Τετάρτη 8 Ιουλίου 2020

Άγιος Γέροντας Παΐσιος:Για τη ζήλεια.

Ζήλεια: Το πάθος της ζήλειας είναι ένα από τα μεγαλύτερα πάθη. Μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στον φθόνο και τη διαβολή. Και οι διαβολές κάνουν πολύ μεγαλύτερο κακό από τον φθόνο. Η ζήλεια κρύβει μέσα της υπερηφάνεια, εγωισμό και φιλαυτία.
Δεν έχει αγάπη ούτε φυσικά και ταπείνωση. Γι’ αυτό και δεν είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να έχει συγχρόνως ζήλεια και αγάπη. Κι αν ακόμη έχει λίγη αγάπη, η αγάπη του δεν είναι καθαρή, γιατί μέσα στην αγάπη του είναι ο εαυτός του.
Η ζήλεια μολύνει και την αγάπη και την καλοσύνη, όπως το ψόφιο ποντίκι μολύνει όλο το λάδι, όταν πέσει μέσα. Όταν λοιπόν η ζήλεια κυριεύσει τον άνθρωπο τότε ούτε τον Θεό υπολογίζει και τους άλλους γύρω του βασανίζει ταλαιπωρώντας παράλληλα και τον ίδιο του τον εαυτό, αφού όταν ζηλεύει κανείς, στενοχωριέται, δεν μπορεί να φάει, αδυνατίζει, χάνει το κουράγιό του. Η ζήλεια ρουφάει όλες τις ψυχικές και σωματικές δυνάμεις του ανθρώπου, με αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται κανείς και πνευματικά.
Για να βοηθηθεί κάποιος που ζηλεύει να ξεπεράσει τη ζήλεια πρέπει να γνωρίσει τα χαρίσματα με τα οποία τον προίκισε ο Θεός και να τα αξιοποιήσει. Τότε δεν θα ζηλεύει και η ζωή του θα είναι Παράδεισος. Πολλοί δεν βλέπουν τα δικά τους χαρίσματα, αλλά βλέπουν μόνον τα χαρίσματα των άλλων και τους πιάνει η ζήλεια.
Θεωρούν τον εαυτό τους αδικημένο, μειωμένο κι έτσι βασανίζονται και κάνουν τη ζωή τους μαύρη. «Γιατί αυτός να έχει αυτά τα χαρίσματα κι εγώ να μην τα έχω;», λένε. Μα εσύ έχεις άλλα χαρίσματα, εκείνος άλλα. Θυμάστε τον Κάιν και τον Άβελ; Δεν έψαξε ο Κάιν να βρει τα δικά του χαρίσματα, αλλά κοιτούσε τα χαρίσματα του Άβελ. Οπότε καλλιέργησε τον φθόνο προς τον αδελφό του, μετά τα έβαλε και με τον Θεό και τελικά από τον φθόνο έφθασε στον φόνο. Και μπορεί αυτός να είχε περισσότερα και μεγαλύτερα χαρίσματα από τον Άβελ.
Για να χαίρεται λοιπόν κανείς και να μη ζηλεύει όταν βλέπει τα χαρίσματα των άλλων πρέπει να αξιοποιεί τα δικά του χαρίσματα. Ο Θεός δεν αδικεί κανέναν. Στον καθένα έχει δώσει ένα διαφορετικό χάρισμα που θα τον βοηθήσει στην πνευματική του πρόοδο. Από τον καθένα λοιπόν εξαρτάται να ψάξει να δει μήπως το χάρισμα που βλέπει στον άλλον και το ζηλεύει το έχει και αυτός, αλλά δεν το καλλιεργεί ή μήπως ο Θεός του έδωσε άλλο χάρισμα. Διότι, όπως ο ένας άνθρωπος δεν μοιάζει με τον άλλο έτσι και το χάρισμα του ενός δεν μοιάζει με του άλλου.
 Προσέξατε καμιά φορά τα αγριομπίζελα; Όλα είναι από μία ρίζα, αλλά έχουν διαφορετικά χρώματα και το ένα είναι πιο όμορφο από το άλλο. Και όμως το ένα δεν ζηλεύει το άλλο… Το καθένα χαίρεται με το χρώμα που έχει.
 Βλέπετε και τα πουλιά; Το καθένα έχει τη χάρη του, το δικό του κελάηδημα.
Ας βρει λοιπόν ο καθένας τα χαρίσματα που του έδωσε ο Θεός, ας δοξάζει τον Καλό Θεό, όχι εγωιστικά, φαρισαϊκά, αλλά ταπεινά, αναγνωρίζοντας ότι δεν έχει ανταποκριθεί στις δωρεές του Θεού και ας τα αξιοποιήσει στο εξής.

Αγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι Ε΄. Πάθη και αρετές.





Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020

Αγιότητα είναι....

Αγιότητα είναι μια βαθιά ευαισθησία. Μια βαθιά ποιητική ματιά που μπορεί να μεταμορφώνει τα πάντα σε άγγιγμα ψυχής. Ο άγιος είναι ποιητής και ευαίσθητος. «Για να γίνει κανείς Χριστιανός, πρέπει να έχει ποιητική ψυχή, πρέπει να γίνει ποιητής. “Χοντρές” ψυχές κοντά Του ο Χριστός δεν θέλει» (άγ. Πορφύριος).
Ο άγιος αγαπάει ακόμη και τα μη αξιαγάπητα. Εκείνον που όλοι θα περιφρονούσαν με μεγάλη χαρά, η αγιότητα τον μαζεύει, τον αγκαλιάζει, τον φιλά με πάθος μέχρι να τον θεραπεύσει.
Η αγιότητα μεταμορφώνει τα έρημα. Κυκλώνει τα διεσπαρμένα. Ενώνει τα διαιρεμένα. Μπορεί και αντέχει πάνω και πέρα από τις πληγές και τις καταστροφές. Κοιτάει εκεί που δεν κοιτάει κανείς άλλος. Δεν χωρίζει τα πράγματα σε καλά και κακά. Δεν τους βάζει ταμπέλες. Δεν κατηγοριοποιεί την ζωή σε ανώτερη και κατώτερη. Δεν διχάζει, δεν μοιράζει, δεν αποσπά, ενώνει, συνενώνει, και δυναμώνει το αδύνατο να συμβεί και το όνειρο να πραγματωθεί.
Η αγιότητα είναι μια βαθιά ποίηση που συντονίζει το σύμπαν στους στίχους του δημιουργού Του. Είναι ο ίδιος ο Χριστός που μέσα από τον άγιο μιλάει ξανά για την αγάπη. Που μέσα από την ματιά του αγίου στέλνει το τρυφερό βλέμμα Του σε όλους τους κουρασμένους. Στους αποτυχημένους και τους κουρελιασμένους στις μάχες της ζωής. Μια τεράστια αγκαλιά να ξαποστάσουν πάντες.
Η αγιότητα είναι μεταξένια αίσθηση της ζωής. Ευαισθησία που ξαναζωντανεύει εντός μας την ματιά του παραδείσου. Τότε που τα πάντα ήταν έκπληξη και θαυμασμός. Τότε που τίποτε δεν ήταν βαρετά το ίδιο ή επαναλαμβανόμενο. Η αγιότητα αναδεικνύει ξανά την ξεχασμένη μας παιδικότητα. Εκείνο το ξάφνιασμα μπροστά στο μυστήριο της ζωής.
