άγιο θυσιαστήριο, σαν άγγελος Θεού, με φόβο Θεού και πολλή κατάνυξη.

Το 1416 μ.Χ. οι Τούρκοι εισέβαλαν και λεηλάτησαν την Αττική και ανάγκασαν το Δούκα των Αθηνών να δηλώσει υποταγή στο Σουλτάνο. Το 1424 μ.Χ. οι Τούρκοι εισέβαλαν βιαίως στη Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και έσφαξαν όλους τους Πατέρες της Μονής. Ο Άγιος απουσίαζε στη σπηλιά του πάνω στο βουνό για προσευχή και μόλις επέστρεψε αντίκρισε έντρομος τα πτώματα των Πατέρων. Αφού τους έθαψε, ακολούθως θρήνησε γοερώς.

 Τον επόμενο χρόνο, την 14η Σεπτεμβρίου 1425 μ.Χ., επανήλθαν οι βάρβαροι και βρήκαν τον Άγιο. Τον συνέλαβαν και άρχισαν τα μαρτύρια του, που τελείωσαν στις 5 Μαΐου 1426 μ.Χ. ήμερα Τρίτη και ώρα 9 το πρωί. Τον κρέμασαν ανάποδα σ' ένα δένδρο, που σώζεται ακόμα, τον κάρφωσαν στα πόδια και το κεφάλι, και τέλος το καταπληγωμένο και μαρτυρικό σώμα του το διαπέρασαν με αναμμένο ξύλο και έτσι παρέδωσε την αγία του ψυχή στον στεφανοδότη Χριστό.

Μετά από μισή χιλιετία ευδόκησε ο φιλάνθρωπος Θεός και φανερώθηκαν, ύστερα από πολλές εμφανίσεις του ιδίου του Αγίου Εφραίμ και πολλών άλλων θαυμαστών γεγονότων, όλα όσα σήμερα γνωρίζουμε, τα οποία επιβεβαιώθηκαν με την εύρεση των μαρτυρικών και χαριτόβρυτων λειψάνων του Αγίου στις 3 Ιανουαρίου 1950 μ.Χ.

Ο Άγιος Εφραίμ γιορτάζεται δύο φορές το χρόνο, στις 3 Ιανουαρίου η εύρεση των τιμίων λειψάνων του, και στις 5 Μαΐου το μαρτυρικό του τέλος. Στα Τρίκαλα πανηγυρίζεται από τον Ιερό Ναό Αγίου Στεφάνου, απέναντι του οποίου, κατά παράδοση, υπήρχε το πατρικό του σπίτι.

Το 2011 μ.Χ. το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης κατέταξε τον Όσιο Εφραίμ στο επίσημο ορθόδοξο εορτολόγιο.

 

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΚΡΗΣ

Η Μονή του Αγίου Εφραίμ στη Νέα Μάκρη είναι ένα από τα παλαιότερα μοναστήρια. Πολλοί μοναχοί και ιερείς έμειναν εκεί και προσευχήθηκαν στον Κύριο. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας έγιναν μεγάλες και βάρβαρες σφαγές, όπου ξεκληρίστηκε το μοναστήρι.

Το 1945 μ.Χ. η μοναχή τότε Μακαρία πήγε στα ερείπια της αρχαίας μονής του Ευαγγελισμού, άλλοτε ονομαζόμενης ως Σταυροπηγιακής, του Όρους Αμωμών, στις βορειοανατολικές υπώρειες του Πεντελικού. Από θεία παρόρμηση, διαμόρφωσε ένα κελάκι εκεί και άρχιζε να καθαρίζει τα ερείπια του παλαιού Ναού για να τον ανακατασκευάσει. Εκεί πολλές φορές διαλογιζόταν ότι σε εκείνα τα χώματα είχαν ζήσει κατά την πάροδο των αιώνων μοναχοί και προσευχόταν να γνωρίσει ή να της φανερωθεί κάποιος από αυτούς. Μια φωνή, αρχικά σιγανή αλλά με τον καιρό δυνατότερη στην ψυχή της, της έλεγε: «Σκάψε και θα βρεις αυτό που επιθυμείς», μέχρι τη στιγμή που της είχε φανερωθεί ένα σημείο στο προαύλιο του μοναστηριού.

