Σάββατο 26 Ιουλίου 2025

Κυριακή εβδόμη εκ του κατά Ματθαίον.

Και σήμερα, αγαπητοί αδελφοί, θα ακολουθήσουμε τον Χριστό «παράγοντι», τον Χριστό που πορεύεται ανάμεσα μας. Ανάμεσα σε γραμματείς και Φαρισαίους, σε Γεργεσηνούς, τυφλούς, παραλυτικούς, δαιμονιζόμενους.
Ακολουθούμε έναν Ιησού, που στέκετε αντίκρυ στον παραλυτικό και του καθορίζει τα όρια της υγείας του, τα όρια της δωρεάς.
«άρον σου την κλίνιν και ύπαγε εις τον οίκον σου»
και σήμερα; Ρωτά:
«πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι;»
πιστεύετε;
Οι τυφλοί της σημερινής διήγησης
«ηκολούθησαν αυτώ κράζοντες και λέγοντες, ελέησον ημάς Υιέ Δαυίδ»
Τυφλοί, που όμως ακολούθησαν Χριστό.
Με ποια μάτια; Ποια όραση τους οδήγησε; Ποια αίσθηση κυβερνούσε τα βήματα τους;
Ακούστε μέχρι τα βάθη της ψυχής σας αυτό πού έλεγαν
«ελέησον ημάς Υιέ Δαυίδ»
Τον αποκαλούν «υιό Δαυίδ» και ζητούν έλεος.
«τότε ήψατο των οφθαλμών αυτών, λέγων.
Κατά την Πίστιν υμών γενηθήτω υμίν»
Μόνο αυτός ο λόγος αρκεί για να νιώσουμε όλα τα όρια της ελευθερίας μας, τα όρια της ύπαρξης μας, της σχέσης μας με τον Θεό. Από πού αρχίζει δηλαδή και πού τελειώνει το Ανθρώπινο πρόσωπο.
Δυο Κυριακές πιο πριν, θυμάστε τι είπαν τα δαιμόνια;
«τι ημίν και σοι υιέ του Θεού;»
Προσέξτε τα όρια που θέτουν οι δαίμονες.
Τι ημίν και σοι.
Εδώ έχουμε ένα ξεκάθαρο διαχωρισμό βασισμένο πάνω στον
εωσφορικό εγωισμό. Ποιος είμαι εγώ και ποιος είσαι εσύ.
Δαιμονική αποξένωση. Απομόνωση. Εγωισμός.
«δος μοι την  εμήν ουσία» λέγει ο άσωτος υιός προς τον Πατέρα. Δος  μου την περιουσία μου. Για να ακούσει αφού καταξοδέψει αυτό το «εμόν» μετά πορνών και αμαρτωλών, το «τα εμά σα εστίν», τα δικά μου, δικά σου είναι, από το στόμα του Πατέρα, όταν θα επιστρέψει...
Σ’ όλη την πορεία του Ιησού, ο Θεάνθρωπος έρχεται σε σχέση πρόσωπο με πρόσωπο με τον καθένα από εμάς. Αναζητώντας μέσα στην ελευθερία που μας προτείνει μία υπεύθυνη στάση σχέσης πρόσωπο προς πρόσωπο. Αλλά αφού αναγνωρίσουμε κοιτώντας Τον, την θέση μας.
«πέντε άνδρας έχεις και κανένας δεν είναι ο άνδρας σου» λέει στην Σαμαρείτισσα.
«θέλεις υγιής γενέσθε;» ρωτά τον παραλυτικό.
«πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι;»
Ερωτήσεις που αναζητούν την απάντηση μας. Αυτή είναι η πορεία της σχέσης μας μαζί του.
Να αναγνωρίσουμε το πρόσωπο Του, να ομολογήσουμε το όνομα Του και από το δαιμονικό «τι ημίν και σοι ...» να ανακράξουμε το «ελέησον ημάς, υιέ Δαυίδ »
Ελέησον με δηλαδή ελευθέρωσε με από το εγώ. Άφησε με να δω το «εμείς», το πέρα από την εγωκεντρική τύφλωση εκείνου που στη ζωή του απαιτεί το λίγο και πεπερασμένο της «εμείς ουσίας» και χάνει την πληρότητα του «τα δικά μου είναι και δικά σου»
Όλες οι θεραπείες που παρακολουθήσαμε τόσες Κυριακές αδελφοί μου, τι ήταν;
Αρρώστια βασισμένη σε δαιμονική εμπλοκή.
Η πίστη έφερε την ίαση. Η πίστη έφερε την σύνταξη με τον Θεό. Η πίστη έφερε την προσευχή. Δηλαδή την έξοδο από το εγώ.
Αυτό θέλω να σας πω σήμερα. Αν οι αμαρτίες μας μας καθιστούν τυφλούς, κωφούς ή παραλυτικούς, αν   μας   οδηγούν χαλεπούς λίαν και ταλαίπωρους να κατοικούμε στα μνήματα ας αναγνωρίσουμε την θέση μας και την στάση μας και με προσωπική ευθύνη ας απαντήσουμε αυτό το «ναι, Κύριε» «τότε ήψατο των οφθαλμών αυτών, λέγων κατά την Πίστην υμών γενηθήτω υμίν»
Αυτό.
Με αυτόν τον επιγραμματικό λόγο θα κλείσω την σημερινή ομιλία. Θα κλείσω μια σειρά ευαγγελικών αναγνωσμάτων που από τους δύο δυστυχισμένους δαιμονισμένους και τους ακόμα πιο δυστυχισμένους Γεργεσηνούς, φθάσαμε στους σημερινούς δύο τυφλούς που έκραξαν Υιέ Δαυίδ ελέησον ημάς. Από εκείνους που ζήτησαν στον Κύριο να φύγει μακριά από τα όρια τις πόλης τους, στον σημερινό όχλο, που εθαύμασαν λέγοντας, «ότι ουδέποτε εφάνη ούτος εν τω Ισραήλ»
Αυτήν την πορεία ας ακολουθήσουμε αδελφοί.
Πορεία προς το φως. Πορεία προς την Μεταμόρφωση. 
Τύφλωση, κώφωση, παραλυσία, η αγωνία της γυναίκας, ο θάνατος του υιού του εκατόνταρχου, όλα ως εκεί φθάνουν.
Κι εμείς. Ως εκεί πάμε. Στους πρόποδες του όρους Θαβώρ.
Με νηστεία και παράκληση στην Παναγία.
Με το «ναι κύριε»

