Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Κυριακή προ των Φώτων


«Ιδού εγώ αποστέλλω του αγγέλου σου, προ προσώπου σου ως κατασκευάσει την οδόν σου έμπροσθεν σου».

Αυτή ήταν η υπόσχεση του Θεού.

Να στείλει άγγελον πριν το Χριστό. Και ποιος είναι αυτός ο άγγελος; Ο Άγγελος Κυρίου; «ην δε Ιωάννης ενδεδυμένος τρίχας καμήλου και ζώνην δερμάτινην».
Ο Ιωάννης ήταν ένας άνθρωπος ασκητής, κάποιος που είχε απαρνηθεί την τροφή, τον πλούτο και τη φιλαυτία, κατοικούσε στην έρημο, έτρωγε ακρίδας και μέλι άγριο.
 Ένας τέτοιος άνθρωπος μπορούσε να γίνει αυτός που θα προετοίμαζε την οδό Κυρίου. Με την άσκηση που επέβαλε στο σώμα του, ασκούσε την ψυχή του. Τιθασεύοντας την επιθυμία της σάρκας απελευθέρωνε τις πνευματικές του δυνατότητες, να κοιτάξει στον μέσα άνθρωπο. Ο κύκλος της περιποίησης του εαυτού είναι ατέρμων. Η αγωνία του κορεσμού τροφής και ένδυσης μία παγίδα στην οποία παγιδευόμαστε όλοι. Η φιλαυτία. Περιττή φροντίδα. Υπερβολή.
Ο Ιωάννης φεύγει στην έρημο. Έτσι όπως θα κάνουν στη συνέχεια εκατομμύρια ασκητές. Φεύγει για να απαλλαγεί από τη φαντασία του κόσμου. Για να αντιμετωπίσει εκεί τον πραγματικό του εαυτό. Διότι, αγαπητοί μου αδελφοί, όταν μένομε εγκλωβισμένοι στις ατελείωτες ανάγκες της εγωκεντρικής μας ύπαρξης, όταν κινούμεθα στις περιορισμένες διαδρομές της καθημερινότητας μας, δύσκολα μπορούμε να καταλάβουμε την αμαρτωλότητα αυτού του τρόπου ύπαρξης. Γιατί τα πάντα συσκοτίζουν το νου.
Ο Ιωάννης μας καλεί στην έρημο. Εκεί που θα βρεθούμε ανοχύρωτοι, εκτεθειμένοι στην απλότητα. Κοντά σε μία φύση που διατηρεί μέσα της την εικόνα του Κτίστη της. Όσο πιο ανέγγιχτη από την ανθρώπινη ματαιοδοξία, τόσο πιο ξεκάθαρα καθρεπτίζει την πνοή του Θεού. Και μέσα στην έρημο, με τη νηστεία του Ιωάννη και την απογύμνωση από τα ψεύτικα στολίδια της εγωπάθειας, η ψυχή ανακουφίζεται. Ζητά να αποβάλλει το βαρύ φορτίο της αμαρτίας.
Σήμερα το Ευαγγέλιο μας οδηγεί στο δρόμο της νίψις. Στο δρόμο που είναι η πεμπτουσία της Ορθόδοξης ζωής και της πορείας προς τη Σωτηρία:
Άσκηση, δηλαδή φυγή στην έρημο, νηστεία και εξομολόγηση. Και στη συνέχεια το βάπτισμα, κάθαρση, φωτισμός.
Πρέπει να δοκιμάσουμε τις δυνάμεις μας αγαπητοί μου αδελφοί. Πρέπει να βαδίσουμε το δρόμο του Ιωάννη. Να αναζητήσουμε την εσωτέρα
έρημο του πραγματικού μας εαυτού. Ένας εαυτός που δεν είναι βρώσις και πόσις, που δεν ξοδεύεται στο τι θα ντυθεί, πόσα έχει και κατέχει. Ενός εαυτού που αν έστω και για λίγο τον απαλλάξουμε από το βαρύ φορτίο της ματαιότητος, θα στενάξει.
Γιατί το άγος από αυτό το φορτίο έχει γεμίσει αμαρτίες την αιώνια ψυχή μας. Το άγχος και η ανασφάλεια οδηγεί από τη μία παγίδα στην άλλη. Ενώ ο Ιωάννης «φωνή βοώντος εν τη ερήμω», σήμερα και πάντα μας καλεί. «Ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου, ευθείας ποιείται τας τρίβους αυτού».
Αυτός είναι ο δρόμος μας, ο μόνος δρόμος.
Βλέπετε, πώς «πάσα η Ιουδαία χώρα και οι Ιεροσολυμίται εξεπορεύοντο προς αυτόν». Πώς όλοι οι άνθρωποι άκουγαν της φωνής του Ιωάννη και πήγαιναν να δεχτούν το βάπτισμα του;
Γιατί ήταν ο ίδιος φάρος φωτεινός. Στη φτώχεια του σκόρπιζε πλούτο. Με τη γύμνια του έντυνε τους άλλους. Και με τη νηστεία του χόρταινε πολλούς.
Μας διδάσκει η σημερινή γιορτή αγαπητοί μου αδελφοί ποιος είναι ο σκοπός μας. Ο Ιωάννης στέκει σαν καλάμι σαλευόμενον υπό του ανέμου, δείχνοντας προς Εκείνον που έρχεται.
 Ας προσφέρουμε στην ψυχή μας και λίγη ησυχία. Λίγη σιωπή. Για να ακούσουμε τη φωνή του βοώντος εν τη ερήμω. Για να δούμε το φως των Θεοφανίων. Για να μετάσχουμε στον αγιασμό των υδάτων εν σώματι και πνεύματι αγίω.


