Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2024

Η Πίστη στο Θεό ως Πρόσωπο.

 

Η πίστη, δείχνει μια προσωπική σχέση με το Θεό  μια σχέση που, αν και είναι όλο ατέλεια και δισταγμό, δεν είναι καθόλου λιγότερο πραγματική. Είναι το να γνωρίσεις το Θεό όχι σαν θεωρία ή σαν μια αφηρημένη αρχή, αλλά σαν ένα πρόσωπο. Το να γνωρίζεις ένα πρόσωπο είναι κάτι πολύ περισσότερο από το να γνωρίζεις γεγονότα σχετικά μ’ αυτό το πρόσωπο. Το να γνωρίζεις ένα πρόσωπο ουσιαστικά σημαίνει να το αγαπάς δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή γνώση των άλλων προσώπων δίχως αμοιβαία αγάπη. Δεν έχουμε καμιάν αληθινή γνώση εκείνων που μισούμε. Εδώ, λοιπόν, είναι οι δυο λιγότερο παραπλανητικοί τρόποι να μιλάμε για το Θεό που υπερβαίνει την αντίληψή μας: είναι προσωπικός, και είναι αγάπη. Και αυτοί βασικά είναι δύο τρόποι για να πούμε το ίδιο πράγμα. Ο τρόπος μας για να μπούμε στο μυστήριο του Θεού είναι μέσω της προσωπικής αγάπης.

Σα μίαν αμυδρή ένδειξη αυτής της προσωπικής αγάπης που επικρατεί ανάμεσα στον πιστό και στο Αντικείμενο της πίστης του, ας πάρουμε τρία παραδείγματα ή λεκτικές εικόνες. Το πρώτο είναι από μίαν αφήγηση του 2ου αι., από το μαρτύριο του αγίου Πολυκάρπου. Οι Ρωμαίοι στρατιώτες μόλις έχουν φτάσει για να συλλάβουν τον ηλικιωμένο Επίσκοπο Πολύκαρπο, και να τον πάρουν εκεί όπου ξέρει ότι πρέπει να είναι ο θάνατός του:

Όταν άκουσε ότι είχαν φτάσει, κατέβηκε και μίλησε μαζί τους. Όλοι τους έμειναν έκπληκτοι από τη μεγάλη του ηλικία και την ηρεμία του, και απορούσαν γιατί οι αρχές ήθελαν τόσο επίμονα να συλλάβουν έναν ηλικιωμένο σαν κι αυτόν. Αμέσως έδωσε εντολή να τους φέρουν φαγητό και ποτό, όσο ήθελαν, αν και ήταν αργά· και τους ζήτησε να του επιτρέψουν να προσευχηθεί μία ώρα ανενόχλητος. Όταν συμφώνησαν, σηκώθηκε όρθιος και προσευχήθηκε, και ήταν τόσο γεμάτος απ’ τη χάρη του Θεού, ώστε για δυο ώρες δεν μπορούσε να σιωπήσει. Καθώς εκείνοι άκουγαν είχαν γεμίσει από θαυμασμό, και πολλοί απ’ αυτούς λυπόντουσαν που είχαν έρθει να συλλάβουν ένα τέτοιο άγιον άνθρωπο. Εκείνος θυμήθηκε ονομαστικά όλους όσους είχε ποτέ συναντήσει, μεγάλους και μικρούς, φημισμένους ή άγνωστους, και ολόκληρη την καθολική Εκκλησία σ’ όλο τον κόσμο.

όσο φλογερή είναι η αγάπη του για το Θεό, και για όλο το ανθρώπινο γένος εν Θεώ, ώστε αυτή τη στιγμή την κρίσιμη ο άγιος Πολύκαρπος σκέφτεται μόνο τους άλλους και όχι τον προσωπικό του κίνδυνο. Όταν ο Ρωμαίος κυβερνήτης του λέει να σώσει τη ζωή του αρνούμενος το Χριστό, απαντά: «Ογδόντα έξη χρόνια τον υπηρέτησα και δεν μ’ έβλαψε σε τίποτε. Πώς μπορώ λοιπόν να βλασφημήσω το Βασιλιά μου, που μ’ έσωσε;».

Μια προσευχή γραμμένη από ένα Ρώσσο Επίσκοπο του 17ου αι., τον άγ. Δημήτριο του Rostov:

 Έλα, Φως μου, και φώτισε το σκοτάδι μου.

Έλα, Ζωή μου, και αναζωογόνησέ με απ’ το θάνατο.

Έλα, Γιατρέ μου, και γιάτρεψε τις πληγές μου.

Έλα, Φλόγα της Θείας αγάπης και κάψε

τ’ αγκάθια των αμαρτιών μου, φωτίζοντας

την καρδιά μου με τη φλόγα της αγάπης σου.