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2025

Αγία Ολυμπιάδα: Η αφοσιωμένη διακόνισσα της Εκκλησίας.

 

 Στο πολυπληθές στερέωμα των αγίων γυναικών της Εκκλησίας μας ξεχωρίζει ένα λαμπρό άστρο, το οποίο φωτίζει στους αιώνες και φανερώνει την γυναικεία αξία, την οποία ανήγαγε στη σωστή της διάσταση μόνον ο Χριστιανισμός και καταξίωσε η αγία μας Εκκλησία.

Πρόκειται για την αγία Ολυμπιάδα, την ηρωική και αφοσιωμένη διακόνησα, της οποίας η ζωή και το έργο είναι συνδεδεμένα με τον μέγα ιεράρχη της Εκκλησίας μας τον ιερό Χρυσόστομο και καταδεικνύει το μεγαλείο της κοινωνικής διακονίας.

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 368 από αριστοκράτες και πολύ πλούσιους γονείς. Ο πατέρας της ονομαζόταν Σέλευκος και η μητέρα της Θεοδοσία, η οποία ήταν αδελφή του αγίου Αμφιλοχίου, επισκόπου Ικονίου (344-394). Ο παππούς της Αβλάβιος είχε διατελέσει κυβερνήτης της Ασίας και της Θράκης. Οι εύποροι γονείς της προσπάθησαν να της δώσουν τη μεγαλύτερη δυνατή μόρφωση. Όμως ενωρίς ένοιωσε τη θλίψη στη ζωή της. Παιδί όντας, πέθαναν οι γονείς της και έμεινε ορφανή και απροστάτευτη. Την προστασία της ανάλαβε ο συγγενής της Προκόπιος, ένας βυζαντινός αξιωματούχος, έπαρχος της Κωνσταντινουπόλεως και φίλος του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο οποίος βρισκόταν, από το 379, στη Βασιλεύουσα για να αντιμετωπίσει τη λαίλαπα της αρειανικής αιρέσεως.

Μέσω του θείου της Προκοπίου συνδέθηκε με τον άγιο Γρηγόριο, τον οποίο αισθάνονταν και τον αποκαλούσε «πατέρα» της. Ο άγιος Γρηγόριος εκτίμησε και αυτός το σεμνό χαρακτήρα της και τα χαρίσματά της και την αγάπησε σαν παιδί του. Μάλιστα αυτή η αγάπη του είναι αποτυπωμένη σε ποίημά του, το οποίο αφιέρωσε στο γάμο της. Μια θαυμάσια ποιητική σύνθεση, η οποία εξυμνεί τη γυναικεία φύση και παρουσιάζει το ιδεώδες της έγγαμης γυναίκας. Αλλά και εκείνη ωφελήθηκε από το μεγάλο άγιο και δεινό θεολόγο Γρηγόριο. Η θεολογία του υπήρξε σταθμός για εκείνη.

Ένας αριστοκράτης νέος, ο Νεβρίδιος, έπαρχος Κωνσταντινουπόλεως, τη ζήτησε σε γάμο. Εκείνη δέχτηκε και παντρεύτηκαν. Όμως μια νέα συμφορά χτύπησε την αριστοκράτισσα Ολυμπιάδα. Λίγο καιρό μετά το γάμο τους, ο Νεβρίδιος αρρώστησε και πέθανε. Η Ολυμπιάδα βιώνει το πρόβλημα της χηρείας. Ο ιστορικός Παλλάδιος αναφέρει πως ήταν τόσο σύντομη η συζυγική της ζωή ώστε «λέγεται αμίαντος κεκοιμήσθαι παρθένος»!