Έτσι στις 3 Ιανουαρίου 1950 μ.Χ. ανέθεσε σε εργάτη το σκάψιμο του συγκεκριμένου σημείου που της υποδείκνυε η ίδια η ψυχή της. Αν και ο εργάτης ήταν αρνητικός και ήθελε να σκάψει οπουδήποτε αλλού παρά σε αυτό το σημείο, τελικά, μετά από τις εκκλήσεις και τις προσευχές, ο εργάτης πείστηκε και ξεκίνησε να σκάβει. Το σημείο είχε ένα μισογκρεμισμένο τζάκι, τοίχο και πράγματα που καταδείκνυαν ότι εκεί κάποτε υπήρχε κελί κάποιου μοναχού. Το πρώτο εύρημα, ένα κεφάλι. Μάλιστα, ο χώρος ανέδυε μια ευωδιά. «Γονάτισα με ευλάβεια και ασπάστηκα το σκήνωμα του Αγίου και αισθάνθηκα βαθιά την έκταση του μαρτυρίου του. Η ψυχή μου γέμισε από αγαλλίαση, απέκτησα μεγάλο θησαυρό, και παίρνοντας το χώμα με προσοχή έβλεπα την αρμονία του σκηνώματός του, που, αν και τόσους αιώνες μέσα στη γη, δεν είχε αλλοιωθεί», έγραψε η ηγουμένη Μακαρία περιγράφοντας τα όσα συνταρακτικά τής συνέβησαν

Με προσοχή , η Ηγουμένη Μακαρία έβγαλε όλο το σκήνωμα και το τοποθέτησε σε μία θυρίδα που ήταν πάνω από τον τάφο. Ήταν φανερό ότι επρόκειτο για κληρικό καθώς το ράσο του είχε παραμείνει άθικτο.

Το βράδυ, διαβάζοντας τον εσπερινό, η Ηγουμένη άκουσε βήματα. Ο ήχος ερχόταν από τον τάφο, αντηχώντας έως την πόρτα της εκκλησίας. Εκεί τον πρωτοαντίκρισε. Ήταν ψηλός με μάτια μικρά στρογγυλά, με μακριά μαύρα γένια που έφταναν στο λαιμό, ντυμένος με τη μοναχική αμφίεση. Στο ένα χέρι είχε μία φλόγα και με το άλλο ευλογούσε. Ζήτησε να τον βγάλουν από αυτήν τη θυρίδα που τον είχαν. Την επόμενη κιόλας μέρα η Ηγουμένη καθάρισε τα οστά και τα τοποθέτησε σε μια θυρίδα στο Ιερό του Ναού.

Το ίδιο βράδυ ο Άγιος φανερώθηκε στον ύπνο της, την ευχαρίστησε και της φανέρωσε και το όνομά του: Εφραίμ. Το λείψανο του Αγίου Εφραίμ φυλάσσεται εκεί από τότε και καθημερινά εκατοντάδες πιστών το επισκέπτονται ζητώντας από τον Άγιο την ευλογία και τη βοήθειά του. Ο Άγιος με τη χάρη του Θεού έχει κάνει χιλιάδες θαύματα. Στον περίβολο της Μονής, και προστατευμένη από κτίσμα που κτίστηκε γύρω της, υπάρχει η μουριά πάνω στην οποία ο Άγιος Εφραίμ άφησε την τελευταία του πνοή.

 

 

 

 

 

 

 

 

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Κυριακή του Παραλύτου.

 

«Τούτον ιδών ο Ιησούς κατακείμενον και γνούς ότι πολύν ήδη χρόνο έχει, λέγει αυτώ’

θέλεις υγιής γενέσθε;»

Σ αυτήν την ερώτηση καλείται ο Παραλυτικός της σημερινής διήγησης να απαντήσει.

Μια ερώτηση απλή, που αναζητά μιαν απλή απάντηση. Σε κάτι που ο άνθρωπος αυτός περίμενε 38 έτη. Σε κάτι που θα είχε σκεφθεί άπειρες φορές. Που θα επιθυμούσε, που θα ονειρευότανε.