Έλα, Βασιλιά μου, κάθισε πάνω στο θρόνο

της καρδιάς μου κι εκεί βασίλεψε.

Γιατί εσύ μόνος είσαι ο Βασιλιάς μου κι ο Κύριός μου.

 

Κάλλιστος Γουέαρ, Επίσκοπος Διοκλείας – Ο Ορθόδοξος Δρόμος, 

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

Σιωπηλή - μυστική κοινωνία.

 

Θα 'θελα να σας μεταδώσω την προσωπική μου βεβαιότητα ότι ο Θεός υπάρχει και είναι Πρόσωπο. Και μ' αυτό το πρόσωπο μπορεί ο καθένας να αναπτύξει μια προσωπική σχέση. Γι' αυτό θα παρακαλούσα τον αναγνώστη αυτού του βιβλίου να ζει το Θεό σαν ένα γνώριμο και πραγματικό πρόσωπο. Να νιώθει απέναντί Του όπως θα  'νιώθε μπροστά σ' ένα γείτονά του και τις προσωπικές σχέσεις του με το Θεό να τις ζει, όπως ζει τις σχέσεις του με το φίλο του ή τον αδελφό του, δηλαδή πραγματικές και υπεύθυνες διαπροσωπικές σχέσεις. Αυτό το βίωμα νομίζω ότι είναι πολύ ουσιαστικό.

Ένας από τους λόγους που κάνει τόσο την κοινή λατρεία, όσο και την ατομική προσευχή, να είναι τόσο συμβατικές και άψυχες, είναι το ότι η λατρευτική διεργασία, που συντελείται στην ψυχή, η οποία προσπαθεί να επικοινωνήσει με το Θεό, χάνει πολύ συχνά το στόχο της . Κάθε έκφραση, είτε με λόγια είτε με εξωτερικές κινήσεις, ίσως βοηθάει την ψυχή στο ν' αναπτύξει λατρευτική σχέση με το Θεό. Πάρα ταύτα, όλα τούτα παραμένουν μονάχα εξωτερικές εκφράσεις εκείνου που αποτελεί το μόνο ουσιαστικό και που το λέμε βαθιά, σιωπηλή - μυστική κοινωνία

Όλοι γνωρίζουμε από τις ανθρώπινες σχέσεις ότι τότε μόνο η αγάπη και η φιλία έχουν ριζώσει βαθιά στην ψυχή μας, όταν μπορούμε να παραμένουμε σιωπηλοί ο ένας κοντά στον άλλο. Εφόσον όμως νιώθουμε την ανάγκη να μιλάμε ο ένας στον άλλο για να διατηρήσουμε έτσι την επαφή μας,  μπορούμε σίγουρα να συμπεράνουμε με λύπη ότι η σχέση μας είναι επιφανειακή.

Κατά τον ίδιο τρόπο, αν θέλουμε να λατρέψουμε το Θεό, πρέπει πρώτα - πρώτα να μάθουμε να νιώθουμε ευτυχισμένοι, όταν χωρίς λατρευτικά λόγια και εκδηλώσεις μένουμε σιωπηλοί κοντά Του, μέσα στην αίσθηση της παρουσίας Του. Αυτό είναι ευκολότερο απ' ότι φαίνεται με την πρώτη ματιά. Χρειάζεται λίγος χρόνος, αρκετή εμπιστοσύνη και το θάρρος ν' αρχίσουμε.

Κάποτε ο εφημέριος της Ars - en Re, ένας Γάλλος άγιος του 18ου αιώνα, ρώτησε ένα γέρο χωρικό τι έκανε καθισμένος τόσες ώρες στην Εκκλησία, χωρίς να δείχνει καν ότι προσεύχεται. Ο χωρικός απάντησε: << Τον κοιτάζω και με κοιτάζει και είμαστε και οι δύο ευτυχισμένοι>>. Αυτός ο άνθρωπος είχε μάθει να μιλάει στο Θεό, χωρίς να διακόπτει με λόγια την μυστική επικοινωνία μαζί Του.

Αν δοκιμάσουμε να ξεχωρίσουμε βιωματικά τη λατρεία από τα λόγια που χρησιμοποιούμε σ' αυτήν, τότε αυτά τα λόγια θα μας κουράσουν σε βαθμό απελπιστικό, γιατί εφόσον δεν ξεπηγάζουν από το βάθος της μυστικής κοινωνίας μας με το Θεό, είναι κούφια και κουραστικά.

Πόσο όμως εμπνευσμένα θα ήταν τα λόγια της προσευχής μας αν είχαν σαν υπόβαθρό τους τη μυστική κοινωνία μας με το Θεό και αν διαποτίζονταν από το σωστό φρόνημα που βρίσκουμε στα λόγια του Ψαλμικού στίχου : <<Κύριε τα χείλη μου ανοίξεις και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσιν Σου>>!