Η ομορφιά της, τα πλούτη της και η κοινωνική της θέση την κάνουν αξιοζήλευτη υποψήφια νύφη στην Κωνσταντινούπολη. Εκατοντάδες επιφανείς νέοι την πολιορκούν να δεχτεί να τους παντρευτεί. Όμως εκείνη παραμένει αμετάπειστη στη μνήμη του συζύγου της. Η απάντησή της ήταν σταθερή: «αν ο Θεός ήθελε να ξαναπαντρευτώ δεν θα μου έπαιρνε τον πρώτο σύζυγό μου». Ο ίδιος ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος (379-395) ασκεί τεράστια πίεση να εξαναγκαστεί να παντρευτεί το συγγενή του Ελπίδιο. Αλλά η Ολυμπιάδα αρνείται κατηγορηματικά, διότι θεώρησε την πρώιμη χηρεία της ως κλήση από το Θεό να υπηρετήσει την Εκκλησία Του και τους πονεμένους ανθρώπους. Ο αυτοκράτορας επιμένει και αρχίζει να ασκεί διώξεις εναντίον της, δημεύοντας μεγάλο μέρος της πατρικής της περιουσίας. Η Ολυμπιάδα του έστειλε επιστολή με βαρυσήμαντη απάντηση και σκωπτική διάθεση. Ο δε Ελπίδιος, τυφλωμένος από το πάθος του έρωτα για εκείνη, της στερεί το δικαίωμα να πηγαίνει στην εκκλησία. Ούτε αυτό το μέτρο την έκανε να αλλάξει γνώμη. Έτσι βλέποντας ο αυτοκράτορας ότι ήταν ανώφελο να προσπαθεί να την πείσει, αλλάζει γνώμη, παύοντας τις διώξεις. Της επέστρεψε την δημευμένη περιουσία της και της υποσχέθηκε ότι δεν θα την ενοχλήσει ξανά.

 Η ευσεβής Ολυμπιάδα, ελεύθερη πλέον από κάθε εξαναγκασμό, ρυθμίζει τη ζωή της ανάλογα με τις εσωτερικές της παρορμήσεις. Φλέγεται να αφιερώσει τη ζωή της στην υπηρεσία του Χριστού, στα έργα αγάπης. Πρώτη της ενέργεια να απαλλαγεί από την μέριμνα του πλούτου. Μοιράζει το μεγαλύτερο μέρος της τεράστιας περιουσίας της σε χρυσάφι, πολύτιμους λίθους, ασήμι, έπιπλα, κτήματα και επαύλεις, στην Εκκλησία, με τον όρο να χρησιμοποιηθούν για την ανακούφιση των ενδεών.

Ήταν ήδη τριάντα ετών. Το 393 τίθεται στη διάθεση του αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεκταρίου (381-397) να εργαστεί στον κοινωνικό τομέα. Ο Νεκτάριος τη χειροτόνησε διακόνισσα και την ενέταξε στον εθελοντικό στρατό της αγάπης των 250 γυναικών, οι οποίες υπηρετούσαν το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας. Τίθεται στις διαταγές των ομαδαρχών και εκτελεί, αυτή η αρχοντοπούλα, με θαυμαστή προθυμία και τις πιο κοπιαστικές και τις πλέον ταπεινές υπηρεσίες.

Το 397 πεθαίνει ο Νεκτάριος και στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ανεβαίνει το 398 ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Η Ολυμπιάδα είναι από τα πρόσωπα που θα γίνει στενός συνεργάτης του αγίου αρχιεπισκόπου. Δώρισε την εναπομείνασα περιουσία της και έκτισε μικρή μονή στο κέντρο της Πόλης, δίπλα στην Αγία Σοφία, όπου έμεινε πλέον, συγκεντρώνοντας μια ομάδα πολυπληθών γυναικών τις οποίες έχρισε συνεργάτες της. Μαζί της η Πενταδία, χήρα ενός στρατηγού, η Καρτερία, η Χαλκιδία, κ.α. οι οποίες πλαισίωσαν το έργο του Χρυσοστόμου.

Χάρις σ’ αυτή και τις συνεργάτιδές της, συνεχίζεται και επεκτείνεται το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας της Βασιλεύουσας. Αυτή προΐσταται, με τις ευλογίες του Ιωάννη, στο μεγαλειώδες ανθρωπιστικό έργο του. Οι αναξιοπαθούντες όχλοι της Πόλεως σιτίζονται και στεγάζονται από την Εκκλησία, χάρις στη μέριμνα και το έργο εκείνης. Παράλληλα εργάζεται και για την προετοιμασία των πολυπληθών ιεραποστόλων, οι οποίοι στέλνονται από το Χρυσόστομο σε χώρες, που δεν είχε κηρυχτεί το Ευαγγέλιο.

Συνδέεται με στενούς πνευματικούς δεσμούς με τον άγιο ιεράρχη. Έγινε ο πατέρας της και εκείνη η κόρη του, η οποία μοιράζεται πια τις ανυπέρβλητες δυσκολίες, τα προβλήματα και κυρίως τις πίκρες και τις διώξεις του από την διεφθαρμένη αριστοκρατία και την εξουσία. Τα βάσανα, οι διώξεις και οι εξορίες του πνευματικού της πατέρα της τρυπούν ως δίστομη ρομφαία την ευαίσθητη καρδιά της. Τα προβλήματα εκείνου γίνονται και δικά της προβλήματα. Εξαντλεί όλες τις δυνατότητές της να αποδείξει την αθωότητα του δασκάλου της και να αποκαλύψει τις σκευωρίες της δαιμονικής βασίλισσας Ευδοξίας, η οποία είχε θέσει ως σκοπό της ζωής της να καταστρέψει τον Ιωάννη. Άλλωστε δεν άργησαν, οι διώκτες του Χρυσοστόμου, να στραφούν και εναντίον της. Κατά την πρώτη εξορία του Ιωάννη (404) επιχειρεί να πάει κοντά του, αλλά συλλαμβάνεται και εξορίζεται στη Νικομήδεια.