Κι όμως είναι εκπληκτική η απάντηση που ακολουθεί. Στο «θέλεις υγιής γενέσθε», εκείνος απαντά:

«άνθρωπο ουκ έχω».

Δεν δίνει την απάντηση που είχε προετοιμάσει ο Χριστός. Δεν ζητά την υγεία του που τόσο επιθυμούσε, αλλά άμεσα, ζητά αυτό που εκείνου πραγματικά του έλειπε. Αυτό που κατά την δική του αντίληψη, τον άφηνε ασθενή.

Η απουσία ανθρώπου.

Δικού του ανθρώπου.

Και αυτό εκφράζει τελικά σαν αίτημα.

«Άλλος προ εμού κατεβαίνει».

Ο Παραλυτικός της σημερινής μας διήγησης είναι ένας θρησκευόμενος άνθρωπος. Για αυτό αποζητά την σωτηρία του κατακείμενος δίπλα στην προβατική κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Περιμένει καθηλωμένος πάνω σ ένα κρεβάτι αυτήν την ελάχιστη ελεημοσύνη του Θεού . Την κάθοδο αγγέλου που όταν ετάρασσε το ύδωρ, ο πρώτος εμβάς, υγιής εγένετο.

Προσέξατε αδελφοί μου αυτές τις εικόνες.

Έχουμε «πλήθος ανθρώπων, χωλών, ξηρών, τυφλών, εκδεχομένων την του ύδατος κίνησιν».

Όλοι αυτοί κατέκειντο παρά την κολυμβήθρα του Σιλωάμ, με τις πέντε στοές.

Κατέκειντο καθηλωμένοι στην αναπηρία των πέντε αισθήσεων, τυφλοί και χωλοί, με την εγωιστική και εγωκεντρική αναμονή της άνωθεν λυτρώσεως, παραγκωνίζοντας και παραγκωνιζόμενοι.

Χωλοί και τυφλοί.

Εμείς όλοι.

Μέσα σ αυτό το ασφυκτικό σκηνικό,

«ανέβη ο Ιησούς»,

για να συναντηθεί με έναν από όλους μας, εκείνον ο οποίος ήδη πολύν χρόνο έχει παράλυτος.

Μοιάζει πως όλη κι όλη η εμπειρία του ανθρώπου αυτού είναι αυτός ο πολύς χρόνος, η μακρόχρονη παράλυση του.

Η μακρόχρονη καθήλωση του.

Ο περιορισμός της ζωής του. Πάνω σ ένα κρεβάτι. Πάνω σ ένα παράπονο. «Άνθρωπον ουκ έχω».

Για αυτό αρνείται την προσωπική ευθύνη.

Αυτό προσπάθησε σ αυτό το σημείο ο Κύριος.

Να του δώσει την ευκαιρία της ευθύνης.

Να τον βοηθήσει να συμμετάσχει στην σωτηρία του.

Να τον απελευθερώσει από την τριακονταοκταετή του παραλυσία, από την ψυχική και σωματική του καθήλωση δίπλα στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ.

Να περιμένει το θαύμα από τον άγγελο. Κι όταν ο Χριστός τα ανατρέπει όλα, ανατρέπει και την μοναξιά του με την δική Του προσωπική παρουσία, και τον ερωτά. «θέλεις υγιής γενέσθε;»

Τον στρέφει με την ζωοποιό του δύναμη από την εξωστρέφεια προς την εσωστρέφεια. Από την εγωκεντρική καθήλωση και την παραλυσία στην Αναστάσιμη ανάληψη της ευθύνης.

Στην εντός του Βασιλεία των Ουρανών.

Ο Παραλυτικός αποτυγχάνει.

Κι όμως, λαμβάνει την ίαση. Αλλά, με έναν όρο έναν πρώτο όρο. Μία δεύτερη ευκαιρία. Ποια είναι αυτή;

«άρον τον Κράβατον σου και περιπάτει».

Ο Κύριος του χαρίζει την ελευθερία αλλά, να πάρει μαζί του και το κρεβάτι.