**Antony Bloom• Ζωντανή προσευχή - εκδόσεις Ετοιμασία

 

 

Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2024

Κυριακή δεκάτη εβδόμη εκ του κατά Ματθαίου.(Κυριακή της Χαναναίας)

 «Τω καιρό εκείνω, εξήλθεν ο Ιηισούς εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος».

Πολύ συχνά έτσι αρχίζουν οι ευαγγελικές περικοπές.

Ο Κύριος πρώτος Αυτός εξέρχεται. Και κάποιος από εμάς «εκ των ορίων» εξελθών, θα συναντηθεί μαζί του.

Μόνο να εξέλθουμε αδελφοί, από τα όρια. Από εκείνα τα γνωστά, τα τετριμμένα, τα ασφαλή.

Από εκείνα τα όρια που φτιάξαμε και κλείσαμε για να μην πάμε παραπέρα.

Και τι μας βγάζει από τα γνωστά, ασφαλή μας όρια;

Μια ανάγκη αδελφοί. Κάποια δοκιμασία. Της Χαναναίας η θυγάτηρ που κακώς εδαιμονίζετο. Εμάς, τον καθένα μας, κάποια άλλη ανάγκη ή συγκυρία.

Και αυτή μας η ανάγκη, πάντα, μας σπρώχνει σε αλλαγές, σε κάποια συνάντηση.

Ο Κύριος πρώτος Αυτός εξήλθε προς αυτήν την συνάντηση. Αποσταλμένος εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ. Και από εμάς τι χρειάζεται; Αληθινός πόνος αυτός που είχε η Χαναναία και εκραύγαζε … «Κύριε βοήθει μοι».

Και αν από την άλλη πλευρά ακούσουμε την σιωπή, αν ο Κύριος δεν αποκρίθει αμέσως λόγου, είναι μόνον γιατί εκείνος γνωρίζει, και περιμένει, το άδειασμα της πονεμένης ψυχής, εκείνο το άδειασμα που γεννά η πίστη και κάνει τον πιστεύοντα να πιστεύει, και να αγαπά και τα ψίχουλα που πίπτουν από την τράπεζα του Κυρίου αυτού.

Γιατί η αγάπη και η πίστη κάνει τον άνθρωπο ταπεινό απέναντι στον Θεό, τον άνθρωπο που είδε με τα μάτια του, τα δαιμόνια της ψυχής του.

Και από εκείνο το βάθος και την απόγνωση, εξήλθε των ορίων του, από πόνο, και στο περιθώριο της ζωής, σαν Χαναναίος παροικών Τύρο και Σιδώνα, επιθυμιών, πόλεων σαρκικών, μακριά από Ιεροσόλυμα, εν μέσω αμαρτίας κάτω από αφύσικες συγγένειες, κακώς δαιμονισμένος. Από όλο αυτό το περίγραμμα ζωής, ίσως και της δικής μας ζωής, η πίστη μπορεί να γεννήσει την ταπείνωση, και τον πλούτο της ταπείνωσης, που και τα ψυχία που θα πίπτουν από της μυστικής τραπέζης της θείας λειτουργίας του Θεού, αντίδωρο πλούσιο στην δική μας φτώχεια, μπορεί να μας σώσουν. Και να γίνει ως θέλουμε. Μεγάλη γαρ αυτή η πίστη, στα μικρά, στα ψυχία, στα θαυμάσια.

Και να έλθουμε από δαιμόνια, από της ώρας εκείνης.

Από της ώρας της ταπείνωσης και της πίστης.

Αμήν.


Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2024

Τις εστί πλούσιος; Ο εν ολίγω αναπαυόμενος.

 