Η αγιότητα δεν είναι τελειότητα, μα αποδοχή της ασημαντότητας. Δεν είναι επιτυχία μα δώρο. Δεν είναι κατόρθωμα αλλά χάρισμα. Δεν είναι δύναμη μα κένωση και άδειασμα. Ταπείνωση και εκούσια απόσυρση από τα φώτα του ψεύτικου, πρόσκαιρου και μάταιου.
Δεν αγιάζουν οι αναμάρτητοι μα εκείνοι που άντεξαν να δουν τις αμαρτίες τους. Να τις ακουμπήσουν δίχως να φοβούνται μην λερωθούν και χαλάσει το προφίλ τους. Είναι ανώτερος, λέει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, εκείνος που είδε τις αμαρτίες του από εκείνον που ανέστησε νεκρούς.
Ο άγιος δεν ξέρει ότι είναι άγιος. Εάν το ήξερε, απλά δεν θα ήταν. Όπως ο αθώος δεν γνωρίζει την αθωότητα του. Πολλώ δε μάλλον δεν την προασπίζει. Αθωότητα που προασπίζεται είναι «ευγενής» ναρκισσισμός. Ο άγιος το μόνο που γνωρίζει είναι η έντονη παρουσία του Χριστού εντός του.
Βιώνει μια εσωτερική αποδοχή του Θεού. Μια αγκαλιά που δεν το κρίνει, παρά μονάχα τον καλύπτει από το ψύχος του κόσμου τούτου.
Ο άγιος μονάχα αγαπά. Γιατί ο ίδιος έχει βιώσει την αγάπη του Θεού. Ξέρει από πάθη και οδύνη. Γνωρίζει τι σημαίνει υπαρξιακή αστοχία, λάθος, σφάλμα και πτώση, γιατί δεν γεννήθηκε άγιος, ούτε τέλειος, μα ούτε προνομιούχος. Πόνεσε, έπεσε, έπαθε, έμαθε. Έτσι μάς καταλαβαίνει, μας κατανοεί και ποτέ δεν μας κρίνει. Μονάχα μας αγαπά. Παντού και πάντοτε.
Ο άγιος δεν απορρίπτει. Αποδέχεται απόλυτα, διακρίνοντας την πράξη από το πρόσωπο. Την πράξη την επικρίνει, το ανθρώπινο πρόσωπο, ποτέ. Το καταλαβαίνει και το συμπαθεί. Όχι ηθικά. Μα οντολογικά. Γνωρίζει ότι αυτός είναι ο άνθρωπος. Φοβισμένος, τραυματισμένος, χαμένος και πτωτικός. Εκφράζοντας το πνεύμα του Χριστού, συγχωρεί όχι μια πράξη, αλλά τον όλο άνθρωπο. Όπως το έκανε ο Χριστός. Δεν σώζει τον άνθρωπο από τις αμαρτίες του απλώς, αλλά μεταμορφώνει τη σύνολη φύση του.
Η αγιότητα είναι ένα παράθυρο για να μπορούν εκεί που θέλουν και επιθυμούν, να κοιτάζουν την βασιλεία του Θεού.