Να πάρει μαζί του την μνήμη από την προηγούμενη του κατάσταση. Και αυτό είναι το μόνο που προσέχουν και οι άλλοι ανάπηροι της σημερινής διηγήσεως.

Οι Ιουδαίοι.

Τον γνωρίζουν φυσικά. Και τον αναγνωρίζουν.

Τον έβλεπαν για 38 ολόκληρα χρόνια κατακείμενο.

Κι όμως, τυφλοί κι αυτοί δεν ερωτούν τίποτα για την υγείαν του. Αλλά, θορυβούνται από την καταστρατήγηση του Σαββάτου. Και για δεύτερη φορά καλείτε ο άνθρωπος αυτός να απαντήσει. Και για δεύτερη φορά μεταφέρει αλλού την ευθύνη.

«Αυτός που με έκανε υγιή, αυτός μου είπε να κουβαλώ το κρεβάτι μου».

Μα δεν γνώριζε ούτε το όνομά του. Εκείνος που «δεν είχε άνθρωπο», εκείνος δεν ρώτησε ούτε καν το όνομα στον Άνθρωπο που του χάρισε την υγεία του.

Και συναντήθηκαν πάλιν.

Γιατί η θρησκευτική πίστη του, έφερε τον πρώην παράλυτο στο Ιερό. Κι εκεί τον περίμενε η δεύτερη συνάντηση με τον Ιησού. Που τώρα θα του πει:

«  ίδε, υγιής γέγονας μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον τι σοι γένοιτε». 

Τότε ο άνθρωπος έφυγε και ανάγγειλε στους Ιουδαίους ότι ο Ιησούς είναι αυτός που τον έκανε υγιή.

Χρειάστηκε αυτή η «απειλή» για να καταλάβει. Η απειλή του να γίνει χειρότερα.

Εάν συνεχίσει να αμαρτάνει.

Αναστάσιμα, αδελφοί μου είναι όλα τα Ευαγγέλια που οι Πατέρες επέλεξαν να διαβάζουμε σ αυτές τις Κυριακές.

Έχουν δηλαδή μέσα τους το μεγάλο και σπουδαίο νόημα της Ανάστασης του Θεανθρώπου και της ανακαίνισης του Ανθρώπου. Μέσα από τον προσωπικό δρόμο του καθενός.

Είδαμε την πρώτη Κυριακή τις Μυροφόρες.

σήμερα τον Παραλυτικό και την ερχόμενη Κυριακή, εκείνη η τόσο σπουδαία συνάντηση της Σαμαρείτισσας.

Πάλιν δίπλα σε νερό.

Πάλιν δίπλα σε ένα θρησκευτικό τόπο.

Της Παλιάς Διαθήκης.

Η κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Το Φρέαρ του Ιακώβ.

Και ο Χριστός.

Που ρωτά Πρόσωπο προς Πρόσωπο.

Που αποκαλύπτει την ως τώρα καθηλωμένη ζωή μας. Που αποκυλά τον λίθο του μνήματος, που χαρίζει υγεία στον Παράλυτο, ή προσφέρει το νερό που αν πιεις δεν θα διψάσεις εις τον αιώνα.

Αμήν.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Βίος της Οσίας Ματρώνας εκ Ρωσίας

 

Η Οσία Ματρώνα γεννήθηκε στις 22 Νοεμβρίου 1881, στο χωριό Σέμπινο της Ρωσίας. Οι γονείς της Δημήτριος και Ναταλία ήταν φτωχοί χωρικοί αλλά πολύ ευλαβείς. Η Αγία ήταν το μικρότερο παιδί από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας. Η μητέρα της λόγω της φτώχειας σκεφτόταν να αφήσει την Οσία σε ένα ορφανοτροφείο μια διπλανής πόλης αλλά μετά από θαυματουργική επέμβαση,- είδε στο όνειρο της ότι ήλθε και κάθισε στο χέρι της ένα άσπρο πουλί με ανθρώπινη φωνή αλλά χωρίς μάτια -, την κράτησαν αν και γεννήθηκε αόμματη (δηλαδή χωρίς οφθαλμούς, με κενές τις κόγχες). Βαπτίστηκε Ματρώνα προς τιμήν της Οσίας Ματρώνας της εν Κωνσταντινουπόλει.