Πεθύμησα να φύγω μακριά,… να κρυφτώ, να μη με ξέρει κανένας, να ξεχαστώ σα να ‘μαι πεθαμένος. Πόσο ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν τον ξέρει κανένας! Αν γνώριζε την ευτυχία του! Πόσο ζουλεύω κάτι ανθρώπους οπού ζούνε σε κάποια μέρη που δεν τα βάζει κανένας στο νου του, και που κανένας δεν μαθαίνει αν ζούνε ή αν πεθάνανε! Τους συλλογίζουμαι και ξεκουράζουμαι. Καλότυχος ο άνθρωπος που κατάλαβε από νωρίς, πως όποιος ζει με πολλές έγνοιες είναι δυστυχισμένος και πως όποιος ζει κρυφά, δίχως να τον ξέρουνε οι άλλοι, αυτός είναι βλογημένος. Ας είναι φτωχός, ας είναι στενοχωρημένη η ζωή του, πάντα έχει ένα μεγάλο κέρδος ο τέτοιος άνθρωπος: γλυτώνει από πολλά φαρμάκια. Γι’ αυτό θέλω κ’ εγώ να πάγω σ’ ένα μέρος, που να μην το θυμάται κανένας, να ξεχαστώ κ εγώ σαν να μην υπάρχω. Πως κάθεται κανένας μέσα σ’ ένα σπίτι που είναι ασκούπιστο κι ακατάστατο, και φεύγει από κείνο το σπίτι και βρίσκεται σ’ ένα όμορφο κιόσκι, καθαρό και στολισμένο με περικοκλάδες, είτε πως είναι ένα καράβι που ‘ναι ζαλισμένο από τη θαλασσοταραχή κι από το μουγκρητό του πελάγου και μετά πολλά μπαίνει σ ένα λιμάνι ήσυχο και μπονατσάτο και ξεκουράζεται, έτσι είναι κι ο άνθρωπος που γλυτώνει από τις πολλές έγνοιες που είναι μπερδεμένος, και τραβά και πηγαίνει σ’ έναν τόπο που δεν βρίσκονται πολλοί άνθρωποι, κ’ οι άλλοι που τον ξέρανε τον χάνουνε και δεν γνωρίζουνε αν είναι ζωντανός ή πεθαμένος.

Να κάθεσαι λοιπόν σ’ ένα ακροθαλάσσι, να μην βλέπεις πονηρόν κόσμο. Να κάνεις το σταυρό σου και να λες “Δόξα σοι ο Θεός! Σε φχαριστώ, Θεέ μου, που με αξίωσες να μην βλέπω και να μην ακούγω τίποτε απ ‘ όσα γίνουνται στον κόσμο, και να μην με ξέρει κανένας άλλος, παρά μονάχα Εσύ “. Ο ήλιος θα βγαίνει και θα τον καλημερίζω, σαν να’ ναι φίλος μου και το βράδυ πάλι θα βουτά στο πέλαγο και θα τον καληνυχτίζω. Θα τσαπίζω τα λάχανα, θα φροντίζω τα δεντρικά μου, θα ‘χω λίγα ζωντανά και μια βάρκα πισσωμένη, να ψαρεύω και να παίρνω καμμιά κοντινή βόλτα. Θα αγαπώ το κάθε τι, τα βράχια, τα βότσαλα της ακρογιαλιάς, τις αρμυρήθρες, τα χορτάρια, τα ζωντανά, τα δέντρα, τον κάβουρα που κάθεται κάτω από την πέτρα. Όλα τούτα τα πλάσματα είναι καλά και κανένα δεν φοβάμαι, παρεκτός τον άνθρωπο. Αχ! Πώς κατάντησε αυτό το γένος που το έπλασε ο Θεός “κατ’ εικόνα και ομοίωσιν αυτού;”. Πώς παραμορφώνεται μέρα με την ημέρα, ώρα με την ώρα; Ταραχή, ανακάτεμα, ακατάπαυστη αγωνία, θυμός, αλαζονεία, ασέβεια, βλαστήμια, φιλοδοξία, ψευτοπαρηγόριες, όλα τούτα θα βρίσκουνται  μακριά μου. Αυτή τη μαύρη την αντάρα θα μου την κρύβει η δροσερή κ’ η απλή γραμμή του πελάγου.

 “Εν ειρήνη επί το αυτό κοιμηθήσομαι και υπνώσω, ότι Συ κατά μόνας επ ‘ ελπίδι κατώκισας με “.

Φώτης Κόντογλου, Ευλογημένο καταφύγιο, Το παλάτι μου και τα όνειρά μου.

 

 

 

Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2024

Κυριακή δεκάτη έκτη εκ του κατά Ματθαίον ( Η παραβολή των ταλάντων.)

 

«Άνθρωπος τις αποδημών, εκάλεσε τους ιδίους δούλους και παρέδωκεν αυτοίς τα υπάρχοντα αυτού… εκάστω κατά ιδίαν δύναμιν».

Τα πάντα στους δικούς του. Αποδημών μοιράζει τα υπάρχοντα του στους ιδίους δούλους, στον καθένα κατά την δύναμη του.

Σε άλλον 5 σε άλλον 2 και κάποιον 1. Σε κανέναν τίποτα.

Όλοι κάτι έλαβαν, ο καθένας την δωρεά του.

Με αυτήν την δωρεά ξεκινάμε αδελφοί κατά την δύναμη μας και η δωρεά του Θεού.

Ο ένας δουλεύει, αυξάνει τα τάλαντα, τα διπλασιάζει και όταν έλθει ο καιρός έχει να αποδώσει τα διπλά.

Και ο έτερος ομοίως.