Κατόπιν τη συκοφαντούν ως ανήθικη. Στη συνέχεια τη σέρνουν στα δικαστήρια με την κατασκευασμένη κατηγορία ότι ευθύνεται για την πυρκαγιά του ναού της Αγίας Σοφίας, η οποία κάηκε από στάση του λαού της Βασιλεύουσας, κατά την πρώτη εξορία του ιερού Χρυσοστόμου. Στο δικαστήριο, με μειλίχιο, αλλά και σοβαρό ύφος απολογείται και προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητά της. Μάλιστα δε διστάζει, όταν οι ψευδομάρτυρες αποθρασύνθηκαν, να χρησιμοποιήσει σκωπτικό και ειρωνικό ύφος, προκειμένου να δείξει τον οίκτο της για αυτούς τους τραγικούς ανθρώπους, οι οποίοι, κατ’ αυτήν, δεν ήξεραν τι κάνουν!

Το αποτέλεσμα της δίκης ήταν πολύ οδυνηρό για την ηρωική διακόνισσα. Της επιβλήθηκε βαρύτατο χρηματικό πρόστιμο, το οποίο δεν είχε τη δυνατότητα να εξοφλήσει, διότι δεν είχε πια καθόλου δική της περιουσία. Την εξόρισαν σε διαφόρους τόπους, χρησιμοποιώντας εξευτελιστικούς τρόπους να τη μειώσουν και να την πικράνουν, επειδή δεν ήθελε κοινωνία με τον μοιχεπιβάτη αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Αρσάκιο. Η όλη κατάσταση επιβαρύνει την υγεία της. Αρρώστησε βαριά. Μόνη της παρηγοριά, η αλληλογραφία της με τον αγαπημένο της πνευματικό πατέρα, το Χρυσόστομο από την εξορία του. Της έστειλε 17 υπέροχες επιστολές, αληθινά διαμάντια ευσέβειας, τρυφερότητας και αγάπης προς εκείνη για την άδολη αφοσίωσή της.

Έκτοτε δεν έχουμε πληροφορίες για το υπόλοιπο της ζωής της. Δεν γνωρίζουμε που και πότε έφυγε από τη γήινη ζωή. Προφανώς ακολούθησε το δάσκαλό της στην αιωνιότητα, από πίκρα, λίγο μετά το θάνατο του, το 407. Η μόνη πληροφορία που έχουμε είναι, αυτή του ιστορικού Παλλαδίου, ο οποίος έγραψε το γνωστό σύγγραμμά του στα 408, για τον δάσκαλό του Ιωάννη Χρυσόστομο, αναφέροντας και την Ολυμπιάδα. Σε αυτό εκθειάζει την πίστη της, το ήθος της, τον ηρωισμό της και την αφοσίωση της στον μαρτυρικό αρχιεπίσκοπο και πνευματικό της πατέρα.

Η Εκκλησία μας την ανακήρυξε αγία και όρισε να τιμάται η μνήμη της στις 25 Ιουλίου.

 

 

 

 

 

 

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2025

Η Μοναστική ζωή ως μυστήριο αγάπης.

 

Αυτός, λοιπόν, είναι ο κυριότερος τρόπος με τον οποίο ο μοναχός υπηρετεί τον κόσμο: όχι πρωταρχικά με εξωτερικά έργα φιλανθρωπίας ή με την πολυμάθεια· όχι πρωταρχικά με τη φιλοξενία ή ακόμα με τις πνευματικές συμβουλές, μα με την εσωτερική εργασία της προσευχής. Η αγάπη του μοναχού εκφράζεται πάνω από όλα με την προσευχή του, η προσευχή του είναι η αγάπη του. Υπηρετεί τον πλησίον του προσευχόμενος -όχι απλώς με την προσευχή της μεσιτείας του, αλλά με την όλη προσευχή του, είτε πρόκειται για προσευχή μετάνοιας, δοξολογίας, ή σιωπής.

Ακριβώς επειδή προσεύχεται, ο μοναχός δεν είναι χωρισμένος από τον κόσμο, όσο μεγάλη και αν είναι η εξωτερική απομόνωσή του. Διότι η προσευχή, αν και είναι κάτι το εσωτερικό και προσωπικό, ουδέποτε είναι κάτι το απομονωμένο και μοναχικό: αυτός που προσφέρει αληθινή και ζωντανή προσευχή πάντοτε προσεύχεται ως μέλος ενός σώματος, σε ενότητα με όλους τους άλλους που προσεύχονται, και πραγματικά με ολόκληρη την ανθρωπότητα, είτε προσεύχονται είτε όχι. Κάθε προσευχή έχει κοσμικές διαστάσεις. Όταν ο μοναχός λέει την προσευχή του Ιησού –«Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με»– ταυτόχρονα λέει «ελέησον ημάς» έστω κι αν δεν είναι αυτή η εξωτερική μορφή λέξεων την οποία χρησιμοποιεί. Η επίκλησή του δεν θα ήταν αληθινή προσευχή αν ήταν μόνο για τον εαυτό του. Δυνάμει της προσευχής του, λοιπόν, ο μοναχός είναι -κατά τον Ευάγριο (346-99)- «ο πάντων χωρισθείς και πάσι συνηρμοσμένος»…