π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Κάθε τέλος μια αρχή, 10η εκδ. Αρμός, Αθήνα, 2015

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2020

Η μοναδική ευκαιρία...

Τελικά, το μεν ερώτημα μπορούμε να το υποβάλλουμε, την δε απάντηση πρέπει να την περιμένουμε. Ή ο Θεός δεν υπάρχει ή παραχωρεί μια δοκιμασία για να μας δώσει μια μοναδική ευκαιρία. Αν δεν γινόταν η Σταύρωση, δεν θα υπήρχε η Ανάσταση. Ο Χριστός θα ήταν ένας καλός δάσκαλος· όχι ο Θεός. Ο Θεός δίνει την ευκαιρία. Σε μας μένει να τη δούμε και να την αξιοποιήσουμε. Η δε χαρά και το περιεχόμενη αυτής της ευκαιρίας είναι πολύ μεγαλύτερο από την ένταση και τον πόνο της δοκιμασίας.
Ο θάνατος, ο πόνος, η αδικία αποτελούν μυστήριο που η όποια απάντηση το διασαλεύει. Στις περιπτώσεις αυτές, η αλήθεια δεν εκφράζεται ως άποψη ή επιχείρημα, αλλά προσφέρεται ως ταπείνωση και κοινός πόνος. Η πορεία στο μεθόριο της ζωής και του θανάτου, του σκανδαλισμού και της δοξολογίας, του θαύματος και της αδικίας παρουσιάζει στροφές και κρυμμένες γωνιές, όπου διασφαλίζεται η αλήθεια της ζωής. Αν ξεφύγει κανείς τον πειρασμό να λυγίσει, τότε αντικρίζει την αλήθεια με τέτοια όψη, που ποτέ του δεν είχε καν φαντασθεί. Ο πόνος, αν κάποιος καταφέρει να τον αγκαλιάσει, γεννά πρωτόγνωρες ευαισθησίες και ξεδιπλώνει πραγματικότητες που κανείς αλλιώς δεν βλέπει. Η πρόκληση δεν είναι να συμβούν γεγονότα και αποκαλύψεις· αυτά υπάρχουν. Η πρόκληση είναι να ανοίξει κανείς τα μάτια του για να μπορεί να τα αντικρίσει.
Είναι αναντίλεκτη αλήθεια δυστυχώς, συνήθως μόνο χάνοντας τα πολύ επιθυμητά, γνωρίζουμε και κερδίζουμε τα πολύ μεγάλα.
Σίγουρα ο πόνος και η αδικία δεν μπορούν να καταργήσουν την αγάπη του Θεού. Ο Θεός υπάρχει. Και είναι αγάπη και ζωή. Η τέλεια αγάπη και το πλήρωμα της ζωής. Και το μεγαλύτερο θαύμα της ύπαρξής Του είναι η συνύπαρξή Του με τον πόνο, την αδικία και το θάνατο.
Ίσως και η μεγαλύτερη πρόκληση για τον καθένα μας να είναι η συνύπαρξη με τον δικό του προσωπικό πόνο, το ελπιδοφόρο σφιχταγκάλιασμα με τα βαθύτερα αυτά «γιατί», η ταπεινή εσωτερική περιχώρηση στην προσδοκία του Θεού μέσα από τις «αδικίες» που νομίζουμε πώς Αυτός μας κάνει.
Προ καιρού, με πλησίασε κάποια νεαρή κοπέλα που το καντηλάκι της ζωής της φαίνεται να τρεμοσβήνει. Μέσα στον αβάσταχτο πόνο της διέκρινα την ελπίδα. Μέσα από τα δακρυσμένα μάτια της αντίκρισα τη χαρά, τη δύναμη και τη σοφία.
-Θέλω να ζήσω, μου είπε. Αλλά δεν ήλθα για να μου το επιβεβαιώσετε. Ήλθα για να με βοηθήσετε να φύγω έτοιμη από αυτόν τον κόσμο.
-Εγώ είμαι παπάς της ζωής και όχι του θανάτου, της απαντώ. Γι’ αυτό και θέλω να ζήσεις. Επίτρεψέ μου, όμως, να σε ρωτήσω κάτι: μέσα στη δοκιμασία σου, ρωτάς ποτέ «γιατί σε μένα, Θεέ μου;»
-Δεν σας καταλαβαίνω, πάτερ, μου λέει. Εγώ ρωτώ «γιατί όχι σε μένα, Θεέ μου; Και περιμένω όχι τον θάνατο μου· προσδοκώ τον φωτισμό μου»!

Νικόλαος, Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός, 1η έκδ., Αθήνα, Ιερά Μητρόπολις Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, 2009




Σάββατο 20 Ιουνίου 2020

Κυριακή δευτέρα εκ του κατά Ματθαίον

«Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων.»