Κάποιος όμως σκέφθηκε ότι ο κόσμος είναι σκληρός, και ο Κύριος αυτού του κόσμου άδικος. Ζητά από εκεί που δεν έδωσε και θέλει να μαζέψει από όπου δεν εσκόρπισε. Λίγα έλαβε αυτός, γιατί λίγη ήταν η δύναμη του. Και αυτά τα λίγα, δεν τα μοιράστηκε, δεν τα αυγάτισε, δεν θέλησε να αποδώσει τίποτα σε κανέναν.

Έθαψε στη γη τα τάλαντα να μην τα φθείρει ο χρόνος, να μην τα βλέπει ούτε και ο ίδιος.

Ο άνθρωπος αυτός είχε μια κακή εικόνα για το Θεό, και έτσι δεν μπόρεσε να δει τον εαυτό του, ούτε να τον μοιραστεί και βέβαια σε ποιόν να αποδώσει τι;

Η μοναξιά αυτού του ανθρώπου είναι ο εγωκεντρισμός του.

Και είναι εγωκεντρικός γιατί έχει κακή σχέση με τον Κύριο αυτού του κόσμου. Τον γνωρίζει αλλά με τρόπο αρνητικό. Δεν μοιράζεται, δεν αυξάνει, δεν αποδίδει. Στο τέλος χάνει.

Χάνει την χαρά.

Διατηρεί ό έλαβε ακέραιο.

Δεν ρισκάρισε, δεν αγάπησε, δεν έζησε.

Και έχασε την χαρά.

Οι άλλοι μοιράστηκαν και διπλασίασαν, εκείνο που είχαν λάβει. Κατά την δύναμη τους και απέδωσαν. Και απέλαβαν. Και εισήλθαν στην χαρά. Γνώρισαν την χαρά.

Όλοι έχουμε. Όλοι μπορούμε να αυξήσουμε. Όλοι μπορούμε να αποδώσουμε όταν μας ζητηθεί.

Ο καθένας κατά την δύναμη του αδελφοί.

Ας μην φοβηθούμε όμως.

Ας πιστεύουμε ότι ο κόσμος είναι σκληρός. Ας νομίζουμε ότι είναι άγονος και δεν θα καρπίσει.

Τίποτα δεν χάνεται.

Αυτό το ένα που έχουμε όσο και αν το θάψουμε κάποια στιγμή θα μας κρίνει. Γιατί είναι η δωρεά του Θεού είναι η ίδια μας η ανθρωπιά.

Η κληρονομία.

Και αν μερικές φορές νοιώσουμε αδύναμοι, αν η σκληράδα του κόσμου μας τρόμαξε, ας ψάξουμε άλλους αδελφοί, τους τραπεζίτες, εκείνους που τοκίζουν, εκείνους που αν επάνω τους ακουμπήσεις το έχει σου, δεν θα στο φθείρουν, θα στο κρατήσουν και στο καιρό θα σου αποδώσουν τον τόκο σου.

Εμπιστοσύνη λοιπόν αδελφοί. Γιατί τιμωρείται αυτός που έκρυψε το ένα τάλαντο. Γιατί δεν θέλησε να το αξιοποιήσει. Το θάψιμο του τάλαντου αποτελεί περιφρόνηση για τον Θεό και έλλειψη αγάπης για τον συνάνθρωπο.

Αμήν.

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2024

Εγκύκλιος της Εκκλησίας της Ελλάδος για το γάμο των ομόφυλων ζευγαριών.

 

Προς Τέκνα εν Κυρί αγαπητά,

 Όπως έχετε ενημερωθεί, μόλις πριν από λίγες ημέρες, δηλαδή την 23η Ιανουαρίου 2024, συνήλθε η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, που είναι η Ανώτατη Αρχή της Εκκλησίας μας, για να μελετήσει το θέμα που ανέκυψε στις ημέρες μας, δηλαδή την θέσπιση του «πολιτικού γάμου» των ομοφυλοφίλων, με όλες τις συνέπειες που επιφέρει αυτό στο οικογενειακό δίκαιο.
Η Ιεραρχία συζήτησε επαρκώς το θέμα με υπευθυνότητα και νηφαλιότητα, αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά την ενότητά της, και στην συνέχεια ομόφωνα αποφάσισε τα δέοντα που έχουν ανακοινωθεί.
Μια
από τις αποφάσεις που έλαβε είναι να ενημερώσει το πλήρωμά της, το οποίο θέλει να ακούσει τίς αποφάσεις της και τις θέσεις της. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, η Ιεραρχία απευθύνεται προς όλους εσάς, για να διατυπώσει την αλήθεια για το σοβαρό αυτό θέμα.