Η προσευχή είναι μια δυναμική, μεταμορφώνουσα δύναμη, ακόμα και αν παραμένει εντελώς κρυμμένη. Πιθανόν οι ερημίτες να φέρνουν πιο πολύ κόσμο στον Χριστό παρά ένας οιοσδήποτε συγγραφέας ή κήρυκας, οσονδήποτε εύγλωττος κι αν είναι. «Απόκτησε εσωτερική ειρήνη», έλεγε ο Άγιος Σεραφείμ, «και χιλιάδες γύρω σου θα βρουν τη σωτηρία τους». «Αν μερικοί άνθρωποι γίνουν προσευχή», γράφει ο Οlivier Clement . «προσευχή που είναι «καθαρά» και κατά το φαινόμενο εντελώς άχρηστη, μεταμορφώνουν την οικουμένη με μόνο το γεγονός της παρουσίας τους, με την ίδια την ύπαρξή τους». Τέτοια, ακριβώς, είναι η κλήση του μοναχού: να είναι μια παρουσία, η παρουσία της προσευχής· να βοηθά τον κόσμο όχι τόσο ενεργητικά όσο υπαρξιακά, όχι τόσο με κάτι που κάνει όσο με ό,τι είναι, με το να γίνεται ο ίδιος μια ζωντανή προσευχή. Μεταμορφώνει τον κόσμο με το να μεταμορφώνεται ο ίδιος. Επανειλημμένα στην εκκλησιαστική ιστορία οι μοναχοί εξηγούν με ζωντανό παράδειγμα αυτό το συνεχώς επανερχόμενο παράδοξο: αυτός που απέχει από το να προγραμματίζει και να οργανώνει, που δεν υπολογίζει πόσο πιο πολύ χρήσιμος μπορεί να είναι για τους άλλους αλλά απλώς στρέφεται προς τον Θεό με μια πλήρως εκδαπανούσα αγάπη, είναι συχνά αυτός ο ίδιος που, πιο πολύ από κάθε άλλο σύγχρονό του, φέρνει διαρκή ωφέλεια στο σύνολο της κοινωνίας. Ίσως όσο λιγότερο ένας μοναχός σκέφτεται να μεταστρέψει τον κόσμο και όσο πιο πολύ σκέφτεται τη δική του μεταστροφή, τόσο πιο πολύ πιθανό είναι ότι ο κόσμος πραγματικά θα μεταστραφεί.

«Κοίταξε αυτό το  παράθυρο», λέγει ο Chuang Tzu: «δεν είναι παρά μια τρύπα στον τοίχο, μα εξαιτίας της όλο το δωμάτιο είναι γεμάτο φως. Έτσι και όταν οι δυνάμεις και ικανότητες κενωθούν, η καρδία είναι γεμάτη φως. Όντας γεμάτη φως καθίσταται μια επιρροή διά της οποίας άλλοι κατά τρόπο μυστικό μεταμορφώνονται». Ο μοναχός είναι ακριβώς η τρύπα στον τοίχο, διά μέσου της οποίας λάμπει το άκτιστο φως του Θεού. Κενώνοντας την καρδία του από οτιδήποτε άλλο εκτός από την προσευχή, καθίσταται ένα παράθυρο για την Εκκλησία και τον κόσμο.

Τέτοιος είναι ο μοναχός: μια παρουσία, ένας μάρτυρας ή ένα σημείο. Ακριβέστερα, είναι ένας μάρτυρας του μέλλοντος αιώνος, εκείνης της μελλοντικής βασιλείας η οποία ταυτόχρονα είναι ήδη παρούσα εντός ημών.

***

Από τις πρώτες-πρώτες αρχές του ο Χριστιανισμός ήταν μια ασκητική θρησκεία…. Σε μια εποχή που η Εκκλησία διέτρεχε τον κίνδυνο να συγχέει τα του Καίσαρος με τα του Θεού, οι μοναχοί έπαιζαν ένα προφητικό ή εσχατολογικό ρόλο, υπενθυμίζοντας στους ανθρώπους ότι η Εκκλησία του Θεού δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Και τέτοιο εξακολουθεί να είναι το λειτούργημά τους στην Εκκλησία σήμερα. Η μοναστική στάση είναι ουσιαστικά μια στάση προσεκτικής αναμονής, προσδοκίας. Μοναχός λέγει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος (7ος αιώνας), «έστιν ο εν πείνη και δίψη διάγων πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού, διά την ελπίδα των μελλόντων αγαθών».

Είναι ένας μάρτυρας της όγδοης ημέρας… Όπως ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (1296-1359) το διατύπωσε, οι μοναχοί είναι προφήτες και κήρυκες της Δευ­τέρας Παρουσίας του Χριστού: ακριβώς όπως οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης προέλεγαν την πρώτη έλευση του Χριστού κατά την ενσάρκωση, έτσι μέσα στην Εκκλησία οι μοναχοί είναι εκείνοι που δείχνουν προς τη Δευτέρα του Έλευση, όχι τόσο με τα λόγια τους όσο με τη ζωή τους.

Όλοι οι Χριστιανοί είναι «ξένοι και παρεπίδημοι» (Εβρ. 11:13), οδεύοντες προς το έσχατο, με τα πρόσωπα στραμμένα προς την ουράνια πολιτεία. Αλλά πλείστοι από αυτούς έχουν ταυτόχρονα πολλούς δευτερεύοντες σκοπούς: να φροντίσουν για σύζυγο, να μεγαλώσουν παιδιά, να περιθάλψουν αρρώστους, να βοηθήσουν τούς πτωχούς και απόρους. Ο μοναχός, όσον άφορα την ουσιαστική μοναστική του κλήση, δεν έχει δευτερεύοντες σκοπούς. Το πρότυπό του είναι η Μαρία, η οποία ακολούθησε «το εν ου έστι χρεία» (Λουκ. 10:42). Ο ίδιος ο τίτλος του, «μοναχός», έχει την έννοια ενός του οποίου η ύπαρξη δείχνει προς μια μονάχα κατεύθυνση, ο οποίος ζει για ένα πράγμα μόνο· και με το να δείχνει αυτή τη μια και μόνη κατεύθυνση υπενθυμίζει στο Λαό του Θεού που πηγαίνει. Ο μοναχισμός με την παρουσία του διατηρεί ζωντανή μέσα στην Εκκλησία μια αίσθηση κατευθύνσεως.