Έρχεται μια στιγμή στην καθημερινότητα μας εκεί που καθόμαστε σκυμμένοι στα δίχτυα της ζωής μας, κοντά στους δικούς μας ανθρώπους. Κάποιος
«Περιπατών παρά την θάλασσαν...» μας συναντά και μας προτείνει: «δεύτε οπίσω μου» και θα αλλάξω αυτό που κάνετε τώρα με κάτι άλλο... Πάλιν αλιείς θα είστε αλλά αλλιώς, με άλλο τρόπο και άλλο σκοπό.
Κάθε στιγμή που απλώναμε τα δίκτυα μας για να ζωγρήσουμε τα αντικείμενα των επιθυμιών μας, κάθε στιγμή που μαζί με τα αδέλφια μας   οργανώναμε την κάθε μας μέρα, τους σκοπούς και τα κίνητρα μας, δίπλα σε ένα πλοίο, δίπλα σε μιαν θάλασσα, σε όρια στενά, «οικογενειακά» και οικεία, σε αποστάσεις γνωστές, με δίχτυα που ορίζαμε εμείς το άπλωμα τους. Κάποιος περιπατούσε και Εκείνος δίπλα στην ίδια θάλασσα με εμάς, οικείος αλλά και ξένος.
Σκυμμένοι, δεν Τον είδαμε.
Ώσπου θα μπει στην ζωή μας, θα μας συναντήσει όπως Εκείνος ξέρει. Άμεσα προσωπικά. Όχι κάπου απόμερα, ιδιαίτερα αλλά δίπλα στον μόχθο μας, δίπλα στα δίχτυα μας, δίπλα σε αυτούς και αυτά που ορίζουν και περιορίζουν την ζωή μας. Δίπλα στην ασφαλή μας θάλασσα. Κοντά σε γονείς και αδέλφια. Και θα μας πει το:
«δεύτε οπίσω μου» και θα κάνετε το ίδιο που κάνετε και τώρα. Πάλιν αλιείς θα είστε αλλά «ανθρώπων».
Θα σώζετε ανθρώπους. Αν αφήσετε τα δίχτυα θα οδηγηθείτε στην ελευθερία από όλα αυτά και θα οδηγείτε και άλλους σε αυτήν την ελευθερία.
Η αναζήτηση μας δεν θα ναι πια η επιβίωση μας αλλά ο Άλλος.
Αδελφοί μου η στιγμή αυτής της συνάντησης είναι μοναδική. Είναι προσωπική. Και είναι το δευτερόλεπτο της δικής μας Ανάστασης. Της δικής μας Πεντηκοστής, η αρχή της δικής μας αγιότητας.
Πόσο δεμένοι είμαστε όμως με δίχτυα, πλοία και «γονείς»; Πόσο σκυμμένοι είμαστε δίπλα στην θάλασσα, της ζωής μας; Στις αγωνίες μας, στις επιθυμίες μας, στις ασφάλειες και ανασφάλειές μας;
Σε αυτήν την δική μας ατομική θάλασσα; Και πόσο περίπλοκα έχουμε καθηλώσει τον εαυτό μας σε όλα αυτά; Τι έχουμε κάνει «αδέλφια» και «γονείς» μας; Από τι τρεφόμαστε και τι προσδοκάμε;
Αν η καρδιά ακούει, θα ακούσει το «δεύτε οπίσω μου» και ίσως ευθέως αφήσουμε δίχτυα και πλοίο και σιγουριά και   ακολουθήσουμε Εκείνον
πού μας καλεί να αλιεύσουμε ανθρώπους. Να είμαστε δηλαδή αλλιώς, αλλιώτικοι μαζί Του.
Αν δεν έχουμε ταυτιστεί με τους δεσμούς μας θα μπορέσουμε, ίσως, ευθέως, να αφήσουμε όλα αυτά πού μέχρι τώρα ξέραμε και μας έδιναν την ταυτότητα μας και να βγούμε στο άγνωστο, στο καινούργιο. Όλη αυτή η περικοπή μιλάει και για αυτό. Την ικανότητα μας να πάμε στο καινούργιο, στο διαφορετικό. Να τολμήσουμε μια ριζική αλλαγή στη ζωή μας, μια αλλαγή πού γεννιέται από την κλήση του Θεού.
Που ακούσαμε όμως.
Και που βρήκαμε το θάρρος και να ακολουθήσουμε.

Καλή Μετάνοια.