1. Το έργο τής Εκκλησίας, διά μέσου των αιώνων, είναι διπλό, δηλαδή θεολογικό, με το να ομολογεί την πίστη της, όπως την αποκάλυψε ο Χριστός και την έζησαν οι Άγιοι της, και ποιμαντικό, με το να ποιμαίνει τους ανθρώπους στην κατά Χριστόν ζωή.
Α
υτό το έργο της φαίνεται στην Αγία Γραφή και στις αποφάσεις των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, οι οποίες θέσπισαν όρους για την ορθόδοξη πίστη και ιερούς κανόνες, που καθορίζουν τα όρια μέσα στα οποία πρέπει να κινούνται όλα τα μέλη της, Κληρικοί, Μοναχοί και Λαϊκοί.

Έτσι, η Εκκλησία ποιμαίνει, δηλαδή θεραπεύει τις πνευματικές ασθένειες των ανθρώπων, ώστε οι Χριστιανοί να ζουν σε κοινωνία με τον Χριστό και τους αδελφούς τους, να απαλλαγούν από την φιλαυτία και να αναπτυχθεί η φιλοθεΐα και η φιλανθρωπία, δηλαδή η ιδιοτελής, φίλαυτη αγάπη να γίνει ανιδιοτελής αγάπη.

 2.Ο Θεός αγαπά όλους τούς αδικους, αγαθούς και κακούς, Αγίους και αμαρτωλούς∙ αυτό κάνει και η Εκκλησία. Άλλωστε, η Εκκλησία είναι πνευματικό Νοσοκομείο που θεραπεύει τους ανθρώπους, χωρίς να αποκλείει κανέναν, όπως δείχνει η παραβολή του Καλού Σαμαρείτου, την οποία είπε ο Χριστός (Λουκ. ι΄, 3037). Το ίδιο κάνουν και τα νοσοκομεία και οι ιατροί για τις σωματικές ασθένειες. Όταν οι ιατροί κάνουν χειρουργικές επεμβάσεις στους ανθρώπους, κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι δεν έχουν αγάπη. Αλλά οι άνθρωποι ανταποκρίνονται διαφορετικά σε αυτήν την αγάπη της Εκκλησίας∙ άλλοι την επιθυμούν και άλλοι όχι. ήλιος αποστέλλει τις ακτίνες του σε όλη την κτίση, άλλοι όμως φωτίζονται και άλλοι καίγονται, και αυτό εξαρτάται από την φύση αυτών που δέχονται τις ηλιακές ακτίνες.

 Έτσι, η Εκκλησία αγαπά όλα τα βαπτισθέντα παιδιά της και όλους τους ανθρώπους που είναι δημιουργήματα του Θεού, μικρούς και μεγάλους, αγάμους και εγγάμους, Κληρικούς, Μοναχούς και Λαϊκούς, επιστήμονες και μη, άρχοντες και αρχομένους, ετερόφυλους και ομοφυλοφίλους, και ασκεί την φιλάνθρωπη αγάπη της, αρκεί, βέβαια, να το θέλουν και οι ίδιοι και να ζουν πραγματικά στην Εκκλησία.

3. Η Θεολογία της Εκκλησίας για τον Γάμο απορρέει από την Αγία Γραφή, την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας και την διάταξη του Μυστηρίου του Γάμου. Στο βιβλίο της Γενέσεως γράφεται: «Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπο, κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς. Και ευλόγησεν αυτούς λέγων˙ αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτήν και άρχετε των ιχθύων τς θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού και πάντων των κτηνών και πάσης της γης και πάντων των ερπετών των ερπόντων επί της γης» (Γεν., 1, 2728). Αυτό σημαίνει ότι «η δυαδικότητα των δύο φύσεων και η συμπληρωματικότητά τους δεν αποτελούν κοινωνικές επινοήσεις, αλλά παρέχονται από τον Θεό»∙ «η ιερότητα της ένωσης άνδρα και γυναίκας παραπέμπει στην σχέση του Χριστού και της Εκκλησίας»∙ «ο χριστιανικός Γάμος δεν είναι απλή συμφωνία συμβίωσης, αλλά ιερό Μυστήριο, διά του οποίου ο άνδρας και η γυναίκα λαμβάνουν την Χάρη του Θεού για να προχωρήσουν προς την θέωσή τους»∙ «ο πατέρας και η μητέρα είναι συστατικά στοιχεία της παιδικής και της ενήλικης ζωής».

 Όλη η θεολογία του Γάμου φαίνεται καθαρά στην ακολουθία του Μυστηρίου του Γάμου, στα τελούμενα και τις ευχές. Σ’ αυτό το Μυστήριο η ένωση ανδρός και γυναικός ιερολογείτε εν Χριστώ Ιησού, με τις απαραίτητες προϋποθέσεις. Τα αποτελέσματα του εν Χριστώ Γάμου είναι η δημιουργία καλής συζυγίας και οικογενείας, η γέννηση παιδιών, ως καρπού της αγάπης των δύο συζύγων, άνδρα και γυναίκας, και η σύνδεσή τους με την εκκλησιαστική ζωή. Η μη ύπαρξη παιδιών χωρίς την ευθύνη των συζύγων, δεν διασπά την εν Χριστώ συζυγία. Η χριστιανική παραδοσιακή οικογένεια αποτελείται από πατέρα, μητέρα και παιδιά, και σε αυτήν την οικογένεια τα παιδιά αναπτύσσονται, γνωρίζοντας την μητρότητα και την πατρότητα που θα είναι απαραίτητα στοιχεία στην μετέπειτα εξέλιξη τους.