 Αμήν.

Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ.

 

Ο Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ, γεννήθηκε στο Κουρσκ της Ρωσίας στις 19 Ιουλίου 1759 μ.Χ. και ονομάσθηκε Πρόχορος.

Οι γονείς του, Ισίδωρος και Αγάθη Μοσνίν, ήταν ευκατάστατοι έμποροι. Ο πατέρας του είχε εργοστάσια πλινθοποιίας και παράλληλα αναλάμβανε την ανέγερση πέτρινων οικοδομημάτων, ναών και σπιτιών.

Κάποτε άρχισε να χτίζει στο Κουρσκ ένα ναό προς τιμήν του Οσίου Σεργίου του Ραντονέζ, του Θαυματουργού, αλλά ξαφνικά το 1762 μ.Χ., πεθαίνει, αφήνοντας στην σύζυγό του τη μέριμνα για την ολοκλήρωση του ναού. Ο Πρόχορος κληρονόμησε τις αρετές των γονέων του και ιδίως την ευσέβειά τους.

Σε ηλικία δέκα ετών άρχισε να μαθαίνει με ζήλο τα ιερά γράμματα, αλλά αρρώστησε ξαφνικά βαριά χωρίς ελπίδα αναρρώσεως. Στην κρισιμότερη καμπή της ασθένειας είδε στον ύπνο του την Παναγία, η οποία υποσχέθηκε ότι θα τον επισκεφθεί και θα τον θεραπεύσει. Πράγματι, έτυχε μια μέρα να γίνεται λιτανεία και να περνά έξω από την οικία του μικρού άρρωστου παιδιού, η θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου. Τη στιγμή εκείνη έπιασε δυνατή βροχή. Η λιτανεία σταμάτησε και η εικόνα μεταφέρθηκε στην αυλή της οικίας του Προχόρου, μέχρι να περάσει η μπόρα. Τότε η μητέρα του Αγάθη, κατέβασε το άρρωστο παιδί της και το πέρασε κάτω από την εικόνα. Από την ημέρα εκείνη η υγεία του βελτιώθηκε μέχρι που αποκαταστάθηκε τελείως.

Νέος εγκαταλείπει το πατρικό του σπίτι, στην πόλη Κουρσκ, και έρχεται να μονάσει στη μονή του Σάρωφ. Η δοκιμασία του προκειμένου να γίνει Μοναχός διαρκεί οκτώ χρόνια. Στις 13 Αυγούστου του 1786 μ.Χ. κείρεται Μοναχός με το όνομα Σεραφείμ. Σε δύο μήνες χειροτονείται Διάκονος.

Περιφρουρούμενος με το ταπεινό φρόνημα ο Διάκονος Σεραφείμ, ανέρχεται στην Πνευματική ζωή «εκ δυνάμεως εις δύναμιν». Ως Διάκονος παραμένει όλη την ημέρα στο Μοναστήρι, διακονεί στις Ακολουθίες, τηρεί με ακρίβεια τους μοναστηριακούς κανονισμούς και εκτελεί τα διακονήματά του. Το βράδυ όμως απομακρύνεται στο δάσος, στο ερημικό του κελί, όπου διέρχεται τις νυκτερινές ώρες με προσευχή, και πολύ πρωί επιστρέφει πάλι στο μοναστήρι.

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1793 μ.Χ. χειροτονείται Ιερεύς και αποδύεται με μεγαλύτερο ζήλο και αγάπη στον Πνευματικό αγώνα. Τώρα πλέον δεν τον ικανοποιεί ο βαρύς για τους άλλους μόχθος της κοινοβιακής ζωής, δηλαδή η κοινή προσευχή, η νηστεία, η υπακοή, η ακτημοσύνη. Μέσα του φουντώνει η δίψα για πιο υψηλές Πνευματικές ασκήσεις. Εγκαταλείπει λοιπόν, με την ευλογία του Ηγουμένου, τη Μονή και αποσύρεται μέσα στο πυκνό δάσος του Σάρωφ. Περνά εκεί δεκαπέντε χρόνια σε τέλεια απομόνωση, με αυστηρή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, μελέτη του Θείου Λόγου και σωματικούς κόπους. Για χίλιες ημέρες και χίλιες νύκτες μιμείται του παλιούς στυλίτες της Εκκλησίας. Ανεβασμένος σε μία πέτρα και με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, προσεύχεται: «Ο Θεός ιλάσθιτι μοι τω αμαρτωλώ».

Τελειώνοντας την αναχωρητική ζωή επανέρχεται στη Μονή του Σάρωφ και κλείνεται σαν σε μνήμα στην απομόνωση για άλλα δεκαπέντε χρόνια. Για τα πρώτα πέντε βάζει τον εαυτό του στον κανόνα της σιωπής. Με την αδιάλειπτη προσευχή φωτίζει ολόκληρος από την Θεία Χάρη και αξιώνεται να ζήσει Πνευματικές αναβάσεις και να δει θεϊκά οράματα. Μετά τον εγκλεισμό, ώριμος πλέον στην Πνευματική ζωή και γέροντας στην ηλικία, αφιερώνεται στη διακονία του πλησίον, του ελάχιστου αδελφού. Με την αυστηρή ασκητική ζωή του και την φωτεινή μορφή του είχε προσελκύσει γύρω του πλήθος Χριστιανών, που τον αγαπούσαν και πίστευαν ακράδαντα στην θαυματουργική δύναμη των αγίων του προσευχών. Πλούσιοι και φτωχοί, διάσημοι και άσημοι συνέρρεαν καθημερινά στο κελί του, για να λάβουν την ευλογία του και την Πνευματική καθοδήγηση για τη ζωή τους. Τους δεχόταν όλους με αγάπη και όταν έβλεπε τα πρόσωπά τους αναφωνούσε: «Χαρά μου!».

Εξομολογούσε πολλούς, θεράπευε ασθενείς, ενώ σε άλλους έδιδε να ασπασθούν τον σταυρό που είχε κρεμασμένο στο στήθος του ή την εικόνα που είχε στο τραπέζι του κελιού του. Σε πολλούς πρόσφερε ως ευλογία αντίδωρο, αγίασμα ή παξιμάδια, άλλους τους σταύρωνε στο μέτωπο με λάδι από το καντήλι, ενώ μερικούς τους αγκάλιαζε και τους ασπαζόταν λέγοντας: «Χριστός Ανέστη!».

Μιλούσε πολύ για την Ανάσταση του Χριστού. Χαιρετούσε τους επισκέπτες του με τα λόγια: «Χαρά μου, Χριστός ανέστη!». Και κάθε φορά που κοινωνούσε, απήγγελλε τον πασχαλινό κανόνα «Αναστάσεως ημέρα…».

Την 1η Ιανουαρίου 1833 μ.Χ., ημέρα Κυριακή, ο Όσιος ήλθε για τελευταία φορά στο Ναό του νοσοκομείου των Αγίων Ζωσιμά και Σαββατίου. Άναψε κερί σε όλες τις εικόνες και τις ασπάσθηκε. Μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας ζήτησε συγχώρεση από όλους τους αδελφούς, τους ευλόγησε, τους ασπάσθηκε και παρηγορητικά τους είπε: «Σώζεσθε, μην ακηδιάτε, αγρυπνείτε και προσεύχεσθε. Στέφανοι μας ετοιμάζονται». Ο Μοναχός Παύλος πρόσεξε ότι ο Όσιος εκείνη την ημέρα πήγε τρεις φορές στον τόπο που είχε υποδείξει για τον ενταφιασμό του. Καθόταν εκεί και κοίταζε αρκετή ώρα στη γη. Το βράδυ τον άκουσε να ψάλλει στο κελί του Πασχαλινούς ύμνους: «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι….», «Φωτίζου, φωτίζου ἡ νέα Ιερουσαλήμ….», «Ὤ, Πάσχα τὸ μέγα και ιερότατον, Χριστέ….».

Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη στις 2 Ιανουαρίου 1833 μ.Χ. Οι μοναχοί τον είδαν με το λευκό ζωστικό, γονατιστό σε στάση προσευχής μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, ασκεπή, με το χάλκινο σταυρό στο λαιμό και με τα χέρια στο στήθος σε σχήμα σταυρού. Νόμιζαν ότι τον είχε πάρει ο ύπνος.

Τα ιερά λείψανά του εξαφανίστηκαν κατά την περίοδο της Οκτωβριανής επαναστάσεως και ξαναβρέθηκαν το 1990 μ.Χ., στην Αγία Πετρούπολη. Το 1991 μ.Χ. επέστρεψαν στην μονή Ντιβέγιεβο.

 

 

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Μπαίνοντας στο καινούργιο χρόνο.

 

Για μία ακόμη φορά ένας νέος χρόνος πλησιάζει.
Όταν είμαστε νέοι υποδεχόμαστε τον καινούριο χρόνο με ανοιχτές καρδιές, νομίζοντας πως όλα θα μας είναι δυνατά κατά τη διάρκειά του. Τον βλέπουμε ν’ απλώνεται μπροστά μας σαν μία ατέλειωτη πεδιάδα καλυμμένη με παρθένο χιόνι, που ούτε μια πατημασιά δεν έχει ακόμη σημαδέψει τη λευκότητά της, τα πάντα είναι δυνατά, τα πάντα είναι αγνά και φωτεινά. Στην προχωρημένη ηλικία περιμένουμε το νέο χρόνο με ένα είδος εσωτερικής υπομονής, με την αίσθηση πως θα είναι μια απλή επανάληψη του παρελθόντος ίσως να μας συμβούν άφθονα καινούρια περιστατικά, θα είναι όμως γνωστά, γήινα περιστατικά με τα οποία γνωρίζουμε πως να ζήσουμε. Και στις δύο περιπτώσεις είμαστε λανθασμένοι.

Η νέα χρονιά πράγματι απλώνεται μπροστά μας σαν ένα απάτητο ακόμη μονοπάτι, μια πλατιά παρθένα πεδιάδα που θα πρέπει ν’ ανθίσει μ’ ένα πλούτο καλών ανθρώπινων πράξεων. Όποια κι αν είναι η ηλικία μας ένα μονοπάτι απλώνεται μπροστά μας και από μας εξαρτάται αν θα το κάνουμε «οδόν Κυρίου» ή όχι. Από μας εξαρτάται το αν για τους γύρω μας και για τους εαυτούς μας και για τις επόμενες γενιές θα φτιάξουμε δρόμο για τον Ουρανό ή την Κόλαση – την αιώνια Κόλαση, ή απλώς τη σκληρή ανθρώπινη κόλαση της γης. Ταυτόχρονα, αυτό που απλώνεται μπροστά μας είναι, όπως το βλέπει η γεροντική ηλικία, το συνηθισμένο και το οικείο, μόνο που δεν έχει συμβεί ποτέ πριν σ’ εμάς. Η ζωή ίσως να μη φέρνει το διαφορετικό, μπορεί όμως εμείς να είμαστε διαφορετικοί, τα ίδια περιστατικά μπορεί να ξανασυμβούν και να είναι τελείως καινούρια, διότι εμείς θα έχουμε αλλάξει.

Μπορούμε να μπούμε στη χρονιά αυτή δημιουργικά, μόνο όμως με την προϋπόθεση ότι θα μπούμε με την ελπίδα, με τη βεβαιότητα ότι ο Κύριος βρίσκεται στη χρονιά αυτή, ότι Εκείνος είναι ο Κύριος και θα μας οδηγήσει στο σωστό μέρος, με την πίστη ότι τίποτα δε θα συμβεί χωρίς τη θέληση ή τη συγκατάθεση του Θεού. Αν η στάση μας είναι τέτοια θα δούμε πως τίποτα δεν είναι τυχαίο (αυτός που πιστεύει στην τύχη δεν πιστεύει στο Θεό), πως δεν υπάρχουν άσκοπες συναντήσεις και πως το κάθε πρόσωπο μας έχει σταλεί από τον Κύριο. Αν μπούμε στη χρονιά αυτή γνωρίζοντας ότι το κάθε τι -φωτεινό και σκοτεινό, καλό και τρομακτικό – είναι ένα δώρο από το Θεό που μας έρχεται ώστε μέσα από μας η πίστη, η ελπίδα, η αγάπη, η χαρά και η δύναμη του Κυρίου να έλθουν στον κόσμο, αν έχουμε σταθερή πίστη πως το κάθε πρόσωπο που έρχεται στο δρόμο μας μας έχει σταλεί για να του προσφέρουμε το λόγο ή την πράξη του Κυρίου ή για να τα δεχτούμε από εκείνο, τότε η ζωή θα είναι πλούσια και θα έχει νόημα -διαφορετικά θα παραμείνει ένα παιγνίδι της τύχης, μια ατέλειωτη αλυσίδα τυχαίων περιστατικών.

Ας μπούμε στον καινούριο χρόνο μ’ αυτή την πίστη και την ελπίδα και με τέτοια πνευματική φλόγα, ας δεχτούμε ο ένας τον άλλο και οποιονδήποτε ο Θεός μας στείλει, με τον τρόπο που ο Κύριος δέχεται εμάς στην πορεία μας κι ας δεχτούμε ό,τι και αν μας συμβεί σαν από το χέρι του Θεού, και σ’ όλες τις περιστάσεις ας συμπεριφερόμαστε σαν Χριστιανοί τότε όλα θα πάνε καλά.

Ο παλιός χρόνος έχει φύγει και πολλοί περιμένουν τώρα τον ερχομό του νέου χρόνου στη Βασιλεία του Θεού. Για κείνους έχει τελειώσει ο αγώνας, ενώ εμείς ζούμε ακόμα πάνω στη γη. Ας θυμηθούμε όσους έζησαν ανάμεσά μας, εκείνους που γνωρίζαμε κι αγαπούσαμε κι εκείνους που από απροσεξία ούτε καν παρατηρήσαμε. Ας θυμηθούμε τους αμέτρητους ανθρώπους που πέθαναν φέτος δυστυχισμένοι από αρρώστιες, σε δυστυχήματα, σε πολέμους. Ας θυμηθούμε τους πάντες χωρίς ν’ αφήσουμε κανέναν έξω κι ας μπούμε στην καινούρια χρονιά με καρδιά ανοιχτή για τους πάντες. Ας ψάλουμε «αιωνία η μνήμη» για όλους τους κεκοιμημένους πριν χωριστούμε και ας διατηρήσουμε αυτή την αιωνία μνήμη στις καρδιές μας με αγάπη και ευγνωμοσύνη για το Θεό που έδωσε να συναντήσουμε ανθρώπους τους οποίους μπορέσαμε ν’ αγαπήσουμε και να σεβαστούμε, ανθρώπους των οποίων το παράδειγμα μπόρεσε να μας εμπνεύσει.

Είθε ο Θεός να ευλογήσει το Νέο Έτος. Σας εύχομαι έναν ευτυχισμένο καινούριο χρόνο, να ζήσετε, ν’ αγαπάτε το Θεό, ν’ αγαπάτε και να εξυπηρετείτε τους ανθρώπους.

Μητροπολίτης Αντώνιος Bloom του Σουρώζ: Πηγή/Έκδοση: Ημέρα Κυρίου, εκδ. Ακρίτας, 1987