***

. Ο μοναχός είναι εκείνος που ίσταται συνεχώς ενώπιον του Θεού σε προσευχή, που είναι τόσο ολοκληρωτικά ταυτισμένος με την τέχνη της προσευχής ώστε να έχει γίνει ο ίδιος μια ζωντανή φλόγα προσευχής. Αυτή η ζωντανή φλόγα είναι ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται η αγάπη του για τον Θεό και τον άνθρωπο, και μέσω αυτής της φλόγας της προσευχής υπηρετεί την κοινωνία και συμμετέχει ενεργά στη μεταμόρφωση του κόσμου. 

 

Κάλλιστος Γουέαρ Μητροπολίτης Διοκλείας («Ορθόδοξος Μοναχισμός» – Ορθόδοξα Τετράδια 3, εκδ.Αρμός, σ. 30-48)

Τρίτη 22 Ιουλίου 2025

Το παλιατζίδικο της ψυχής.

 

 Κάποτε ο γέροντας Πορφύριος είπε σε μια κυρία: «Πολλές από σας τις γυναίκες, ό,τι κατεστραμμένο και άχρηστο έχετε, παλιά και τρύπια κατσαρολικά, έπιπλα, παπούτσια και άλλα φθαρμένα πράγματα, πάτε και τα πετάτε σε κάποια απόμερη αποθήκη σας, κλειδώνετε την πόρτα και ησυχάζετε.

Δεν ξέρετε όμως, ότι θα έρθει στιγμή, που αυτό το παλιατζίδικό σας θα το βρουν και θα εκτεθείτε»…

Έμεινα έκπληκτος από τα λόγια του γέροντα.

Διάβαζα, εκείνες τις μέρες, βιβλία ποιμαντικής ψυχολογίας, που μιλούσαν για απώθηση τραυματικών βιωμάτων, από το συνειδητό στον ασυνείδητο χώρο της ψυχής και για ανάδυσή του σε απροσδόκητο χρόνο…

Το ζωντανό παράδειγμα του γέροντα, για την ”αποθήκη απορριμμάτων”, μου έλεγε πολύ περισσότερα από ό,τι τα επιστημονικά εγχειρίδια.

Ήταν σαφής ο συμβολισμός, ο αναφερόμενος στα αμαρτήματά μας, που δεν εξαλείψαμε με την μετάνοια και την εξομολόγησή μας…

αλλά τα πετάξαμε βιαστικά στην αποθήκη της λήθης, για να απαλλαγούμε από την ενοχλητική παρουσία τους, και που θα τα «βρει» ο Θεός, για να τα επαναφέρει στη μνήμη μας, «εν ημέρα κρίσεως».

Ήδη τα γνωρίζει, ενώ εμείς τα αγνοούμε…

”Το παλιατζίδικο της ψυχής μας…” (απώθηση τραυματικών βιωμάτων και αμαρτιών, από το συνειδητό, στον ασυνείδητο χώρο της ψυχής μας)


Όσιος Πορφύριος: (Ανθολόγιο Συμβουλών, )

 

 

 

Τρίτη 15 Ιουλίου 2025

Η δύναμη της μυστικής προσευχής.

 

Διότι αυτό κυρίως είναι προσευχή, όταν ανεβαίνουν οι κραυγές προς το Θεό από το εσωτερικό της ψυχής.

Και αυτό είναι γνώρισμα της βασανισμένης ψυχής, το να εκδηλώνει την προσευχή της με την προθυμία του νου και όχι με τον τόνο της φωνής.

Έτσι προσευχόταν και ο Μωϋσής. Γι’ αυτό και, ενώ δεν έλεγε τίποτε με τα χείλη του, ο Θεός του είπε: “τι φωνάζεις προς εμένα;”. Γιατί οι άνθρωποι ακούνε μόνο τη φωνή που βγαίνει από το στόμα, ο Θεός όμως πριν απ’ αυτήν ακούει τους ανθρώπους που κράζουν εσωτερικά.

 Επομένως είναι δυνατό και χωρίς να φωνάζουμε, να εισακουόμαστε από το Θεό, και είναι επίσης δυνατό να προσευχόμαστε κατά νουν με πολλή προσοχή ακόμη και όταν βαδίζουμε στην αγορά. Αλλά και όταν βρισκόμαστε μαζί με τους φίλους μας και ό,τι κι αν κάνουμε, μπορούμε με πολύ δυνατή φωνή να καλούμε το Θεό, με την εσωτερική φωνή εννοώ, και να μη τη φανερώνουμε σε κανένα από τους παρόντες.