 Εξ άλλου, όπως φαίνεται στο «Ευχολόγιο» της Εκκλησίας, υπάρχει σαφέστατη σύνδεση μεταξύ των Μυστηρίων του Βαπτίσματος, του Χρίσματος, του Γάμου, της Εξομολογήσεως και της Θείας Κοινωνίας του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Κάθε διάσπαση αυτής της σύνδεσης δημιουργεί εκκλησιολογικά προβλήματα.
Επομένως, βαπτιζόμαστε και χριόμαστε για να κοινωνήσουμε του Σώματος και τού Αίματος του Χριστού. Γίνεται Γάμος ώστε οι σύζυγοι και η οικογένεια να συμμετέχουν στο Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας και να κοινωνούν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Κάθε διάσπαση τς σχέσεως αυτής των Μυστηρίων συνιστά την εκκοσμίκευση.
Η Εκκλησία βασίζεται σε αυτήν την Παράδοση, που δόθηκε από τον Θεό στους Αγίους, και δεν μπορεί να αποδεχθεί κάθε άλλη μορφή Γάμου, πολλώ δε μάλλον τον λεγόμενο «ομοφυλοφιλικό γάμο».

4.
Σε ένα ευνομούμενο Κράτος η Πολιτεία με τα συντεταγμένα όργανά της έχει την αρμοδιότητα να καταρτίζει νομοσχέδια και να ψηφίζει νόμους, ώστε στην κοινωνία να υπάρχει ενότητα, ειρήνη και αγάπη. Η Εκκλησία, όμως, είναι θεσμός αρχαιότατος, έχει διαχρονικές παραδόσεις αιώνων, συμμετέχει σέ όλες τις κατά καιρούς δοκιμασίες του λαού, συνετέλεσε αποφασιστικά στην ελευθερία του, όπως φαίνεται από την ιστορία, την παλαιότερη και την πρόσφατη, και πρέπει όλοι να στέκονται με σεβασμό, τον οποίο κατά καιρούς διακηρύσσουν. Άλλωστε και όλοι οι άρχοντες, εκτός από μερικές εξαιρέσεις, είναι δυνάμει και ενεργεί μέλη της. Η Εκκλησία ούτε συμπολιτεύεται ούτε αντιπολιτεύεται, αλλά πολιτεύεται κατά Θεόν και ποιμαίνει όλους. Γι’ αυτό και έχει ιδιαίτερο λόγο που πρέπει να γίνεται σεβαστός. Στο θέμα του λεγομένου «πολιτικού γάμου των ομοφυλοφίλων», η Ιερά Σύνοδος όχι μόνον δεν μπορεί να σιωπήσει,  αλλά πρέπει να ομιλήσει, από αγάπη και φιλανθρωπία σε όλους. Γι’ αυτό η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος στην πρόσφατη απόφασή της με ομόφωνο και ενωτικό τρόπο, για λόγους τους οποίους αιτιολόγησε, δήλωσε ότι «είναι κάθετα αντίθετη προς το προωθούμενο νομοσχέδιο».
Και αυτή η σαφής απόφασή της στηρίζεται στο ότι «οι εμπνευστές του νομοσχεδίου και οι συνευδοκούντες σε αυτό προωθούν την κατάργηση της πατρότητας και της μητρότητας και την μετατροπή τους σε ουδέτερη γονεϊκότητα, την εξαφάνιση των ρόλων των δύο φύλων μέσα στην οικογένεια και θέτουν πάνω από τα συμφέροντα των μελλοντικών παιδιών τις σεξουαλικές επιλογές των ομοφυλοφίλων ενηλίκων».