Η θεία της εκλογή φάνηκε πολύ νωρίς. Κατά το βάπτισμα της είδαν οι παρευρισκόμενοι να υπάρχει πάνω της ένα σύννεφο που ευωδίαζε. Στη ηλικία των έξι χρόνων σχηματίστηκε στο στήθος της ένα εξόγκωμα σε σχήμα σταυρού. Όπως αφηγείτο η μητέρα της Τετάρτη και Παρασκευή η Οσία δεν θήλαζε αλλά κοιμόταν συνεχώς χωρίς να μπορεί κανείς να την ξυπνήσει.

Σε κάποια πνευματική κόρη της, που της είπε με λύπη ότι δεν μπορεί να δει τη φυσική ομορφιά του κόσμου αποκάλυψε τα εξής: « Ο Θεός μια φορά μου άνοιξε τα μάτια και μου έδειξε τον κόσμο και όλα τα δημιουργήματα του. Είδα τον ήλιο, τα άστρα στον ουρανό και όλα όσα υπάρχουν πάνω στη γη, την ομορφιά της, τα βουνά, τους ποταμούς, το πράσινο χορτάρι, τα λουλούδια τα πουλιά».

Όταν ήταν μικρή λόγω της κοροϊδίας των άλλων παιδιών σταμάτησε να παίζει και έμενε στο σπίτι. Αγωνιζόταν στην προσευχή και γρήγορα φάνηκε το διορατικό, προορατικό αλλά και το θεραπευτικό της χάρισμα. Αν και ήταν αόμματη της δόθηκε, στην ηλικία των έξι ετών, από τον Θεό το χάρισμα της διόρασης αλλά και της προόρασης. Μπορούσε να βλέπει γεγονότα από εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, και σε άγνωστους γι αυτήν τόπους. Γνώριζε αμαρτίες, σκέψεις, προβλήματα και πράξεις των ανθρώπων. Ένιωθε και προγνώριζε συμφορές και καταστροφές, με τις ευχές της, θεράπευε πλήθος αρρώστων που συνέρρεαν όχι μόνο από το χωριό της αλλά και από την ευρύτερη περιοχή. Δεκάδες ασθενείς περνούσαν καθημερινά από το σπίτι της και οι περισσότεροι, έχοντας πίστη, γίνονταν καλά… Όλοι οι επισκέπτες για να την ευχαριστήσουν έφερναν μαζί τους πολλά αγαθά. Έτσι η Οσία έγινε βοηθός της φτωχής οικογένειας της.

Η Οσία έζησε και μεγάλωσε μέσα στις λατρευτικές ακολουθίες της Εκκλησίας. Στεκόταν όρθια συνήθως αριστερά της εισόδου.

Στην εφηβική της ηλικία πήγε σε αρκετά προσκυνήματα συχνά συνοδευόμενη από την κόρη ενός πλούσιου ευγενούς της περιοχής. Λέγεται ότι σε μία επίσκεψή της στην Κρονστάνδη, στον ναό όπου λειτουργούσε ο Άγιος Ιωάννης, εκείνος μετά από την Θεία Λειτουργία μέσα στον κατάμεστο από κόσμο ναό του Αγίου Ανδρέα παρακάλεσε τον κόσμο να παραμερίσει για να περάσει η δεκατετράχρονη τότε Ματρώνα, την οποίαν δεν γνώριζε, λέγοντας: «Έλα Ματρώνουσκα, έλα σε μένα. Ιδού έρχεται η αντικαταστάτριά μου, ο όγδοος στύλος της Ρωσίας!», προμηνύοντας την αποστολή της Αγίας για την εκκλησία και τον πολυπαθή Ρωσικό λαό, στα μετέπειτα χρόνια των διωγμών πού έβλεπε να έρχονται. Λίγα χρόνια αργότερα, όταν ήταν δεκαεπτά ετών, η Αγία καθηλώθηκε εξαιτίας μόνιμης παράλυσης στα πόδια. Αυτό το γνώριζε γιατί της δόθηκε σημείο με το πότε θα της συμβεί. Έζησε παράλυτη πενήντα χρόνια χωρίς ποτέ να παραπονεθεί, βαστάζοντας το βαρύ σταυρό της. Παρέμεινε καθιστή σε ένα κρεβάτι πενήντα χρόνια, ως το τέλος της οσιακής ζωής της, ευχαριστώντας και δοξολογώντας τον Θεό . Έλεγε ότι την πνευματική αιτία για όσα της συνέβαιναν την γνώριζε μόνο Αυτός.

Σε μικρή ακόμη ηλικία προείπε την Ρωσική επανάσταση του 1917 πού έγινε χρόνια αργότερα, λέγοντας: «Θα ληστεύουν και θα αφανίζουν τις Εκκλησίες, θα αρπάζουν τα εδάφη και θα τα μοιράζουν άπληστα μεταξύ τους, καταδιώκοντας όλους, χωρίς εξαίρεση». Προέβλεψε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την ήττα των Γερμανών από τους Ρώσους.

Προβλέποντας τη δολοφονία του Τσάρου, ζήτησε μια φορά από την μητέρα της ένα φτερό μεγάλο. Το μάδησε, και δείχνοντας το στην μητέρα της, της είπε:

– Βλέπεις μαμά, αυτό το φτεράκι;

– Και τι να δω παιδάκι μου, αφού το ‘χεις μαδήσει;

– Έτσι μητέρα, θα μαδήσουν σε λίγο, και τον πατερούλη μας τον Τσάρο…

Η μητέρα της φοβήθηκε, όμως σε λίγο καιρό η προφητεία βγήκε σωστή.

Μετά την κομμουνιστική επανάσταση, όταν και τα αδέλφια της έγιναν μέλη του κομμουνιστικού κόμματος η κατάσταση γι’ αυτήν έγινε αφόρητη γι’ αυτό και μετακόμισε στη Μόσχα το 1925, χωρίς μάλιστα διαβατήριο και άδεια παραμονής, στην οποίαν έζησε μέχρι τέλους της ζωής της βοηθώντας πλήθη δυστυχισμένων και πονεμένων ανθρώπων χωρίς πίστη στο Θεό. Στη Μόσχα δεν είχε μόνιμη στέγη διαμονής αλλά πήγαινε από το ένα σπίτι στο άλλο. Το Σοβιετικό καθεστώς επανειλημμένως προσπάθησε να την συλλάβει. Παρ’ όλο που ήταν τυφλή, τους ξέφευγε την τελευταία στιγμή ειδοποιημένη από τον Θεό με διάφορους περίεργους τρόπους.

Η Αννα Βιμπορνόβα θυμάται το παρακάτω περιστατικό.

«Ήρθε μια φορά ένας αστυνομικός να συλλάβει την Ματρώνα και εκείνη του λέει,

«Φύγε, φύγε γρήγορα, έχεις συμφορά στο σπίτι σου. Η τυφλή δεν φεύγει από σένα, εδώ στο κρεβάτι κάθομαι, δεν πάω πουθενά…»

Την άκουσε ο αστυνομικός, πήγε σπίτι του και βρήκε την γυναίκα του καμένη από την γκαζιέρα. Πρόλαβε και την μετέφερε στο Νοσοκομείο. Όταν την άλλη μέρα ήρθε στην υπηρεσία, τον ρώτησαν,

– Την συνέλαβες την τυφλή;

– Την τυφλή, τους είπε, δεν θα την συλλάβω ποτέ. Χάρη στην τυφλή πρόλαβα να πάω την γυναίκα μου στο Νοσοκομείο. Άμα δεν μου το λέγε θα την έχανα…

Όπου και αν πήγαινε, σε όποιο σπίτι και αν φιλοξενούνταν έφερνε την ειρήνη και την ηρεμία στις ψυχές. Άλλοτε χαριτολογούσε με τους ανθρώπους και άλλοτε τους έλεγχε με δριμύτητα, και τους νουθετούσε. Ήταν επιεικής, θερμή και ευσπλαχνική, δεν έκανε κηρύγματα και διδασκαλίες μα ήταν ολιγόλογη, λακωνική. Δίδασκε τον κόσμο να αποφεύγει την κατάκριση και να εμπιστεύεται το θέλημα του Θεού. Να κάνουν θερμή προσευχή και συχνά το σταυρό τους θωρακίζοντας έτσι τον εαυτό τους. Να αγαπούν τους ασθενείς και ηλικιωμένους. Έλεγε: « άμα άνθρωποι γέροι, άρρωστοι ή εκείνοι που έχασαν τα μυαλά τους σας λένε κάτι δυσάρεστο ή προσβλητικό, μην τους ακούτε, αλλά απλά να τους βοηθάτε. Με όλη την επιμέλεια πρέπει να βοηθά κανείς τους αρρώστους και να τους συγχωρεί ό,τι και να πουν, ό,τι και να κάνουν» .

Η ίδια έκανε συνεχώς πολλούς σταυρούς ώστε στο μέτωπο της σχηματίστηκε μια μικρή ουλή από τα δάκτυλα της. Μισοκοιμόταν ακουμπώντας πάνω στη γροθιά του χεριού της. Συμβούλευε όσους την πλησίαζαν να έχουν πίστη στον Θεό, να αφήσουν την αμαρτωλή ζωή τους, να εξομολογούνται, και να ζουν την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Τόνιζε σε όλους ότι η βοήθεια που δίνει δεν είναι δική της, ούτε έχει από μόνη της τέτοια δύναμη. Όλα προέρχονται από τον Θεό.

Σε όλους έλεγε να φορούν πάντοτε το σταυρό τους και να κάνουν προσευχή. « Αδικοχαμένος γίνεται κανείς, όταν ζει χωρίς προσευχή» έλεγε.

Η αρετή της συνίστατο στην μεγάλη της υπομονή και καρτερία, και την απόλυτη αγάπη της και εμπιστοσύνη στο Θεό. Τρεις ημέρες πριν την κοίμησή της ο Κύριος της απεκάλυψε την τελείωσή της ώστε εκείνη να προετοιμαστεί. Προείπε και τα εξής: «όταν πεθάνω, στον τάφο μου θα έρχονται λίγοι, μόνο οι οικείοι μου, και όταν θα πεθάνουν και εκείνοι θα ερημώσει ο τάφος μου, σπάνια θα έρχεται κανείς. Μα μετά από χρόνια ο κόσμος θα με γνωρίσει και θα έρχονται σαν κοπάδια για να βοηθηθούν. Και εγώ θα τους ακούω και όλους θα τους βοηθώ. Είπε ακόμη: «όλους που ζητάνε βοήθεια από μένα θα τους συναντώ μετά τον θάνατό τους».

Πλήθος είναι τα θαύματα της Οσίας Ματρώνας. Και όταν ζούσε θαυματουργούσε αλλά και μετά την κοίμηση της μέχρι σήμερα

Κοιμήθηκε στις 2 Μαΐου 1952, ημέρα Παρασκευή. Από τότε χιλιάδες πιστοί ορθόδοξοι από όλο τον κόσμο έχουν βοηθηθεί από την Αγία και πολλοί είναι εκείνοι πού επικαλούνται την παρρησία της στον Κύριο. Την Κυριακή έγινε η νεκρώσιμη ακολουθία στο ιερό Ναό του Ιερού Χιτώνος του Κυρίου. Ενταφιάσθηκε στο νεκροταφείο της Μονής του Αγ. Δανιήλ. Στις 8 Μαρτίου 1998 έγινε η ανακομιδή των ιερών λειψάνων της πού μεταφέρθηκαν στην Ιερά Μονή της Αγίας Σκέπης στη Μόσχα, όπου ο τάφος σήμερα έχει γίνει ένα από τα δύο μεγαλύτερα προσκυνήματα της Ρωσίας· χιλιάδες προσκυνητές περιμένουν υπομονετικά καθημερινά για να τα προσκυνήσουν. Με πράξη του ο μακαριστός Πατριάρχης Μόσχας Αλέξιος αναγνώρισε την Αγία Ματρώνα «ως τοπική Αγία της Μόσχας και όλης της Επαρχίας».

Η μνήμη της τιμάται στις 2 Μαΐου, ημέρα της κοιμήσεως της.