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Άννης Λόγος Β΄, Άπαντα Αγίων Πατέρων

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2025

Βίος Αγίου Γέροντα Παϊσίου

 Η Εκκλησία τιμά στις 12 Ιουλίου κάθε χρόνου τη μνήμη του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτη, ενός σύγχρονου Αγίου που η παρουσία του στους πιστούς, κυρίως μέσα από τις διδαχές του, είναι σχεδόν καθημερινή.
Ο Όσιος πατήρ Παΐσιος ο Αγιορείτης γεννήθηκε από ευλαβείς γονείς, τον Πρόδρομο και την Ευλαμπία Ενζεπίδη, στα Φάρασα της Καππαδοκίας στις 25 Ιουλίου του 1924 μ.Χ., λίγες μέρες πριν από τη φυγή των Φαρασιωτών από την πατρώα γη για την Ελλάδα. Στη βάπτισή του, ο Όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης ο πλήρης ημερών και αγιότητος βίου κοσμούμενος ιερέας των Φαράσων, τον ονόμασε Αρσένιο, «για να τον αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είπε. Στην Ελλάδα, η οικογένεια του μικρού Αρσενίου εγκαταστάθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, όπου ο ίδιος πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Γαλουχούμενος με τις διηγήσεις για το θαυμαστό βίο του Αγίου Αρσενίου, έλεγε ότι θα γίνει μοναχός από την ηλικία των 5 ετών!
Και αφού έμαθε να διαβάζει, αγαπημένη του ασχολία υπήρξε η ανάγνωση των βίων των Αγίων, των οποίων εμιμείτο τους ασκητικούς αγώνες με θερμό ζήλο. Μετά από τις εγκύκλιες σπουδές του δε θέλησε να συνεχίσει στα γράμματα, αλλά προτίμησε να μιμηθεί το Χριστό και μαθήτευσε στην τέχνη του ξυλουργού, την οποία άσκησε με επιμέλεια και δεξιοσύνη. Στην ηλικία των 15 ετών αξιώθηκε της θέας του Κυρίου, για ένα μόνο φιλότιμο λογισμό, μέσω του οποίου απέκρουσε μία δαιμονική προσβολή του πειρασμού της απιστίας.
Από τότε φούντωσε μέσα του ακόμη περισσότερο η φλόγα της αγάπης του Θεού και ο πόθος για τη μοναχική ζωή. Ακολούθησαν καιροί ταραχής και αναστάτωσης για την Ελλάδα, λόγω της ξένης Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου. Ο Όσιος Παΐσιος όμως, τόσο ως πολίτης όσο και ως στρατιώτης κατά τη θητεία του (1945 – 1949 μ.Χ.), επέδειξε απαράμιλλο θάρρος και αυτοθυσία. Ήταν πρόθυμος να δώσει κάθε στιγμή και τη ζωή του ακόμα για τη σωτηρία των άλλων. Ευρισκόμενος μάλιστα συχνά μέσα στον καταιγισμό των φονικών πυρών, συνέβη να σώσει με τις θερμές προσευχές του πολλούς στρατιώτες, αλλά να σωθεί και ο ίδιος με τρόπο θαυμαστό.
Επειδή το μεγαλύτερο διάστημα της στρατιωτικής του θητείας το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή, πολλές εκδόσεις αφιερωμένες στη ζωή του Γέροντα τον αναφέρουν ως «Ασυρματιστή του Θεού». Μάλιστα, ο Γέροντας φέροντας ως παράδειγμα την ειδικότητα του στον στρατό, απάντησε σε κάποιον που αμφισβητούσε τη χρησιμότητα της μοναχικής ζωής ότι οι μοναχοί είναι «ασυρματιστές του Θεού», εννοώντας την θερμή τους προσευχή και την έγνοια τους για την υπόλοιπη ανθρωπότητα.
Ύστερα και από αυτές τις περιπέτειες, θέλησε να καταταγεί στο αγγελικό τάγμα των μοναχών, με τα φτερά που δίνει ο θείος έρωτας. Έτσι, μετέβη στο Άγιο Όρος, αναζητώντας έναν οδηγό για τη ζωή της κατά Θεόν ησυχίας. Δεν κατάφερε όμως να εκπληρώσει αμέσως τον πόθο του. Παράλληλα, οι δικοί του βρέθηκαν την ίδια περίοδο σε μεγάλη οικονομική δυσκολία, οπότε τον κάλεσαν να τους βοηθήσει. Έτσι, επέστρεψε στην Κόνιτσα και εργάστηκε ως μαραγκός. Μετά από 3 χρόνια όμως (1953 μ.Χ.), σε ηλικία 29 ετών πλέον, εγκατέλειψε τα πράγματα του κόσμου και επέστρεψε στην Αθωνική Πολιτεία.
Αφού περιήλθε σκήτες και καλύβες, ακολούθησε τελικά τη συμβουλή ενός σεβάσμιου γέροντα και εντάχθηκε στην αδελφότητα της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου, γνωστής τότε για την αυστηρή της τάξη. Εκεί έζησε μέσα στην ολοτελή υπακοή και επιδόθηκε σε υπέρμετρη άσκηση, υπερβάλλοντας σε κόπους για χάρη του Χριστού και των αδελφών του. Έτσι, στις 27 Μαρτίου 1954 μ.Χ. εκάρη μοναχός. Έλαβε ρασοευχή και το όνομα Αβέρκιος. Έχοντας όμως άσβεστο μέσα του τον πόθο για τον ησύχιο και απράγμονα βίο, πήρε την ευλογία του Ηγουμένου και πήγε να μονάσει στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, που ήταν τότε σε κατάσταση ιδιόρρυθμη. Εκεί προετοιμάστηκε για τη ζωή του ερημίτη, κάτω από την καθοδήγηση ενός διακριτικού και σοφού γέροντα, του γέροντα Συμεών. Στις 12 Μαρτίου 1956 μΧ., εκάρη μικρόσχημος μοναχός και έλαβε το όνομα «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του.