 Επί πλέον, η θέσπιση της «υιοθεσίας παιδιών» «καταδικάζει τα μελλοντικά παιδιά να μεγαλώνουν χωρίς πατέρα μητέρα σέ ένα περιβάλλον σύγχυσης των γονεϊκν ρόλων», αφήνοντας δε ανοικτό παράθυρο για την λεγόμενη «παρένθετη κύηση», που θα δώσει κίνητρα «για την εκμετάλλευση ευάλωτων γυναικών» και αλλοίωση του ιερού θεσμού της οικογενείας.
Όλα αυτά η Εκκλησία, η οποία πρέπει να εκφράζει το θέλημα του Θεού και να καθοδηγεί ορθόδοξα τα μέλη της, δεν μπορεί να τα αποδεχθεί, διότι διαφορετικά θα προδώσει την αποστολή της. Και το κάνει αυτό όχι μόνο από αγάπη στα μέλη της, αλλά από αγάπη και στην ίδια την Πολιτεία και τούς θεσμούς της, ώστε να προσφέρουν στην κοινωνία και να συντελούν στην ενότητά της.
Αποδεχόμαστε, βέβαια, τα δικαιώματα των ανθρώπων τα οποία κινούνται σε επιτρεπτά όρια, σε συνδυασμό με τις υποχρεώσεις τους, αλλά η νομιμοποίηση του απολύτου «δικαιωματισμού», που είναι θεοποίηση των δικαιωμάτων, προκαλεί την ίδια την κοινωνία.

5.
Η Εκκλησία ενδιαφέρεται για την οικογένεια, η οποία αποτελεί το κύτταρο της Εκκλησίας, της κοινωνίας και του Έθνους. Σε αυτό πρέπει να συντείνει και η Πολιτεία, όπως διαλαμβάνεται στο ισχύον Σύνταγμα ότι «η οικογένεια ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο Γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους» (ρ. 21).
Σύμφωνα δε με τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, που είναι νόμος του Κράτους (590/1977), «η Εκκλησία της Ελλάδος συνεργάζεται μετά της Πολιτείας, προκειμένου περί θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος ως… της εξυψώσεως του θεσμού του γάμου και της οικογενείας» (ρ. 2).
Έτσι, προτρέπουμε την Πολιτεία να προβεί στην αντιμετώπιση του Δημογραφικού προβλήματος «που εξελίσσεται σε βόμβα έτοιμη να εκραγεί» και είναι το κατ’ εξοχήν εθνικό θέμα της εποχής μας, του οποίου η επίλυση υπονομεύεται από το προς ψήφιση νομοσχέδιο, και την καλούμε να υποστηρίξει τις πολύτεκνες οικογένειες που προσφέρουν πολλά στην κοινωνία και το Έθνος.
Όλα τα ανωτέρω η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος ανακοινώνει σε όλα τα μέλη της «με αίσθημα ποιμαντικής ευθύνης και αγάπης», διότι όχι μόνο ο λεγόμενος «γάμος των ομοφυλοφίλων» είναι ανατροπή του Χριστιανικού Γάμου και του θεσμού της πατροπαράδοτης ελληνικής οικογένειας, αλλάζοντας το πρότυπό της, αλλά και διότι η ομοφυλοφιλία έχει καταδικαστεί από την σύνολη εκκλησιαστική παράδοση, αρχής γενομένης από τον Απόστολο Παύλο (Ρωμ. α΄, 2432), και αντιμετωπίζεται με την μετάνοια, η οποία είναι αλλαγή τρόπου ζωής. Εννοείται, βέβαια, ότι υφίσταται βασική αρχή ότι, ενώ η Εκκλησία καταδικάζει την κάθε αμαρτία ως απομάκρυνση του ανθρώπου από το Φως και την αγάπη του Θεού, συγχρόνως αγαπά τον κάθε αμαρτωλό, διότι και αυτός έχει το «κατ’ εικόνα Θεού» και μπορεί να φθάσει στο «καθ’ ομοίωσίν», εάν συνεργήσει στην Χάρη του Θεού. Αυτόν τον υπεύθυνο λόγο απευθύνει η Ιερά Σύνοδος σε σας, τους ευλογημένους Χριστιανούς, τα μέλη της, και σε όλους όσοι αναμένουν τον λόγο της, διότι η Εκκλησία «αληθεύει εν αγάπη» (φ. δ΄, 15) και «αγαπά εν αληθεί» (Β΄ ω. α΄, 1).

Ο Αθηνών Ι Ε Ρ Ω Ν Υ Μ Ο Σ, Πρόεδρος†

Ο Καρυστίας καί Σκύρου Σεραφείμ†

 Ο Μονεμβασίας και Σπάρτης Ευστάθιος†

Ο Νίκαιας Αλέξιος†

Ο Νικοπόλεως και Πρεβέζης Χρυσόστομος†

Ο Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου Θεόκλητος†

Ο Μαρωνείας και Κομοτηνής Παντελεήμων†

Ο Κίτρους και Κατερίνης Γεώργιος†

Ο Ιωαννίνων Μάξιμος†

Ο λασσνος Χαρίτων†

Ο Θήρας, Αμοργού και Νήσων Αμφιλόχιος†

Ο Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Νικηφόρος†

Ο Αιτωλίας και Ακαρνανίας Δαμασκηνός

Ο Αρχιγραμματεύς Αρχιμ. Ιωάννης Καραμούζης