Τον Αύγουστο του 1958 μ.Χ., υπακούοντας σε θεία βουλή, δεν εγκαταστάθηκε στην έρημο, για την οποία προετοιμαζόταν, αλλά στην κατεστραμμένη Ιερά Μονή της Παναγίας του Στομίου, που βρίσκεται κοντά στην Κόνιτσα. Σε αυτήν έζησε 4 χρόνια, ζώντας ισάγγελο βίο, παλεύοντας με τους πειρασμούς, ευεργετώντας τους ανθρώπους της περιοχής, σώζοντας πολλούς από τις διδασκαλίες των προτεσταντικών ομάδων που δρούσαν εκεί, και ανακαινίζοντας με πολύ μόχθο το Μοναστήρι.
Το 1962 μ.Χ., όταν και ολοκληρώθηκε το έργο της ανακαίνισης και ο κίνδυνος από τις ετερόδοξες ομάδες εξέλιπε, ο Όσιος παρακαλούσε μέσα στους πειρασμούς, που καθημερινά τον πολιορκούσαν, θερμά το Θεό να του δείξει το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει. Έτσι, δέχθηκε ως θεόσταλτη την πρόσκληση κάποιου ιεροδιακόνου να τον συνοδεύσει στο θεοβάδιστο Όρος του Σινά. Πάνω σε κείνον τον άνυδρο και ξερό τόπο, στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, έζησε επιτέλους αυτό που χρόνια ποθούσε, την προς Θεόν μόνωση.
Αγωνιζόμενος με πολλή ταπείνωση διαρκή νηστεία, ακατάπαυστη αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή, κατάφερε να υπερνικήσει τις παγίδες του μισόκαλου εχθρού, και να απολαύσει την ένωση με το Θεό. Γεμάτος από τη χάρη της θείας παρακλήσεως, απολάμβανε την κατά Θεόν ευφρόσυνη μέσα στο καμίνι της απαράκλητης ερήμου. Έγινε μάλιστα ιδιαίτερα αγαπητός στους Βεδουίνους, δίνοντάς τους τρόφιμα με χρήματα από την πώληση στους προσκυνητές ξύλινων σταυρών που έφτιαχνε ο ίδιος.
Δεν θα υπήρχε, έτσι, κανένας λόγος να εγκαταλείψει το στάδιο εκείνο της αρετής, εάν – φεύ! – δεν ενέσκηπτε η σωματική ασθένεια από το τραχύ κλίμα, η οποία τον ανάγκασε να επιστρέψει στην κατά σάρκα πατρίδα του. Επανερχόμενος στο Άγιο Όρος το 1964 μ.Χ., δεν ελάττωσε το πλήθος των ασκητικών αγώνων του, παρά την καταβολή του σώματος, καθώς στο πνεύμα διατηρούσε την πρότερη ζέση του. Ζώντας λοιπόν ως ξένος και παρεπίδημος στη γη, έφτασε να γίνει πολίτης του ουρανού.
Έχοντας, συνεπώς, την πράξη ως την «επίβασιν» της θεωρίας, έφτασε σε υψηλά μέτρα και έγινε κοινωνός θείων μυστηρίων. Εντρύφησε έτσι και στην ωραιότητα του Κυρίου, ενώ επιπλέον έτυχε και της Θεομητορικής ευλογίας. Συνομίλησε με αγίους που εμφανίστηκαν μπροστά του, βίωσε την όραση του Άγγελου Φύλακά του, άκουσε αγγελικούς ύμνους και καταυγάσθηκε από το ουράνιο φως.
Το 1966 μ.Χ. ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ελλάδας (Νοσοκομείο Παπανικολάου). Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μ.Χ. μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου (Βλάχικα).
Στις 12 Αυγούστου 1968 μ.Χ. ο Όσιος Παΐσιος, εισήλθε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα και μόνασε στο κελί του Τιμίου Σταυρού.
Το 1979 μ.Χ. αφήνει τον Τίμιο Σταυρό και αναζητώντας κελί πηγαίνει στην εγκαταλελειμμένη «Παναγούδα». Εκεί ο Όσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.
Σε όλη αυτήν την καθημερινή κούραση του γέροντος Παϊσίου έρχονται να προστεθούν και τα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του οι πόνοι από τις διάφορες αρρώστιες όπως κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά, βουβωνοκήλη και κυρίως από τον καρκίνο που του είχε διαγνωσθεί, γίνονταν όλο και περισσότεροι. Παρ’ όλ’ αυτά όμως αυτός ήταν ήρεμος και υπέμενε χωρίς να διαμαρτύρεται καθόλου. Αντιθέτως συνέχιζε να προσεύχεται για όλους.
Μετά το 1993 μ.Χ. παρουσίαζε αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Το Νοέμβριο του ίδιου έτους βγήκε για τελευταία φορά από το Άγιον Όρος και πήγε στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί έμεινε για λίγες μέρες και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Θεαγένειο, όπου έγινε διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Θεώρησε τον καρκίνο εκπλήρωση αιτήματός του προς το Θεό και ωφέλιμο για την πνευματική του υγεία. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 μ.Χ. χειρουργήθηκε. Παρότι η ασθένεια δεν έπαυσε, αλλά παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ, ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.
Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί ανακοίνωσαν του Αγίου Παϊσίου ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Κοιμήθηκε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 μ.Χ. και ώρα 11:00 και ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης.
Στις 13 Ιανουαρίου 2015 συνήλθε η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και αποφάσισε την κατάταξη του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας.